Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΕΠΙΠΛΗΞΗ ΜΕ ΑΙΤΙΑ!

     «Δε μου λες ρε φίλε, τι διάολο έπαθες και κάθεσαι εκεί σαν κούτσουρο και δεν στρώνεις τον ποπό σου-δεν το είπε έτσι -  να γράψεις κάτι στο blog σου; Είναι κατάσταση αυτή;» Με ρωτάει ξανά και ξανά  χωρίς να βαριέται. 
    Με έχει πρήξει! Μέρες τώρα! Το ίδιο τροπάριο: «Γιατί δε γράφεις και γιατί δεν γράφεις!».  Αλλά δεν είναι μόνο τώρα. Μα τον Θεό τον βαρέθηκα πια τόσα χρόνια να μου παριστάνει το αφεντικό. Και να πεις ότι δεν τα έχουμε ξεκαθαρίσει αυτά; Τα έχουμε. Το αφεντικό είμαι εγώ! Τέρμα. Φαίνεται όμως ότι χωρίς να το θέλω - είναι και του χαρακτήρα μου- του έχω δώσει πολύ θάρρος. Και "δώσε θάρρος στον χωριάτη να σ'  ανέβει στο κρεββάτι", λέει το παλιό γνωμικό. 
Ας γελάσω!!! Χα Χα Χα! Μα αυτός έχει ανέβει στο κρεβάτι χρόνια τώρα! Και δεν είναι και χωριάτης. Δεν ξέρω καν από που είναι!
    Σε αυτές τις  συνεχείς προτροπές του: "Κάνε εκείνο, μη κάνεις το άλλο κλπ" συνήθως δεν του απαντώ. Απλώς τον αγνοοώ. Άλλωστε τι μπορεί να έχεις να πεις με έναν τύπο που ζήσατε τόσα χρόνια μαζί;  Όλα πια έχουν λεχθεί. Εδώ με την γυναίκα σου που την παντρέυεσαι μετά από έναν δυνατό και παθιασμένο έρωτα, ύστερα από... μερικές δεκαετίες γάμου δεν έχεις και πολλά να πεις. Πως λοιπόν να έχεις ατέρμονες συζητήσεις με κάποιον που είστε μαζί από την πρώτη σου στιγμή; Εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ. Απορώ όμως μαζί του. 
Που την βρίσκει την όρεξη, που βρίσκει την διάθεση να ασχολείται συνεχώς με το τι κάνω και  το τι δεν κάνω. Έχω παρατηρήσει πάντως ότι πιο πολύ επικεντρώνεται στο τι ΔΕΝ κάνω! 
   Σήμερα το πρωί άρχισε πάλι τις γνωστές ερωτήσεις με κείνο το ύφος το αντιπαθητικό, το αφ' υψηλού: «Γιατί δεν γράφεις και γιατί δεν γράφεις.»
     Μου είχε σπάσει τα.....-ας μην πέσω σε χαμηλό επίπεδο -. Του χαμογέλασα τυπικά. Πήγα στο μπάνιο να πλυθώ λιγάκι, και να περιποιηθώ  κάπως το μούσι μου. Ο άθλιος, εκεί στον καθρέφτη βρίσκει πάντα την ιδανική ευκαιρία να μου τα ψέλνει σε όλους τους ήχους πλάγιους και μη. 
Βλέπετε στο σημείο εκείνο αναγκαστικά κοιταζόμαστε στα μάτια.  Το τι μου σέρνει  δεν περιγράφεται.
    Εκείνο το πρωί επειδή δεν άντεχα άλλο την μουρμούρα του, παράτησα το μούσι μου όπως ήταν, και φορώντας κάτι ζεστό, γιατί έκανε και κρύο ετοιμάζομαι να βγω.  Αυτός όμως δεν το βάζει κάτω. Φοράει κι αυτός ένα κασκέτο, βάζει κι ένα μπουφάν και έρχεται μαζί μου κρατώντας και τις σακούλες για τα σκουπίδια και την ανακύκλωση. Έχει τρελή μανία με την ανακύκλωση. Δείξε του μπλε κάδο και θα σταθεί εκεί συγκινημένος να τον καμαρώνει,  λες και είναι έργο του Πραξιτέλη. Σκέτη παράνοια!
