Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΗΦΟΡΑ Νο 10 - ΗΝΙΟΧΟΣ

                

             Αμέσως μόλις ο Κώστας περνώντας μέσα από την καταπακτή βρέθηκε έξω, στο στεγνό τοπίο της Ανηφόρας, ένιωσε σαν κάποιος  να τον πέταξε με τις κλωτσιές  από κείνο το παράξενο κτίριο. Τώρα ήταν πεσμένος μπρούμυτα στο χώμα έχοντας ακόμη στ’ αυτιά του εκείνη την φοβερή σαν ουρλιαχτό κραυγή «ΜΗΗΗ!  ΟΧΙΙΙΙ  ΑΚΟΟΜΑΑΑΑ …..», την ώρα που πήγαινε να σηκώσει το πλασματάκι εκείνο που κειτόταν μούσκεμα στο δάπεδο.  
«Μη! Όχι ακόμα» …τι άραγε;
            Γύρισε να δει το κτίριο όπου είχε αφήσει το μωρό ….
Κτίριο όμως δεν υπήρχε. Ανακάθισε και παραξενεμένος περιέφερε το βλέμμα του τριγύρω. Κι όμως κτίριο όπως εκείνο όπου … του μίλησε (;) η βροχή και μάλιστα τεράστιο, δεν φαινόταν πουθενά.
Η Ανηφόρα και το τείχος που πήγαιναν παράλληλα ήταν η μοναδική θέα.
            «Μα πως; Αφού ήμουν εκεί μέσα. Τα σύννεφα, οι αστραπές, η βροχή; Το ουρλιαχτό; Όλα αέρας κοπανιστός;»
Ερωτήματα χωρίς απάντηση.
«Και τώρα; Το μωρό; Ο Χωρίς Όνομα; Μόνος πάλι;» Μονολογούσε φωναχτά. Αλλά και να φώναζε ακόμα, οι απαντήσεις θα ήταν απλώς το …κενό!
«Οι τρείς ελιές εκεί ψηλά στην ωμοπλάτη; Η γυναίκα; Εκείνο το Μαρία άνθη που έλεγε ο νεαρός;»
Άδικα πάσχιζε να βρει κάποια έστω και λειψή απάντηση, αλλά με κάθε απορία που πρόσθετε στις ήδη υπάρχουσες, το κενό μεγάλωνε.
            Αποφάσισε να  παρατήσει το – ας το πούμε – χωρίς νόημα πια παιχνίδι των ερωτήσεων και να σταθεί στα πόδια του με όση δύναμη μπορούσε να αντλήσει και να συνεχίσει την υποχρεωτική προς τα πάνω πορεία.
            Αμέσως είδε ή μάλλον ένιωσε ότι εκείνη η ενεργητικότητα που του έδινε η θέα και μόνον εκείνου του ισοσκελούς τριγώνου με τις ελιές στην πλάτη του νεαρού, τον είχε εγκαταλείψει.
Πως θα έφτανε τώρα στην καταραμένη κείνη κορυφή  της Ανηφόρας; Μήπως η μοίρα του ήταν να προστεθεί κι αυτός τελικά στη σειρά με τα πτώματα που ήταν αραδιασμένα με τάξη, εκεί κάτω στην λεγόμενη πιτσαρία των γέρων;
            Έσφιξε τα δόντια. Η γεροντική μασέλα πόνεσε. Τότε μόνο σκέφτηκε να βάλει το δάχτυλο στο στόμα να δει αν είχε ακόμη όλα του δόντια. Το έκανε όπως θα έκανε αν τα βούρτσιζε και προς μεγάλη του χαρά διαπίστωσε πως γέρος – γέρος, όμως όλα του τα δόντια ήταν εκεί. Εντάξει, για αρκετά απ΄ αυτά όμως ένιωθε πως δεν θα …κοσμούσαν για πολύ ακόμη την  στοματική του κοιλότητα .
