Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΗΦΟΡΑ Νο 11 - Εκεί στο βάθος...


           
            Η απίστευτη θέα εκείνου του τεθρίππου άρματος με τα γκρίζα άλογα που κατευθυνόταν με απίστευτη φόρα καταπάνω του, σηκώνοντας σύννεφα κιτρινωπής σκόνης, καθήλωσε  τον Κώστα εκεί που στεκόταν.
Όταν όμως είδε, πως στην θέση του ηνίοχου στεκόταν ένα ολόρθο μαυριδερό πανύψηλο άγαλμα, τρόμαξε τόσο πολύ, που  αποφάσισε να φύγει προς τα πίσω και κάτω, όποιο και να ήταν το τίμημα.
«Μηη πίσωωωω!!!» Άκουσε τον Φάμπιο να φωνάζει.  Η φωνή του υπέργηρου  για κάποιο παράξενο λόγο είχε αποκτήσει μια εξαιρετικά αιχμηρή νότα, τόσο διαπεραστική, που πόνεσαν τα αυτιά του.
Αυτός ο πόνος τον σταμάτησε την τελευταία στιγμή από του να κάνει το μοιραίο λάθος. Το λάθος, του προς τα πίσω βήματος, που θα τον γκρέμιζε στα τάρταρα μιας ρωγμής της Ανηφόρας.
            Στάθηκε εκεί  και ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε, παρακολουθούσε τα τεράστια άλογα πού κάλπαζαν ορμητικά με συντονισμένο ρυθμό, να ορμούν προς εκείνον.
Η καρδιά του δεν χτυπούσε σαν τις άλλες φορές που βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τώρα ήταν λες και είχε χωθεί στο στόμα του. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Άκουγε τον καλπασμό των αγέρωχων ζωντανών που τράνταζαν το έδαφος όπου στεκόταν. Δεν μπορούσε ούτε καν να καταπιεί από τον τρόμο.
Από μέσα του πάντως μια φωνή του ψιθύριζε: «Μα τι φοβάσαι. Άλογα είναι!»
            Λίγα, ελάχιστα εκατοστά πριν τον συνθλίψουν με τα δυνατά τους πόδια, σταμάτησαν ακριβώς μπροστά του. Μια στυφή μυρωδιά  αναδυόταν απ τα ιδρωμένα τους κορμιά. Απ’ τα παλλόμενα ρουθούνια τους έβγαινε αχνιστή η ανάσα τους.
Στάθηκαν και τα τέσσερα μπροστά του. Τα μάτια τους είχαν καρφωθεί πάνω του. Τον κοίταζαν χωρίς καν να πεταρίζουν τα βλέφαρά τους.
            Άκουσε πίσω του τον Φάμπιο να επαναλαμβάνει κάτι ακατάληπτο με μια φωνή που έτρεμε. Ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει. Δεν του το επέτρεπαν τα βλέμματα των τεσσάρων πανίσχυρων ίππων που στέκονταν παρατεταγμένα εκεί μπροστά του και τον ανάγκαζαν να τα κοιτάζει διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο, λες και κάτι του ΄λεγε το καθένα.
Με μεγάλη προσπάθεια απέσπασε για μια στιγμή τα μάτια του από τα άλογα και σηκώνοντας το κεφάλι του κοίταξε το ακίνητο μπρούντζινο – έτσι έμοιαζε τουλάχιστον – άγαλμα που στεκόταν ολόρθο στη θέση του ηνίοχου, ντυμένου με έναν μακρύ χιτώνα. Από τα τεντωμένα του χέρια κρέμονταν ηνία. Τα ηνία όμως αυτά δεν έφταναν ως στα άλογα. Ήτανε κομμένα. Το κεφάλι του αγάλματος με το τέλειο σε αναλογίες πρόσωπο, ήταν ελαφρώς στραμμένο προς το μέρος του Κώστα και τα ολόμαυρα, μεγάλα, ανέκφραστα του μάτια τον κοίταζαν. Ή έτσι του φαινόταν.
 Ο Κώστας είχε μια παράξενη αίσθηση ότι κάτι του διαμήνυε τούτο το τεχνητό βλέμμα αλλά δεν πρόλαβε να αποκωδικοποιήσει τι ήταν, καθώς το άλογο που στεκόταν ακριβώς απέναντι του, εκατοστά πιο κει, τον έσπρωξε απαλά με την μουσούδα του.  Αυτή η απαλή επαφή κατά έναν περίεργο τρόπο όχι μόνο δεν τον ενόχλησε, αλλά η ζεστασιά της ανάσας του ζώου τον καταπράυνε.
Τα τέσσερα άλογα κοιτάζοντάς τον διαρκώς άρχισαν  αργά – αργά να στρίβουν και σε λίγο ο Κώστας βρέθηκε να στέκεται πλάι στο άρμα, δίπλα  απ εκεί όπου ορθωνόταν το άγαλμα  που κρατούσε τα κομμένα ηνία.