    Στο δρόμο για το μαγαζί δεν μπορώ να του ξεφύγω. Ανοίγω τον βηματισμό μου μπας και τον κουράσω λίγο αλλά με ξεπερνάει και κουράζομαι εγώ πρώτος. Τώρα τελευταία μάλιστα που άρχισα ένα ελαφρύ τζόγκινγκ αυτός δεν λαχανιάζει ούτε στο ελάχιστο. 
Εκεί δίπλα μου τρέχει παίζοντας με τις άκρες του κασκόλ του. Και συνέχεια το ίδιο τροπάριο:
    «Κάτσε να γράψεις κάτι. Κούνησε το blog σου. Θα σαπίσει έτσι ακίνητο μέσα στην υγρασία του διαδικτύου.»
Δεν του απαντώ. Απλώς του ρίχνω μια λοξή ματιά, για να καταλάβω γιατί τόση επιμονή πια. Κερδίζει κάτι; Εχει κανένα συμφέρον;  Παίρνει τίποτε ποσοστά; Δεν το νομίζω γιατί θα το ήξερα. Αφού συνεχώς μαζί ήμαστε. Ή κάνω λάθος!
Πάντως όλη την ώρα ή δίπλα μου θα βρίσκεται ή απέναντί μου ή και πίσω μου ακόμη. Δεν μπορώ να τον αποφύγω. Ότι και να κάνω είναι εκεί παρών. 
    Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να του ξεφύγω. Να του κρυφτώ. Αλλά πάντοτε με ανακάλυπτε, άλλοτε με σπασμένα τα μούτρα από βλακείες που πήγαινα κι έκανα κι άλλοτε με κομμένα τα φτερά μου από απόπειρες να πετάξω πάνω και πέρα από τις δυνατότητες μου. Όποτε δε, με ξελάσπωνε από κάποια αποκοτιά μου, μη νομίζετε ότι με περιέβαλε με τρυφερότητα και επιείκεια! Κάθε άλλο! Έφτυνα αίμα μέχρι να με αφήσει να ξεχάσω όποια βλακεία είχα διαπράξει. 
Τώρα φωνάζει πάλι!
    «Κάτσε να γράψεις. Πρέπει να πεις πολλά ακόμη. Νομίζεις ότι τέλειωσες;»
    «Δεν τέλειωσα;»
    «Και βέβαια δεν τέλειωσες. Ούτε στη αρχή δεν είσαι.»
    «Σύμφωνοι» του λέω «δεν βρίσκω όμως την αρχή του νήματος για να ξεκινήσω.»
 «Τρίχες! Αυτά είναι δικαιολογίες. Πάντα πίσω από κάτι τέτοιες δικαιολογίες κρυβόσουν!»
    «Εγώ; Κρυβόμουν εγώ; Είσαι ένας παλιοψεύτης! Συκοφάντης και υποκριτής!» του φώναξα έξαλλος.
Τότε είναι που θύμωσε. Και όταν θύμωνε μισόκλεινε τα μάτια και χαμήλωνε τον τόνο της ήδη μπάσας φωνής του. Μου θύμιζε κάποιον πολύ, μα  πάρα πολύ γνωστό μου τύπο.
    «Εμένα λες παλιοψέυτη; Εμένα; Ξέχασες  βρε αθεόφοβε τις δικαιολογίες που αράδιασες στον μακαρίτη τον πατέρα σου όταν παράτησες την Ιατρική; Ε;» φώναξε
     «Μα, μα, μα..» τραύλισα
    «Τι μα, μα, και αηδίες! Δε θυμάσαι; Θέλεις δηλαδή να σου τα θυμίσω πάλι;»
    «Αφού το ξέρεις!» είπα  «Τα είχαμε πει τότε!» πρόσθεσα
    «Τι είχαμε πει; Τι; Ότι δεν αντέχεις να βλέπεις αρρώστους; Αυτό;» ρώτησε
    «Ναι αυτό!» πεισμωμένος!
    «Ας γελάσω! ΧΑ ΧΑ ΧΑ!» έκανε. «Τέλος πάντων αυτά θα τα πούμε στην ώρα τους. Κάτσε τώρα να γράψεις. Αρκετά χασομερήσαμε.»
     «Μα δεν ξέρω τι να γράψω!» είπα κάπως μαγκωμένα
  «Αλήθεια μερικές φορές αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να έχω σχέση με έναν παλιοψεύτη σαν εσένα!»
Μα τον Θεό το παράκανε τώρα. 
    «Παλιοψεύτης εγώ; Σου είπα εγώ ποτέ ψέμματα; ε;»
Εκείνος απλώς χαμογέλασε και είπε:
    «Κακομοίρη μου σε μένα δεν είπες ψέμματα, γιατί δεν μπορείς. Στις φίλες και τους φίλους σου στο blog δεν έχεις  πει τόσες φορές;»
    « Έχω πει εγώ ψέμματα στα παιδιά;»
   « Βεβαιότατα κύριε Χριστόφορε-Κωνσταντίνε κλπ κλπ με τα τόσα ονόματα! Δεν έχεις πει ότι θα επιστρέψεις πίσω στην Αφρική εκεί γύρω στο 1954; Και μάλιστα στην Ντίρε Ντάουα την πόλη που γεννήθηκες; Ναι ή όχι;»
Προσπάθησα να θυμηθώ. Ναι ο αθεόφοβος είχε δίκιο. Το είχα γράψει. Τον άθλιο. Το θυμόταν! 
    «Έχεις δίκιο!» είπα ταπεινωμένος
  «Λοιπόν;» ρώτησε σηκώνοντας το φρύδι όπως τον έχω δει στον καθρέφτη πολλές φορές
   «Θα καθίσω να γράψω! Τι να κάνω! Αλλά όμως πες μου εσύ ο ξερόλας! Ενδιαφέρουν κανέναν αυτές οι ιστορίες μου;»
  «Δεν έχει σημασία!» είπε με δασκαλίστικο ύφος. «Υποσχέθηκες, άρα δεσμεύτηκες! Τέρμα! Α! Και κάτι άλλο. Οι φίλες και οι φίλοι σου, γράφουν στα δικά τους blog κι εσύ ούτε που πηγαίνεις να ρίξεις καμιά ματιά. Ντροπή σου! Αίσχος! Τι σ' έχει πιάσει και ούτε εδώ μέσα στο δικό σου μπλογκ δε μπαίνεις;»
    «Ξέρω κι εγώ; Όλα αυτά που συμβαίνουν η κρίση τα .....»
   «Μακακίες! -δεν το πε έτσι- . «Αντιθέτως τώρα είναι η ώρα να γράψεις. Πάλι πας να βρεις δικαιολογίες. Αυτό είναι. Σταμάτα αυτό το συνήθειο! Γέρασες πια! Δεν είσαι φοιτητής....» 
Κατέβασα το κεφάλι! Πάλι δίκιο είχε. 
    «Θέλεις να μου πεις τίποτα άλλο;» ρώτησε με μαλακωμένη φωνή.
    «Όχι!» είπα «Τίποτα!»
    «Ωραία!» είπε εκείνος «Να φεύγω λοιπόν εγώ!» είπε
    «Μα που θα πας;»ρώτησα θορυβημένος
    « Έχω ένα πολύ ενδιαφέρον ραντεβού.» είπε κλείνοντας μου πονηρά το μάτι.
    «Μα καλά! Εγώ πως δεν το ξέρω;» ρώτησα
    «Και γιατί να ξέρεις;» 
    «Εσύ πως τα ξέρεις όλα για μένα;»
    «Χα χα χα!» Γέλασε «Εγώ τα ξέρω όλα για σένα γιατί είμαι μέσα στα όνειρά σου. Εσύ δεν τα ξέρεις, γιατί δεν είσαι στα δικά μου», είπε και περνώντας μέσα από το τζάμι της μπαλκονόπορτας  χάθηκε στο απογευματινό φως. 
Λίγο αργότερα πρόσεξα πως κάποιος είχε κόψει το μοναδικό πανέμορφο λουλούδι ενός τροπικού κάκτου που είχε ανθίσει εκεί στην απάνεμη μεριά του μπαλκονιού...