Τουλάχιστον όμως, κατά κάποιον τρόπο ήταν αρτιμελής – αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αυτή η έκφραση, για τα δόντια βέβαια.
            Βάλθηκε να συνεχίσει την άνοδο. Κουτσά στραβά τα κατάφερνε. Εντάξει πολλές φορές, πάνω στην προσπάθεια να αυξήσει κάπως την ταχύτητα παραπατούσε με κίνδυνο να σωριαστεί και ποιος ξέρει με ποιες συνέπειες.
 «Δε λένε εκεί – κάπου, τέλος πάντων πως ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από χέ ...μο
 Δεν του άρεσε που σκεφτόταν έτσι, αλλά του έρχονταν αυτές οι σκέψεις ένας …Θεός ξέρει από πού
            «Θεός; Μα από πού μου ήρθε αυτό πάλι;» μονολόγησε
Ευτυχώς δεν έκανε ζέστη γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα.  Το τείχος δεν ανάσαινε με κείνους τους ζεστούς αχνούς που βγαίναν πρωτύτερα από τους πόρους του. «Αυτό είναι καλό ή κακό;» αναρωτήθηκε.
            ‘Ίσως ένα μπαστούνι τώρα να ήταν χρήσιμο. Θα βοηθούσε σίγουρα. Αλλά που να το βρει. Όσο έπιανε το μάτι του, πάνω, δεξιά, αριστερά ή και πίσω  δεν υπήρχε ίχνος βλάστησης.
            «Αν ήταν εδώ μαζί μου ο νεαρός, ο Χωρίς Όνομα θα με βοηθού…».
Δεν απόσωσε την φράση του γιατί εκεί, μερικά βήματα πιο πάνω είδε ένα μπόγο με κουρέλια. Ένας παράξενος ενθουσιασμός τον πλημμύρισε.
            «Λες;» είπε
Ζόρισε τον εαυτό να πάει όσο γινόταν πιο γρήγορα επαναλαμβάνοντας διαρκώς τη λέξη: «Λες; Λες; Λες;» .
            Κάποια στιγμή έφτασε στο σημείο όπου κείτονταν ο μπόγος. Η καρδιά του χτυπούσε σε έξαλλους ρυθμούς. Πήρε βαθιές εισπνοές για να ηρεμήσει κάπως και μετά έσκυψε το κεφάλι να κοιτάξει τον μπόγο χάμω.
            «Ω! Ω! Η κουβέρτα! Η κουβέρτα του μωρού….»
Τα πόδια του τρέμαν. Αφέθηκε να γονατίσει χάμω δίπλα στον μπόγο. Έτριψε τις παλάμες του γιατί τις ένιωθε παγωμένες από την αγωνία.
Άπλωσε το ένα του χέρι αργά – αργά και το ακούμπησε πάνω στην κουβέρτα που πριν από λίγο φορούσε γύρω από την μέση του ο Χωρίς Όνομα.
Πίεσε προς τα κάτω αλλά …δυστυχώς ήταν μάλλον μόνο τα κουρέλια με την κουβέρτα που τύλιγαν το μωρό που είχε βρει εκεί πιο κάτω σε μια γούβα.
            Παρόλα αυτά όμως σιγά- σιγά και με προσοχή, έπιασε να ξετυλίγει τον μπόγο. Όπως το περίμενε δεν βρήκε τίποτα, εκτός ίσως από την αχνή γλυκιά μυρωδιά του μωρού που κρατούσε …κάποτε. Έχωσε την παλάμη του ανάμεσα στα κουρέλια με τρυφερότητα και τα χάιδεψε.
Ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να τα μαζέψει από κει χάμω και να τα πάρει μαζί του. Άλλωστε εκείνος το είχε βρει το μωράκι. Τακτοποίησε τα κουρέλια, τα τύλιξε μέσα στην κουβέρτα και έκανε να τα πάρει στην αγκαλιά του. Όμως ο μπόγος με τα μωρουδιακά δεν σηκωνότανε. Δεν ξεκολλούσε από το έδαφος.
Έβαλε όση δύναμη είχε, αλλά τα κουρελιασμένα ρουχαλάκια του μωρού δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από χάμω. Τον έπιασε ένα τρελό πείσμα. Τραβούσε με όλη του την δύναμη. Αλλά τίποτα. Το μόνο που σηκωνόταν ήταν σκόνη. Μια σκόνη που του έφερε έντονο βήχα.
            Μόλις συνήλθε από τον βήχα, με ανανεωμένο πείσμα άρχισε πια να τραβάει τα κομμάτια του υφάσματος, αδιαφορώντας αν θα τα έσκιζε ή όχι. Κάποια στιγμή …κάτι έπεσε μέσα από τον μπόγο. Λαχανιασμένος όπως ήταν έσκυψε και σήκωσε το αντικείμενο. Ήταν ένα μικρός κύλινδρος από ξύλο. Ένα καπάκι φαινόταν στην μια του άκρη. Το τράβηξε και με απόλυτη ευκολία το καπάκι άνοιξε τραβώντας μαζί του ένα κομμάτι φλούδα που έμοιαζε να ανήκε σε κάποιο δέντρο ή σε φυτό. Το κοίταξε καλά – καλά και πήγε να το πετάξει όταν το μάτι του πήρε ένα μαυριδερό σημείο, λες και ήταν καμένο .
Το ξανάφερε στα μάτια του. Κάτι μέσα του έλεγε πως τούτο το κάψιμο της φλούδας μέσα στον ξύλινο κύλινδρο ήταν σημαντικό. Το κοίταξε καλά- καλά από όλες τις μεριές, αλλά δεν μπόρεσε να δει τίποτα πέραν του μαυρίσματος από το κάψιμο. Το έφερε στη μύτη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Το σημείο εκείνο της φλούδας του φυτού είχε καεί. Έφερε το δάχτυλο πάνω του και διάτρεξε το μαυρισμένο τμήμα από πάνω μέχρι κάτω … και τότε κατάλαβε
            Στο σημείο εκείνο ήταν χαραγμένο με καυτό, καρφί ή μυτερό μαχαίρι, κάτι.
Έβαλε πάλι το δάχτυλο του πάνω και αργά – αργά το περνούσε πάνω από το καψαλισμένο σημείο και σαν να ήταν τυφλός μπόρεσε να διαβάσει:
            « Ο Χ Ι   Π  Ι   Σ  Ω     Β   Η Μ   Α     Ν   Ε  ΚΡΟΣ »
Δεν ήξερε γιατί δεν του άρεσε αυτό που «διάβασε» αλλά αποφάσισε να πάρει τα ρούχα του μωρού και να του δίνει από κει. Έσκυψε και πάλι να τραβήξει αλλά μόνο τότε είδε τις ρίζες. Τα ρούχα του μωρού είχαν ριζώσει στο έδαφος της ανηφόρας. Εκεί ανήκαν.
Ο Κώστας έμεινε μόνο με την καψαλισμένη φλούδα που με το δάχτυλο διάβασε εκείνη την παράξενη φράση.
            Έβαλε την φλούδα στην τσέπη του και προχώρησε. Δεν έριξε ούτε μια ματιά πια στο μπόγο με τα μωρουδιακά, και ξεκίνησε να ανεβαίνει. Το φως το αιώνιου ήλιου δεν βοηθούσε να ξέρει τι ώρα ήταν αν βεβαίως εκεί που βρισκόταν υπήρχε χρόνος.
            Μα τι στο καλό σήμαινε αυτό το «ΟΧΙ ΠΙΣΩ ΒΗΜΑ ΝΕΚΡΟΣ;»
«Δε βαριέσαι Κώστα, προχώρα εσύ και παράτα αυτές τις μαλακίες εδώ.» είπε μεγαλόφωνα
«Σωστά τα λες Κώστας αλλά……!» Άκουσε πίσω του μια βραχνιασμένη και λαχανιασμένη φωνή.            
Γύρισε να δει. Εκεί πίσω του και χαμηλότερα από αυτόν, στεκόταν ένας απίστευτα υπέργηρος άνθρωπος. Το κορμί του ταλαντευόταν από την κούραση. Λίγο ακόμη και θα σωριαζότανε χάμω και ίσως και να μην μπορούσε να ξανασηκωθεί.
Ο Κώστας έκανε να πάει προς το μέρος του εκεί πίσω για να τον βοηθήσει, αλλά μόλις πάτησε το έδαφος που κατηφόριζε, του μια πλατιά ρωγμή άνοιξε στο έδαφος μπροστά του. Μετά βίας ισορρόπησε και δεν έπεσε μέσα.
«Όχι, όχι» Φώναξε ο γέρος. «Μη κάνεις βήμα πίσω. Θα χαθείς στα έγκατα της Ανηφόρας. Μείνε εκεί. Θα ανέβω σιγά- σιγά!»
Ο Κώστας έκανε ένα βήμα πίσω και βρέθηκε στη θέση που ήτανε πριν. Η ρωγμή έκλεισε αμέσως σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
            Ώστε αυτό ήταν το μήνυμα του μωρού(;) του νεαρού (;) με το «ΟΧΙ  ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ ΝΕΚΡΟΣ»;
            «Τώρα φίλε ..εμμ… Κώστας είπες ε; Δεν έχει πια ούτε βήμα πίσω.» Είπε ο υπέργηρος μόλις έφτασε στο ίδιο σημείο που ήταν ο Κώστας αφήνοντας τον εαυτό του πέσει χάμω σαν άδειο σακί για να ξεκουραστεί.
            «Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε  ο Κώστας  αφού κάθισε κι αυτός δίπλα στον άλλον.
            «Εγώ;» είπε ο άλλος αφού ανέκτησε την ανάσα του, εγώ είμαι ο Φάμπιο.»
            «Φάμπιο; Μα τι όνομα είναι αυτό; » ρώτησε  Κώστας.
Ο  άλλος γέλασε!
            «Γιατί το δικό σου είναι καλύτερο; Από ποιο μέρος είσαι;»
            «Δεν ξέρω» είπε ο Κώστας «βρέθηκα εδώ από μια τουαλέτα που την λένε οι γέροι κάτω τουαλέτα Ρίχτερ.»
            «Πολύ περίεργο. Κι εγώ από μια τουαλέτα με το ίδιο όνομα βρέθηκα εδώ. Μα δε μου λες Κώστας. Μιλάμε τις ίδιες λέξεις;»
            «Όχι αλλά καταλαβαίνω τι μου λες χωρίς να ξέρω τις λέξεις που μιλάς!»
            «Παράξενο! Το ίδιο κι εγώ.»
Μείναν για λίγο σιωπηλοί κοιτάζοντας προς τα πάνω τον δρόμο τον ανηφορικό που είχαν να διανύσουν. Ύστερα κάποια στιγμή ο Φάμπιο χωρίς να κοιτάζει τον Κώστα στα μάτια είπε:
            «Κώστας. Πρέπει να σου πω, ότι οι γέροι εκεί κάτω πριν φύγω μου είχαν πει πως μπορεί να σε συναντούσα εδώ. Χάρηκα τότε. ¨Όμως Κώστας….» δίσταζε να μιλήσει.
            «Όμως τι; Φάμπιο;»
            «Λίγο πριν ξεκινήσω μου είπανε … εμμμ.. πως όποτε τύχει και συναντηθούνε δυο εδώ πάνω μόνο ο ένας επιτρέπεται να φτάσει στην κορφή. Αν φτάσει δηλαδή!  Ποτέ όμως δυο.»