            Τα άλογα έμοιαζαν ανυπόμονα. Έσερναν τα πόδια τους στο χώμα, βγάζοντας ένα σιγανό αλλά επίμονο χλιμίντρισμα. Κουνούσαν τις ουρές τους λες και έδιωχναν ανύπαρκτες μύγες. Κάθε τόσο μάλιστα γύριζαν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους και τον κοίταζαν σα να του ‘λεγαν: «Μα τι κάνεις;»
Κατάλαβε. Γύρισε, πίσω και κοίταξε τον Φάμπιο που είχε καθίσει χάμω και του έκανε με το χέρι νόημα ‘’φύγε, φύγε’’.
            Αυτή η χειρονομία του Φάμπιο αλλά περισσότερο το βλέμμα των τεσσάρων αλόγων τον ενθάρρυναν και χωρίς να διστάσει λεπτό, ανέβηκε πάνω στο άρμα δίπλα στο πανύψηλο άγαλμα. Ακούμπησε τα χέρια του μπροστά στο κουβούκλιο  και είπε χωρίς να ξέρει ποιός του έδωσε την άδεια:
«Πάμε!»
Ήταν τόση η ορμή με την οποία έφυγαν τα πανίσχυρα άλογα που αναγκάστηκε για να μη πέσει, να αγκαλιάσει το μπρούντζινο άγαλμα δίπλα του που στεκόταν ακλόνητο.
 Αμέσως όμως ο καλπασμός απόχτησε μια ταχύτατη μεν, αλλά κανονική ροή.
Ήταν περίεργο  τώρα όμως, παρά την γρηγοράδα με την οποίαν ανέβαιναν την Ανηφόρα, δεν υπήρχε ούτε κόκκος σκόνης που να σηκώνεται από χάμω.
Εκείνο που τον παραξένεψε πάντως περισσότερο ήταν ενώ έβλεπε μπροστά του τα άλογα  -που κανείς δεν έμοιαζε να τα οδηγεί- να καλπάζουν με όλη τους την ταχύτητα,  δεν ένιωθε τον αέρα να του χτυπάει το πρόσωπο ή να τον ενοχλεί στα μάτια.  Είχε την αίσθηση ότι τούτο το άρμα με την κίνηση του δημιουργούσε ένα διάδρομο …κενού από αέρα. Εκείνος όμως ανέπνεε χωρίς πρόβλημα.
            Μόλις συνήθισε την κίνηση των ίππων, αλλά και την όρθια στάση που βρισκόταν ο ίδιος λες και ήταν κι αυτός ένα ζωντανό άγαλμα, άρχισε να παρατηρεί γύρω του.
            «Μα αυτό είναι…. Μα …πως; » είπε ξαφνιασμένος,  καθώς τώρα μόνο έβλεπε δεξιά κι αριστερά του, άλλους γέρους ν’ ανηφορίζουν εξαντλημένοι. Ενώ περνούσε δίπλα τους με ταχύτητα και με τον θόρυβο που έκανε ο καλπασμός των τεσσάρων αλόγων, κανείς τους δεν γύρισε ούτε καν να δει τι ήταν αυτό που τους προσπερνούσε. Είδε πολλούς να έχουν ξαπλώσει στο στεγνό έδαφος της Ανηφόρας. Μπορεί .. ίσως … και να ήταν …τέλος πάντων για την …πιτσαρία εκεί κάτω στη σειρά με τους άλλους νεκρούς γέρους.  
Γύρισε πίσω του να δει αν φαινόταν πουθενά ο Φάμπιο. Αλλά προφανώς είχε μείνει πολύ πίσω.
            Βλέποντας τους άλλους γέροντες που κατευθύνονταν προς την κορφή πάνω εκεί, με κόπο και σίγουρα με πόνο, δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί:
Εκείνος γιατί βρισκόταν πάνω σε τούτο το άρμα κι ανέβαινε τρέχοντας; Ήταν καλό αυτό ή όχι;
            Δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση από τον ίδιο του τον εαυτό γιατί κάτι εντελώς απρόσμενο βρισκόταν τώρα μπροστά του και το πλησίαζαν.
Τα άλογα μείωσαν την ταχύτητα τους και αργά - αργά σταμάτησαν. Γύρισαν ταυτόχρονα  και τα τέσσερα και τον κοίταξαν. Κατάλαβε. Έκανε να κατέβει, αλλά ένα από τα λουριά – ηνία που κράταγε το άγαλμα δίπλα του, κινήθηκε σα φίδι προς το μέρος του και με ιδιαίτερη απαλότητα ήρθε και τυλίχτηκε γύρω από τη μέση του.
            Ο Κώστας κατέβηκε .
Βρισκόταν μπροστά στην είσοδο μιας σκοτεινής σήραγγας. Στάθηκε για λίγο κοιτάζοντας την. Είχε την αίσθηση ότι δεν ήταν δυνατόν να κάνει τίποτα άλλο παρά να μπει εκεί μέσα. Γύρισε και είδε πίσω του τους άλλους γέροντες που πάσχιζαν κι αυτοί να φτάσουν εκεί.