            «Δηλαδή;» ρώτησε ο Κώστας
            «Δηλαδή και λυπάμαι που το λέω, από την στιγμή αυτή Κώστας είμαστε …εχθροί. Αν εγώ σε αφήσω να φτάσεις εκεί πάνω τότε εμένα η θέση μου θα είναι εκεί στη σειρά των νεκρών στην πιτσερία.»
            «Και θα χρησιμοποιήσουμε βία;» ρώτησε ο Κώστας
            «Όχι, όχι δε χρειάζεται. Απλώς όταν κάποιος από μας κάνει το πίσω βήμα  μια μικρή σπρωξιά ας πούμε ….φινίτο. Τέρμα θα χαθεί στην κοιλιά της Ανηφόρας.. »
            «Και γιατί Φάμπιο προηγουμένως με έσωσες;»
            «Γιατί Κώστας, έπρεπε να σου τα πω αυτά. Δεν είναι σωστό να μη ξέρεις πως δεν  είμαι φίλος σου αλλά εχθρός σου. Από τώρα και μετά μπορεί να κάνω πράγματα που μπορεί να σε παρασύρουν να κάνεις το πίσω βήμα. Το ίδιο κι εσύ. Αλλά δεν είμαστε εμείς μόνο που μπορεί να κάνουμε παραπλανητικές ενέργειες. Είναι και η ίδια η …. ανηφόρα.»
            «Και αν Φάμπιο κανείς μας δεν κάνει το πίσω βήμα και φτάσουμε και οι δύο εκεί πάνω; Τι θα γίνει;»
            «Εκεί φοβάμαι πως με κάποιο τρόπο ο ένας από μας θα πάει στην σειρά των νεκρών στη πιτσερία, ανάλογα με την κρίση κάποιου που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι.»
            «Μια ερώτηση πριν χωρίσουμε Φάμπιο. Βρήκες ανεβαίνοντας κανένα μωρό;»
            «Όχι Κώστας εγώ δε βρήκα μωρό. Εσύ μάλλον βρήκες ε;»
            «Ναι  βρήκα!» είπε ο Κώστας με κάποια χαιρεκακία.
            «Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό Κώστας! » Είπε ο Φάμπιο
Ο Κώστας γύρισε την πλάτη του κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει. Άκουγε πίσω του τον Φάμπιο να τον ακολουθεί βαριανασαίνοντας .
            Ίσως να πέρασαν ώρες όταν κάποια στιγμή, πρώτα άκουσε τον καλπασμό  και μετά είδε το άρμα με τα τέσσερα άλογα να έρχεται καταπάνω του με φόρα!  Το οδηγούσε ένα πανέμορφο μπρούντζινο άγαλμα …

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
           



2 σχόλια:

  1. Όσο συνεχίζεται το σκαρφάλωμα, τόσο και η περιέργεια μου, μεγαλώνει... άσε που την κάθε φράση, την ακολουθεί και μια ανατροπή... μόνο ελπίζω να τελειώσει η ιστορία και να έχουμε και εμείς όλα μας τα δόντια!!!
    ΑΦιλιά μαγεμένα! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Άιναφετς
      Χα χα χα ! Στεφανία μου μην ανησυχείς. Έχω κάνει μνημονιακή συμφωνία με οδοντιάτρους ανα πάσα την επικράτειαν. Είμαι όμως ενας απαράδεκτος σαδιστής. Μα να μην νιώθω τύψεις για τα οδοντιατρικά προβλήματα όποιας ή όποιου εισέλθει εδώ; Θα πρέπει να αυτομαστιγωθώ 39 φορές!
      Πόσο χαίρομαι κορίτσι μου που σε βλέπω!! Σε ευχαριστώ που είσαι εδώ. Ή μάλλον σε ευχαριστώ που γι αυτό που είσαι.

      Διαγραφή