            Τον παραξένευε μάλιστα το γεγονός ότι όχι μόνο δεν τον φόβιζε το σκοτάδι που έμοιαζε να κυριαρχεί εκεί μέσα, αλλά αντιθέτως είχε την αίσθηση ότι ήταν κάτι που αν το έκανε με επιτυχία, ίσως να ήταν ο μόνος δρόμος για την σωτηρία ή έστω για την έξοδο του στο φως ενός κανονικού ήλιου.
Του ήρθε άξαφνα και η εικόνα της πλάτης του νεαρού με τις τρείς ελιές σε σχήμα ισοσκελούς τριγώνου. Τι σχέση είχε τώρα αυτό;
            Το λουρί  - ηνίο, που τυλίχτηκε γύρω από την μέση του τον έσφιξε σαν να τον προέτρεπε να συνεχίσει. Γύρισε να δει το άρμα που τον είχε φέρει ως εδώ, αλλά το μόνο πράγμα που είδε ήταν οι πατημασιές των αλόγων που είχαν μείνει εκεί, λες και του θύμιζαν κάποιο καθήκον.
            Χάιδεψε απαλά το ηνίο που μια άκρη του κρεμόταν απ τη μέση του και με αποφασιστικό βηματισμό παρακάμπτοντας άλλους γέρους που συνωστίζονταν στην είσοδο μπήκε στην σήραγγα … και εκεί όλα άλλαξαν!
            Ένα παχύρευστο υγρό τον παρέσυρε και τον κόλλησε στα τοιχώματα της σήραγγας. Εκεί βρέθηκε ανάμεσα σε παράξενους σωλήνες φτιαγμένους από κάποια γλιστερή μαλακιά ύλη και προσπάθησε να κινηθεί προς εμπρός. Τα χέρια του δεν εύρισκαν εύκολα κράτημα για να τραβήξουν το υπόλοιπο κορμί του. Ένιωθε ότι βρισκόταν σε ένα πολύ επικίνδυνο και όξινο περιβάλλον. 
Κοίταξε γύρω του. Πολλοί από τους άλλους γέρους που μπήκαν φαίνονταν εξουθενωμένοι και κείτονταν δάπεδο της σήραγγας. Άλλοι πάλευαν όπως αυτός να προχωρήσουν σερνόμενοι στο γλιστερό τοίχωμα αυτού του τούνελ.
            Μα που τον έφεραν τα τέσσερα άλογα με τον μαύρο ηνίοχο;
Γιατί ένιωθε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει κάθε ικμάδα θέλησης αλλά και όσης δύναμής του απέμενε, για να προχωρήσει σε κείνο το άκρως εχθρικό περιβάλλον;
Όδευε προς το τέλος! Το ήξερε!
Κι αν ήταν μια αρχή; Δεν το ‘ξερε!
Μα εκεί στο βάθος μια σφαίρα φάνηκε να λαμπυρίζει αχνά στο σκοτάδι, σαν αστέρι μακρινό….

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

4 σχόλια:


  1. Ανάμεσα στις κουρασμένες ώρες μου και τα τρεξίματά μου, περνώ και χαιρετώ, και ελπίζω να είσαι καλά, ψηλέ με τα μεγάλα δόντια.
    Θέλω, και σε φαντάζομαι, λιγάκι να χαμογελάς- με όσα κι αν συμβαίνουν.
    Την καληνύχτα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ μου αρέσει ο "καλπασμός"... στα νιάτα μου που λάτρευα τα άλογα, κάλπαζα για πολλά χρόνια, το άλογο "μου" το έλεγαν Μάρθα... μεθυστική αίσθηση!
    Λυπηρό, καθώς καλπάζεις, να βλέπεις άλλους γύρω σου να φαίνονται έτοιμοι, να βρεθούν πίσω...στη πιτσαρία!!! :(
    ΑΦιλιά και να έχουμε ένα ήσυχο Σ/Κ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @Stratis Parelis
    Χαίρομαι ιδιαίτερα που ήρθες να καμαρώσεις τις ...δοντάρες μου! χα χα χα ! Πράγματι Στρατή σπίθες ελπίδας και περηφάνιας βλέπω να κοντοζυγώνουν. Εντάξει τα προβλήματα παραμένουν. Αλλά βλέπεις δεν υπάρχουν ακόμη μάγοι. Εκτός κι αν εννοούμε μάγους στην ποίηση οπότε απαντώ ήδη σε έναν εξ' αυτών. Να είσαι πάντα καλά φίλε μου καλέ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @Άιναφετς
    Στεφανία σε φαντάζομαι να καλπάζεις με την Μάρθα. Αν ήμουν ζωγράφος θα ήθελα να αποτύπωνα τούτη την σκηνή.
    Σε ότι αφορά τους γέρους για την πιτσερία σε βεβαιώνω ότι αυτό συμβαίνει σε πολύ σημαντική διαδικασία.της ζωής μας και σε ..... αλλά ας μη πω άλλα γιατί το επόμενο ίσως να δούμε το THE END. Καλό μήνα να έχετε. Ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή