Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΔΑΚΡΥΑ και ΔΑΚΡΥΑ




            Με λένε Χάρη και όσα γράφω παρακάτω απηχούν τις απόψεις μου και μόνο. Αν φανούν παράλογες δεν με απασχολεί γιατί έτσι κι αλλιώς θα τις έγραφα ότι και να σκεφτούν όσοι τις διαβάσουν τώρα ή ….σε μερικούς αιώνες.
Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί την μέρα που γεννιέσαι, όλοι, σου εύχονται το καλώς όρισες, με χαρές, γέλια, γλέντια, χορούς και ντουφεκιές στον αέρα -σε μερικά μέρη- αντί να κλαίνε που άρχισες κι εσύ τον μεγάλο Μαραθώνιο για το τέλος.
            Μου λένε πως όταν εγώ ο Χάρης γεννήθηκα έγινε χαλασμός από τα τραγούδια τους ξέφρενους χορούς και τα πανηγύρια. Ο πατέρας μου, θυμούνται, μοίραζε χαρτονομίσματα εδώ κι εκεί και δεν ήταν κανένας πλούσιος. Αγρότης ήταν. Ο παππούς μου κερνούσε σαμπάνιες που δεν ήξερε πως τις ανοίγουν.  Οι μπαρμπάδες μου καπνίζανε πούρα και βήχανε σαν φυματικοί.
Η μάνα μου αν και ταλαιπωρημένη από τους πόνους της γέννας, δεχόταν επισκέψεις λες και ήταν η μεγάλη βασίλισσα. Κι εγώ σε ένα μικρό κρεβατάκι τσίριζα. Όλοι λένε πως τσίριζα νύχτα μέρα γιατί ήμουν φαγάς κι όλο πεινούσα. Με θήλαζε η μητέρα μου αλλά εμένα δε μου ’φτανε το γάλα της. Έτσι λένε.
Άλλοι λένε πως είχα κάτι κολικούς των εντέρων και αυτοί μου προκαλούσαν οξείς πόνους. Μερικοί λένε πως τα μωρά μόλις γεννιούνται νοσταλγούν – ας πούμε – την ησυχία την ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας απ’ όπου βγήκαν και ενοχλούνται, άμα τους χαλάσεις την βολή τους εκεί μέσα. Αυτό μπορεί να έχει βάση. Μου μοιάζει λογικό.
            Δεν είναι όμως αυτό που με απασχολεί τώρα. Εντάξει καταλαβαίνω πως όλα τα είδη που υπάρχουν εδώ στο πλανήτη τούτο πρέπει να αναπαράγονται για να μη χαθεί η γενιά τους. Σύμφωνοι. Δεν ξέρω σε ποιόν το λέω αυτό το «σύμφωνοι», αλλά σε όποιον και να το λέω, θέλω να πω ότι καταλαβαίνω πως έτσι έχουν τα πράγματα.
Όμως τονίζω και πάλι πως δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου.
Ρωτάω! Μήπως τα δάκρυα του μωρού για τα οποία όλοι έχουν διάφορες βάσιμες ίσως εξηγήσεις, μήπως λέω, τα πρώτα δάκρυα που χύνουμε μόλις ερχόμαστε στο φως του κόσμου τούτου,  δεν είναι παρά τα δάκρυα που δεν τρέχουν από τα κλειστά μας μάτια την στιγμή που επιστρέφουμε χωρίς πνοή πια,  στην κοιλιά της γης που πατούμε, στην κοιλιά της μεγάλης μας μάνας;
Θα  ρωτήσουν πολλοί και δικαίως: 
«Γιατί  ρε φίλε τα λες αυτά; Δάκρυα ο νεκρός;»
Στην ερώτηση αυτή δεν μπορώ φυσικά να απαντήσω με βεβαιότητα αλλά εικάζω πως τα δάκρυα αυτά – αν υπάρχουν φυσικά – θα είναι δάκρυα χαράς και λύτρωσης, γιατί επιτέλους οδηγούμαστε στον βασικό μας προορισμό, που είναι η ένωση μας με την αληθινή πηγή της ύπαρξής μας, την μάνα μας την Γη. Λίγο κλισέ αυτό αλλά δεν αληθεύει;
            Τώρα είναι μου ‘ρχεται να διερωτηθώ, για ποιό λόγο τούτη τη στιγμή κάθομαι και γράφω αναλογιζόμενος τα παραπάνω;
Ξέρετε; Υπάρχουν συγκυρίες που σε ωθούν σε τέτοιες σκέψεις. Προ ημερών βρισκόμουν σε μια κηδεία ενός παλιού μου συνεργάτη που είχα χρόνια να δω. Είχα σχεδόν ξεχάσει και πως ήταν η φάτσα του. Όμως αναγκάστηκα για κοινωνικούς  και μόνο λόγους  να πάω.
Παρακολούθησα την τελετή μάλλον αδιάφορα. Οι δυο παπάδες βαριόντουσαν και βιάζονταν να ξεπετάξουν την νεκρώσιμο ακολουθία.
Όταν συνοδεύσαμε τον νεκρό, σε αυτό που λέμε τελευταία κατοικία, άκουγα γύρω μου γελάκια, κουβέντες για τα πολιτικά, κλεισίματα ραντεβού για δουλειές, ανέκδοτα και….. ξαφνικά άκουσα ένα μωρό να κλαίει…
«Μα είναι δυνατόν;» σκέφτηκα «Μωρό στο κοιμητήριο;»  
Κοίταξα γύρω μου κανείς δεν φαινότανε να έχει αντιληφθεί το κλάμα αφού οι περισσότεροι έριχναν λουλούδια και χούφτες από χώμα στο ανοιχτό φέρετρο. Μόνο εγώ φαίνεται πως άκουγα το μωρουδίστικο  κλάμα.
Αλλά όχι! Λάθος! Κάνω λάθος! Δεν  ήταν κλάμα. Γέλιο ήταν. Μωρουδίστικο γέλιο.  Λες  και κάποιος γαργαλούσε ένα μωράκι κι αυτό ξεκαρδιζότανε στα γέλια.
            «Μα τι στο διάβολο!» φώναξα. Οι διπλανοί μου γύρισαν και με κοίταξαν παραξενεμένοι μουρμουρίζοντας με ξινισμένες μούρες.
Δεν είχαν κι άδικο. Επικαλείται εχέφρων άνθρωπος τον σατανά σε κοιμητήρια και μάλιστα σε ώρα κηδείας; Δε  τον επικαλείται βέβαια!
Εγώ όμως τους αγνόησα προσπαθώντας να εντοπίσω την πηγή του γέλιου. Γύριζα δεξιά κι αριστερά. Τίποτα. Στράφηκα πίσω μου. Τίποτα. Οι άλλοι άρχισαν να απομακρύνονται από κοντά μου. Δημιουργήθηκε ένας κενός κύκλος γύρω μου. Προφανώς και με το δίκιο τους, νόμισαν πως από την θλίψη μου τρελάθηκα ή πως ήμουν δραπέτης φρενοκομείου.
 Γύρισα μπροστά μου την ώρα που οι νεκροθάφτες ετοιμάζονταν να κλείσουν το φέρετρο και να το κατεβάσουν στον τάφο. Τότε είναι που τα μωρουδίστικα γέλια δυνάμωσαν. Τότε είναι που κι εγώ εντόπισα την πηγή του γέλιου. Ερχόταν από τον νεκρό που ετοιμαζόταν να χαθεί σε λίγο απ τα μάτια μας.
            Μου ήρθε για μια στιγμή, να τρέξω και να σταματήσω την κηδεία γιατί πίστεψα πως θάβαμε ζωντανό άνθρωπο σε κατάσταση νεκροφάνειας. Όμως την τελευταία στιγμή κρατήθηκα και δεν το έκανα, γιατί έβλεπα το πρόσωπο του νεκρού ανέκφραστο παγωμένο αν και μακιγιαρισμένο για να φαίνεται ροδαλό το χρώμα του.
Τότε μόνο κατάλαβα ότι δεν γελούσε το σώμα του έτσι όπως το ξέραμε, αλλά το σώμα του όπως το ήξερε η μητέρα του η φύση.
            Σύμφωνοι αλλά γιατί το γέλιο αυτό το άκουγα μόνο εγώ; Πολύ καλή ερώτηση. Αλλά δεν νομίζω ότι μπορώ να δώσω τώρα μια απάντηση. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως η κηδεία του ανθρώπου εκείνου μου θύμισε τη μέρα που πέθανε ο παππούς μου, ο οποίος πάντα έλεγε σε όλους μας:
«Εγώ θα πεθάνω γελώντας.» Και όντως. Λίγο πριν έρθει η ώρα του να φύγει υποχρέωσε τα παιδιά του να σταθούν γύρω απ το κρεβάτι του και του λένε ανέκδοτα. Έβλεπα τον πατέρα μου και τους θείους μου να γελάνε και τον γέροντα στο κρεβάτι να ξεκαρδίζεται στα γέλια, πονώντας μέχρι που πάγωσε ένα τελευταίο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμως παρά τις ρυτίδες και τις καφετιές κηλίδες που σκοτείνιαζαν το πρόσωπό του,  εκείνη την στιγμή το πρόσωπο του νεκρού γέροντα, μου φάνηκε σαν πρόσωπο μωρού που κοιμάται χορτασμένο μέσα στη ζεστασιά.
            Τώρα αν τα δάκρυα που χύνει το νεογέννητο είναι προκαταβολή για τα βάσανα που θα τραβήξει στη ζωή του, τότε φυσικό είναι το άτομο απαλλαγμένο από βάσανα, πόνους και ταλαιπωρίες, όταν πάει να χωθεί στην τεράστια αγκαλιά της αληθινής του μητέρας, της μητέρας όλων μας, να «κλαίει» γελώντας απ την χαρά του.   Μόνο που το γέλιο αυτό είναι έξω απ΄ το ηχητικό μας φάσμα και δεν φτάνει στ’ αυτιά μας…

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΓΙΑ ΟΣΟ ΖΩ ΘΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΜΟΥ!

    Δυο λόγια μόνο νιώθω την υποχρέωση να γράψω σήμερα εδώ, καθώς βλέπω σιγά - σιγά να βελτιώνεται η όραση μου λίγες μέρες πριν συμπληρωθεί ένας μήνας από την επέμβαση για μεταμόσχευση ενδοθηλίου του κερατοειδούς στο αριστερό μου μάτι. 

    Δεν έχω σκοπό να κουράσω όσους διαβάσουν τις γραμμές αυτές με ιατρικές ορολογίες και άλλες τεχνικές λεπτομέρειες. 
    Θέλω μόνο να πω, πως όταν μου ανακοινώθηκε ότι ο κερατοειδής χιτώνας του ματιού μου πάσχει εκ γενετής από έλλειψη μιας ορισμένης κατηγορίας κυττάρων, τα οποία είναι απαραίτητα για την καθαρότητα της όρασης και ότι πρέπει να υποβληθώ σε επέμβαση μεταμόσχευσης αυτών των κυττάρων, δεν αντιλήφθηκα τότε περί τίνος επρόκειτο. 
Βέβαια με εκνεύρισε λίγο και το γεγονός ότι μέσα στους έξη τελευταίους μήνες θα έπρεπε να υποβληθώ σε τρίτη οφθαλμολογική επέμβαση!
    Αργότερα όταν πήγα σπίτι και το κουβέντιασα με τον αδελφό που είναι γιατρός (όχι οφθαλμίατρος) συνειδητοποίησα ότι αυτά τα κύτταρα που δεν διαθέτω θα τα λάβω από κάποιον άλλον άνθρωπο που όμως δεν ευρίσκεται πλέον στην ζωή. 
Δεν το κρύβω ότι ένιωσα κάπως άβολα τότε. Ανόητο βέβαια, αφού πολύ σύντομα κατάλαβα πόσοι συνάνθρωποί μας χαίρονται την ζωή τους εξ αιτίας του ανεκτίμητου δώρου ενός ανθρώπου που έφυγε για πάντα.  
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ο θάνατος μπορεί και να μην είναι πάντα η αυλαία του τέλους στη ζωή ενός ανθρώπου και δεν μιλάω από θρησκευτικής άποψης.
    Δεν έχει δε σημασία πόσο μεγάλο ή μικρό είναι το όργανο που λαμβάνει ένας άνθρωπος από κείνον που δεν βρίσκεται πια εδώ μαζί μας. Σημασία έχει ότι εξαιτίας του κάποιος που δεν θα είχε σωτηρία, ή θα συνέχιζε μια μίζερη ζωή με κάποια από τις αισθήσεις του νεκρωμένη,  θα μπορεί να πλέον να χαίρεται την ζωή του. 
    Στην δική μου περίπτωση, ο άγνωστος άνθρωπος, που ποτέ δεν θα μάθω τίποτα γι αυτόν, στάθηκε η αιτία να μπορέσω, χθες ας πούμε, να θαυμάσω, βλέποντας αρκετά καθαρά την πανσέληνο. 
   Ατενίζοντας το πανέμορφο φεγγάρι, έστειλα με αγγελιαφόρο το σεληνόφως, τις ευχαριστίες μου στον άνθρωπο αυτόν, που χαρίζοντάς μου ένα μικρό, απειροελάχιστο ίσως κομμάτι του εαυτού του, προσφέρει σε μένα την δυνατότητα να βλέπω καθαρά τα χαμόγελα των αγαπημένων μου και ιδίως εκείνων των μικρών πλασμάτων που τρέχουν μέσα στο σπίτι φωνάζοντάς μου: 
    «Παππού έλα να δεις το φεγγάρι!»

Για όσο ζω, θα έχει την ευγνωμοσύνη μου!

    

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΕΓΩ Ο ΦΟΝΙΑΣ

    Χθες το δειλινό, που ακολουθούσα την γυναίκα μου με προσοχή, καθώς ακόμη η όραση μου είναι κάπως μπερδεμένη, πηγαίνοντας να πάρουμε το αμάξι από το γκαράζ, έκανα τον φόνο. 
    Δεν φτάνει όμως που το έκανα το έγκλημα, έβρισα το θύμα με βαρύτατους χαρακτηρισμούς. 
Αδιαφορώντας δε εντελώς για την τύχη του, μπήκα στο αμάξι χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του συνοδηγού κλείνοντας την. 
    Όση ώρα η γυναίκα μου έκανε μανούβρες για  να βγούμε από το πάρκινγκ εγώ συνέχισα να βρίζω το θύμα που είχα αφήσει νεκρό εκεί πίσω μου.
    Η θανατηφόρα οργή, που με οδήγησε στον φόνο, δεν έλεγε να καταλαγιάσει όσο και αν προσπαθούσε η γυναίκα μου να με καθησυχάσει. Τίποτα εγώ! Το τι βρισίδι γέννησε το στόμα κείνο το απόγευμα δεν θυμάμαι να είχε ξανασυμβεί. Οπότε για να με ηρεμήσει η γυναίκα μου λέει:
    «Εντάξει, μην ανησυχείς, δεν θα σε συλλάβουν κιόλας...»
Τότε είναι που έγινα "Τούρκος" που λένε. Κοιτάζω το μπατζάκι του παντελονιού εκεί χαμηλά στο ρεβέρ που είχε πιτσιλιστεί από το αίμα του θύματος.
    «Καλλίτερα να με συλλαμβάνανε και να με πηγαίνανε στον Κορυδαλλό.  Θα μου δίνανε τουλάχιστον καθαρό πανταλόνι!» φώναξα έξαλλος.
Μα που να πάρει η οργή είχα δίκιο. Είναι δυνατόν το κάθε ηλίθιο πλάσμα, το άχρηστο, το τεμπέλικο, που το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να λιάζεται όλη μέρα και να ντύνεται με κείνα τα απαίσια έντονα χρώματα, γεμίζοντας τον αέρα αρώματα; 
   Μα ποιος του είπε ότι έχει ο καθένας όρεξη να ανέχεται τα κουνήματα του όλη μέρα; Δουλειά δεν έχει; Καλά έκανα λοιπόν και το σκότωσα πριν μεγαλώσει και φορτωθούμε ακόμη ένα τεμπέλικο, πλάσμα σαν εκείνους τους Έλληνες. Τόσα χρόνια ήταν όλο φρου φρου κι αρώματα, χορούς, συρτάκια, ούζα, ρακές, σουβλάκια, moussάka και γκομενιλίκια!
    Αντί όμως να με ηρεμήσει αυτή η σκέψη λες και μου έβαζε καυσόξυλα στο τζάκι του θυμού μου. Ορίστε και τώρα που είπα τζάκι μου ήρθε στο νου και κείνη η γελοία προσπάθεια των Ελλήνων να συγκινήσουν τον κόσμο κλαίγοντας ότι δεν έχουν λέει λεφτά να αγοράσουν πετρέλαιο για να ζεσταθούν.  Χα χα χα! 
    Να τώρα που είπα λεφτά το τι ακούω συνέχεια πια με αυτά τα λεφτά.... Ας γελάσω και πάλι! Γίνανε οι Έλληνες φτωχοί και δεν έχουν, λέει να πληρώσουν το ηλεκτρικό τους επειδή τους κόψανε τους μισθούς και τις συντάξεις. Υπάρχουν λένε και πολλοί που πάνε κι αυτοκτονούν επειδή - άκουσον, άκουσον - ντρέπονται που δεν έχουν λεφτά να πάρουν γάλα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους! Μα είναι για γέλια όλα αυτά. Πολλή φαντασία έχουν τελικά οι άνθρωποι αυτοί. 
    Όταν αργότερα γυρίσαμε σπίτι, εγώ πήγα στο σημείο του φόνου αλλά το θύμα δεν ήταν εκεί. Μόνο λίγες σταγόνες από το αίμα του είχαν ποτίσει το χώμα. Φαίνεται θα το μάζεψε κάποια υπηρεσία. Θα υπάρχουν φαίνεται μερικές υπηρεσίες που λειτουργούν ακόμη, χάρις στην κυβέρνηση που υπάρχει για να φέρει αυτόν τον λαό στον σωστό δρόμο. Και είναι αλήθεια εντυπωσιακό πως γίνεται και βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι που δέχτηκαν να οδηγήσουν την χώρα αυτή στην σωτηρία της. Με εντυπωσιάζει αυτό. 
    Στο σπίτι αργότερα, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Μα πως είναι δυνατόν να έχω διαπράξει φόνο και να μην υφίσταμαι καμιά συνέπεια; Φαίνεται ότι ο δρόμος προς την σωτηρία της χώρας αυτής δεν λογαριάζει τέτοια μικροπράγματα, όπως φόνοι, θάνατοι παιδιών από μονοξείδιο του άνθρακα, ουρές ολόκληρες για μια ντομάτα και ένα αγγούρι, άρρωστοι που πεθαίνουν επειδή δεν έχουν φάρμακα και άλλα αμελητέα θέματα που κανείς λογικός άνθρωπος δεν δίνει σημασία.
    Έβγαλα το πανταλόνι μου και κοίταξα τον λεκέ από το αίμα του θύματος που σκότωσα εκεί έξω και σκέφτηκα: «Μα είναι δυνατόν μόνο εγώ να έχω βάψει τα χέρια  μου- που λέει ο λόγος- με αίμα και να το καμαρώνω κιόλας;»
Εντάξει, καταλαβαίνω, η κυβέρνηση που ανέλαβε το τιτάνιο έργο της μεταρρύθμισης της χώρας δεν μπορεί - ακόμη τουλάχιστον - φανερά να κάνει ότι έκανα εγώ πριν από λίγο και μάλιστα χωρίς συνέπειες. Το αντιλαμβάνομαι φυσικά. Υπάρχουν και άλλες μέθοδοι για να γίνει αυτό που εγώ έκανα με άμεσα τρόπο.
     Από ότι ακούω μάλιστα φαίνεται ότι αυτοί που έχουν αναλάβει αυτό που λένε διακυβέρνηση, το πετυχαίνουν.  Ίσως όχι και με τόσο μεγάλη επιτυχία είναι αλήθεια, αλλά μαθαίνουν αργά μεν, αλλά σίγουρα. Πολύ σύντομα - όπως λένε και οι ίδιοι- θα έχουμε απτά αποτελέσματα. Όχι όπως εμένα που έκανα τον φόνο, αλλά το μόνο που έχω για να το αποδείξω είναι μερικές σταγόνες από το αίμα του στο ρεβέρ του παντελονιού μου. Και αυτό επειδή μου πέφτει λίγο μακρύ - το παντελόνι.  
    Εκείνοι -οι ήρωες που αγωνίζονται για τους Έλληνες- θα έχουν αρκετά εκατομμύρια θύματα για  να αποδείξουν την αξία τους. Να εισπράξουν τα μπράβο και τα ζήτω από κείνους που τους δίδαξαν την μέθοδο, αλλά ακόμη και από μερικά από τα θύματά τους. Αυτό θα πει ΕΠΙΤΥΧΙΑ! Να σε αποθεώνουν τα θύματά σου. 
    Εμένα; Τρίχες! Ποιος να με αποθεώσει; Ποιο θύμα μου; 
Μήπως εκείνη η μικρή τριανταφυλλιά, που τόλμησε να ξεμυτίσει από το χώμα, για να χαρεί την άνοιξη κι εγώ με το παπούτσι μου, την έλιωσα;
    Το μόνο ίσως που φοβούμαι είναι το αν οι μεγάλες τριανταφυλλιές που βρίσκονται εκεί κοντά και είδανε τον φόνο, μήπως έχουνε αγκάθια! Μήπως πρέπει να αλλάξω διαδρομή πηγαίνοντας για το γκαράζ;
    Βέβαια είναι αστείο να βάζω τον εαυτό μου στο ίδιο επίπεδο με αυτούς που οδηγούν με τον τρόπο που τους υποδείξανε, τον λαό αυτόν στην σωτηρία. 
    Όμως δεν ξέρω αν ο λαός ή ότι απομένει από αυτόν έχει αγκάθια, που είναι καλλίτερα ένας φονιάς σαν εμένα, ή σαν αυτούς που πάνε να τον σώσουν, να τα αποφεύγει ή να αλλάζει χώρα το συντομότερο!


  

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΜΑΝΑΒΗΔΕΣ, ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΙ ΚΑΙ ΚΑΜΠΙΝΕΔΕΣ

    Σε τούτη την Σαββατιάτικη ανάρτηση, δεν νομίζω ότι χρειάζεται πρόλογος, γι αυτό μπαίνω στο θέμα χωρίς καθυστέρηση καθώς γνωρίζω πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος σας!
    Τον τελευταίο καιρό δεν ξέρω γιατί αλλά με έχει πιάσει μια μανία να τρέχω στα... μανάβικα! Εμένα! Που τα ψώνια γενικώς είναι η πιο αντιπαθητική δουλειά που μπορεί να μου αναθέσει κανείς.
Όμως τώρα για ψύλλου πήδημα τρέχω τώρα στα μανάβικα. Ακούω στο μαγαζί ας πούμε ότι χρειάζονται μήλα για τις μηλόπιτες  ...Εγώ θα πάω! 
    «Μα» μου λέει η γυναίκα μου, «θα τηλεφωνήσουμε στον μανάβη να μας φέρει!»
    «Όχι. Άσε να πάω εγώ!» Λέω με ύφος έμπειρου γεωπόνου. «Θα πάω εγώ!»
Με κοιτάζουν είναι αλήθεια λίγο παράξενα που ξαφνικά στα γεράματα που ήρθε η όρεξη να τρέχω στα μανάβικα και μέσα στην ζέστη μάλιστα. 
Τι να κάνουν όμως; Το βλέμμα μου είναι τόσο αποφασιστικό και η φωνή μου δείχνει ότι δεν σηκώνω αντίρρηση, ώστε μου γράφουν σε ένα χαρτί ότι χρειάζονται, ακούω τα μουρμουρητά τους, δεν δίνω σημασία και φεύγω για την σοβαρή μου αποστολή. Τι Σαμαράς στην Μέρκελ και Ολάντ μου λέτε εμένα. 
Εγώ να δείτε! Δεν υπάρχει κρισιμότερη αποστολή από δική μου. Και μη νομίσετε ότι η ζέστη έχει να κάνει με όσα γράφω, γιατί θα γελάσω και  θα με πάρουν για τρελό στον δρόμο. 
    Η εθνική αποστολή που έχω αναθέσει στον εαυτό μου είναι να εντοπίζω μανάβικα που έχουν ελληνικά προϊόντα. Δυστυχώς έχω να σας πληροφορήσω ότι η αποστολή μου αυτή έχει αποτύχει.  Και πολύ φοβούμαι ότι εξ αυτού του λόγου η χώρα θα χρεοκοπήσει. Ναι,ναι χαμογελάτε βλέπω αλλά εγώ "ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω!"
Όμως που να πάρει η ευχή τούτη η γη που παρήγαγε κάποτε τα πάντα τώρα  δεν έχει ελληνικά σταφύλια και τρώμε Χιλής ή Αργεντινής; Σταφίδες Σμύρνης; Λεμόνια Ισπανίας; Πατάτες Πολωνίας; Ντομάτες Πολωνίας; Για να μην αναφέρω και άλλα. Τέλος πάντων ας το αφήσουμε αυτό για τώρα. 
    Την  Παρασκευή  χθες δηλαδή τρέχω στο Χαλάνδρι για διάφορες δουλειές - όχι δεν είχα σε μανάβικο να πάω ακόμη- και εκεί που βρήκα να παρκάρω ήμουν τυχερός, γιατί ήταν ένα μεγάλο πεύκο στο πεζοδρόμιο και έκανε μια πολύ όμορφη σκιά. Ήταν ο μοναδικός ελεύθερος χώρος.
«Ωραία» μονολόγησα  «όταν γυρίσω δεν θα τσουρουφλάει το τιμόνι από τον ήλιο!»
    Κατέβηκα, κλείδωσα, έλεγξα αν είχα όλα μου τα χαρτιά για το δικηγόρο που μου τα ζήτησε και φόρεσα ένα μπλε κασκέτο για  να μην καίγεται η φαλάκρα μου και βγάζει σπυριά. Ξεκίνησα με αποφασιστικό βήμα να κάνω τα διακόσια με τριακόσια μέτρα που με χώριζαν από το γραφείο το δικηγορικό, όταν  βλέπω στα δεξιά μου έναν όμορφο μικρό περιποιημένο κηπάκο μπροστά από μια τριώροφη πολυκατοικία. 
Μου αρέσει να βλέπω κάτι φροντισμένο. Δείχνει νοικοκυροσύνη. Στάθηκα έτσι για λίγο να τον καμαρώσω τον κηπάκο, ώσπου είδα μια επιγραφή στην είσοδο του κτιρίου που έλεγε με μεγάλα μπλε γράμματα σε λευκό φόντο:


ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ "Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ"

    Μα είναι δυνατόν; Δηλαδή οι υπερήλικες τρόφιμοι εκεί μέσα εκπαιδεύονται για τον μεγάλο παράδεισο; Όπως τα νήπια για το νηπιαγωγείο;
Δεν στάθηκα άλλο εκεί μπροστά αλλά φεύγοντας περπατώντας αναλογιζόμουν: 
«Ο Μικρός Παράδεισος! Μα έχει μέγεθος ο Παράδεισος; Και πως μετριέται; Με τετραγωνικά μέτρα; Με στρέμματα; Με μίλια; Εκτάρια;»
Έτσι αφηρημένος που πήγαινα έστριψα σε λάθος στενό και όταν το κατάλαβα έκανα απότομα πίσω και έπεσα σε έναν κύριο πολύ μεγάλης ηλικίας που παραλίγο να τον ρίξω χάμω τον άνθρωπο. Τον συγκράτησα ζητώντας του συγγνώμην. Προφανώς έμενε εκεί στον ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ και σίγουρα κάποτε είχε κάνει κράτηση εκεί. 
    Μήπως όμως αλήθεια θα μπορούσε κάποιος να κάνει ...κράτηση για τον ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;  Που ξέρεις; Μπορεί να υπάρχει αντιπροσωπεία και να έχουμε την δυνατότητα  να διαλέξουμε μονόκλινα, δίκλινα, σουίτες με πισίνες και σάουνα ; Τώρα βέβαια η σάουνα μάλλον  για αλλού ταιριάζει όχι σε Παράδεισο. 
Πάντως μπορεί κάπου να υπάρχουν και φυλλάδια με πληροφορίες για τον ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ. Ίσως μάλιστα να υπάρχουν και προθεσμίες μέσα στις οποίες μπορείς να κάνεις τις κρατήσεις σου για κει. Σίγουρα πάντως θα χρειάζονται και ορισμένες προϋποθέσεις. Δεν θα μπορούν όλοι φαντάζομαι να γίνονται δεκτοί σε τόσο εκλεκτό κλαμπ! Ίσως να χρειάζεται και μέσον. 
Μπορεί κανείς να τα αποκλείσει αυτά; Εγώ πάντως θα ψάξω!
    Όταν τέλειωσα με τον δικηγόρο μου πήγα να πάρω το αμάξι μου για να πάω στην συνηθισμένη μου τουρνέ στα μανάβικα. Αλλά στην θέση του ασημί αμαξιού μου κάτω από το μεγάλο πεύκο ήταν ένα καφε-μαυρόσπρο αυτοκίνητο! Τι έγινε το δικό μου; 
    Μια κυρία που είχε κατάστημα απέναντι μου φώναξε:
    «Δικό σας είναι το αμάξι;»
    «Δεν έχω ιδέαν!» της απάντησα
    «Μα δεν το αναγνωρίζετε; Αφού σας είδα όταν το παρκάρατε!» είπε εκείνη 
    «Και είναι αυτό το ....το  πράγμα δικό μου;» είπα με πείσμα.
    «Μα κύριε τι πάθατε... εδώ δεν το αφήσατε; Κάτω από το πεύκο;»
    «Ναι αλλά....» τραύλισα
    «Καλά δεν σας πέρασε από το νου για ποιο λόγο η μόνη κενή θέση στον δρόμο ήταν αυτή κάτω από το πεύκο;»
    «Όχι δεν....»
    «Για κοιτάξτε ψηλά!» είπε εκείνη.
Σήκωσα το κεφάλι μου κοίταξα τα κλαδιά του δέντρου μέχρι που δέχτηκα μια ζεστή ολόφρεσκη δόση ...κουτσουλιάς στο αριστερό μου μάτι. 
    «Γι αυτό ήταν κενή η θέση. Εδώ είναι ο καμπινές των πουλιών του Χαλανδρίου!» είπε γελώντας. 
    Μπήκα στο αμάξι που το παρμπρίζ του ήταν γεμάτο...... "προϊόντα" πουλιών με υπερδραστήριο πεπτικό σύστημα και δεν έβλεπα τίποτα.
    Κατάφερα  με ένα πανί να καθαρίσω κάπως το παρμπρίζ και  να βλέπω στοιχειωδώς μέχρι να βρω βενζινάδικο και μου το πλύνουν. 
    Μάλλον μπέρδεψα πολλά πράγματα μαζί σήμερα. Τι για μανάβικα σας έγραψα, τι για μικρούς και μεγάλους παραδείσους σας έγραψα, τι για πουλιά που "ραίνουν" αυτοκίνητα με τις κουτσουλιές στους σας έγραψα. Αλλά αν το καλοσκεφτείτε όλα έχουν κάτι κοινό λέω εγώ:
1. Μανάβηδες = φρούτα + λαχανικά
2. Παράδεισος = φρούτα + λαχανικά + δέντρα+ πουλιά (φαντάζομαι αμολούν και εκεί κουτσουλιές)
    Εκείνες ίσως που δεν ταιριάζουν καθόλου  εδώ είναι οι αναφορές  μου στους Σαμαρά, Μέρκελ και Ολάντ που δεν νομίζω ότι έχουν θέση στο "Νο 2"  δηλαδή στον Παράδεισο, αλλά κάπου αλλού, όπου η θερμοκρασία θα πρέπει να είναι κατά πολύ ψηλότερη από την σημερινή και μου έχουν πει ότι έχει και καζάνια που αχνίζουν, λέει!
    Δεν ξέρω τι αποκομίσατε από όσα σας έγραψα, αλλά αν κάποια ή κάποιος από σας ξέρει που μπορώ να βρω ελληνικά φρούτα και λαχανικά, αν κάποια ή κάποιος έχει μέσον για μια καλή θέση στον ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ και αν κάποια ή κάποιος μπορεί να μου βρει πάρκινγκ κάτω από την δροσιά ενός πεύκου χωρίς να μεταμορφωθεί  το αμάξι μου  σε μάζα από κουτσουλιές με χαρά να πληρώσω και με τόκο μάλιστα...... αλλά μετά την έκθεση της Τρόικα όμως!
Ελπίζω να έγινα κατανοητός οπότε ας πάω για ένα ντουσάκι κρύο, πριν ανακατέψω και άλλα πράγματα εδώ μέσα. 
Να έχετε ένα καλό Σαββατοκύριακο, ήρεμο και δροσερό όσο γίνεται. 

    
    

    








Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Η Απειλή της Επιστροφής μου!

    Καθόμουν και το κοίταζα χωρίς να παίρνω τα μάτια μου από πάνω του. Άκουγα τους γύρω μου να μιλούν, να γελούν, να πηρουνίζουν διάφορα μεζεδάκια, να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, χωρίς κανένας να μου δίνει σημασία. Ίσως γιατί πρόσεξαν ότι κάτι με απασχολούσε σοβαρά. 
Κάποια κυρία πήγε να μου απευθύνει τον λόγο:
    «Χριστ.....», αλλά ένα σςςςς από όλους τους γύρω, την αποθάρρυναν την γυναίκα. 
    Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με είχε μαγέψει τόσο. Δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο! Όμως εμένα μου μίλησε και μου μίλησε τόσο έντονα, μου μίλησε τόσο εκκωφαντικά, σαν να μου μιλούσε ο ίδιος ο εαυτός μου, στον οποίον δίνω ακόμη κάποια σημασία.  Δεν ξέρω ακόμη για πόσο καιρό βέβαια. Αλλά προς το παρόν καλά τα πάμε ο εαυτός μου κι εγώ. Εκείνος δεν ξέρω πόση αξία μου δίνει εμένα. Δεν με ενδιαφέρει όμως γιατί όποτε τον άκουσα δεν με απογοήτευσε. Όποτε όμως τον αγνόησα έπεσα σε περιπέτειες καμιά φορά και πολύ άσχημες. Ίσως μιλήσω γι αυτές κάποτε.  
    Τώρα με έβαλε (ο εαυτός μου;) εκεί στην σκιά έξω από μια ταβέρνα να κάθομαι και το κοιτάζω. Δεν έχω ιδέαν πόση ώρα το κοίταζα. Μάλιστα όσοι με έβλεπαν θα νόμιζαν ότι του μιλούσα κιόλας γιατί κινούσα τα χείλη μου, με τα μάτια καρφωμένα πάνω του. 
    Το έχω τώρα εδώ μπροστά μου και τι νομίζετε ότι είναι; Τίποτα!
Ένα κακοσχισμένο χοντρό, γκρίζο λερωμένο κομμάτι χαρτί, που εξείχε κάτω από ένα από τα πόδια του τραπεζιού όπου τρώγαμε το πιο κοντινό σε μένα.
Το είχανε βάλει ο σερβιτόροι εκεί προφανώς για να μην κουνάει το τραπέζι. 
Δεν ξέρω γιατί αλλά με ενοχλούσε η θέα του χαρτιού εκεί να εξέχει και σκύβοντας το τράβηξα. 
Ήταν διπλωμένο πολλές φορές για να αποκτήσει όγκο προφανώς. 
Με ανεξήγητη βιασύνη το ξεδίπλωσα και είδα κάτι ξεθωριασμένο γραμμένο πάνω του με κάτι γράμματα σχεδόν παιδιάστικα - σαν τα δικά μου-  και από κείνη την στιγμή χάθηκα για τους άλλους. Ή μάλλον οι άλλοι χάθηκαν για μένα. 
    Και τι νομίζετε ότι ήταν γραμμένο εκεί; Τίποτα σχεδόν! Τέσσερις αράδες μόνο! Τέσσερις αράδες που μου έμοιαζαν πολύ - αν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
    Κι έλεγαν οι τέσσερις αυτές αράδες!

«Ήθελα και να κάτεχα
οι χρόνοι που περνούνε
αν αποθαίνουνε κι αυτοί
ή παν' αλλού και ζούνε.»

Ήταν μια απλή Κρητική μαντινάδα! 
Εμένα όμως με συντάραξε τούτη η απορία γραμμένη με λιγότερες από είκοσι λέξεις, την ώρα που εγώ θα χαλούσα δεν ξέρω καν πόσες κόλλες χαρτι Α4 για την διατυπώσω! 

Ειλικρινά δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί σας τα έγραψα αυτά. Αλλά φαίνεται πως εκείνος ο εαυτός μου....γίνεται  πολύ απαιτητικός όσο περνούν τα χρόνια!

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ. 
ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΤΑ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΠΆΛΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ!

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ

    Όταν πήραν το μήνυμα από το Καστελόριζο, και αφού έκαναν επείγον ιατρικό συμβούλιο αποφάσισαν να του χορηγήσουν το δηλητήριο, που σύμφωνα με τους ειδικούς ήταν ο μόνος τρόπος που θα τον έσωζε από τις καταστροφικές και διαστροφικές του συνήθειες, την εγκληματική του ανευθυνότητα, την παθολογική του τάση για τεμπέλικη ζωή, την συνήθεια του να ξοδεύει αλόγιστα περισσότερα από όσα του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, την εγκληματική του ανεμελιά, την ζωώδη διάθεση για ξενύχτια, οινοποσία, χορούς και ξάπλες κάτω από τον ήλιο που του χάρισε ο ένας -τώρα- αλλά και οι Δώδεκα παλιότεροι θεοί του.
Το σπουδαιότερο δε θα ήταν ότι με το δηλητήριο αυτό, όλοι οι ειδικοί είχαν αποφανθεί ότι θα συμπεριφερόταν επιτέλους όπως έπρεπε και δεν θα έβαζε σε κίνδυνο ούτε κείνους τους ίδιους ούτε τους άλλους γύρω του. 
Το μόνο τους πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξεραν αν το δηλητήριο θα τον σκότωνε, αμέσως οπότε όλες τους οι θυσίες θα πήγαιναν χαμένες, ή αν θα τον έριχνε σε κώμα, οπότε και πάλι θα τους ήταν ένα άχρηστο βάρος.

Μιθριδάτης ο ΣΤ' Βασιλιάς του Πόντου

    Τότε ήταν, που κάποιοι από τους ειδήμονες που ασχολούνταν με το πρόβλημά του θυμήθηκαν τον αρχαίο Μιθριδάτη εκείνο τον βασιλιά του Πόντου που από το όνομα του προήλθε και ο όρος Μιθριδατισμός!

"Μιθριδατισμός αποκαλείται η πρακτική της αυτοπροστασίας από τη δράση ενός δηλητηρίου μέσω της σταδιακής αυτοχορήγησης σε μη θανατηφόρες δόσεις.Ο όρος προέρχεται από τον Μιθριδάτη ΣΤ', βασιλιά του  Πόντου, ο οποίος εξαιτίας του μεγάλου φόβου του μήπως τον δηλητηριάσουν χορηγούσε στον εαυτό του βαθμιαία αυξανόμενες μη θανατηφόρες δόσεις δηλητηρίου, ώστε να αναπτύξει τελικά ανοσία. Σύμφωνα με τη μυθολογία, μετά την ήττα του από τον Πομπήιο, ο Μιθριδάτης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει χρησιμοποιώντας δηλητήριο αλλά απέτυχε λόγω της ανοσίας που είχε αναπτύξει και τελικά κατέφυγε σε έναν μισθοφόρο για να τον διαπεράσει με σπαθί." (Πηγή Βικιπαίδεια) 


     «Eureka!!!!» Αναφώνησαν χοροπηδώντας εκείνοι που ανέλαβαν την θεραπεία του. Αυτή λοιπόν ήταν η λύση!! Θα του χορηγούσαν εκείνοι το δηλητήριο σε μικρές δόσεις μέχρι ο οργανισμός του να το συνηθίσει και να μην αντιδράει.
Έτσι  αυξάνοντας σιγά- σιγά τη δόση να μπορούν να τον καθοδηγούν πλέον όπως αυτοί ήθελαν. Αρκεί βέβαια να βρίσκονταν στον τόπο που ζούσε νοσηλευτές που θα ήταν πρόθυμοι να χορηγούν αυτοί σε τακτά χρονικά διαστήματα το δηλητήριο, έτσι ώστε μπαίνοντας στο οργανισμό του, στάλα-στάλα, να αποφεύγεται οποιαδήποτε ψυχοσωματική αντίδραση.  Εντάξει υπήρξαν διάφορα "κλωτσήματα" του οργανισμού του κατά καιρούς, αλλά οι ντόπιοι νοσηλευτές έκαναν καλά την δουλειά τους και βρήκαν διάφορους τρόπους να τα αντιμετωπίσουν. Ήταν περήφανοι για την δουλειά τους. Εξαιρετικοί υπάλληλοι πράγματι αυτοί οι ντόπιοι νοσηλευτές.
    Κάποια στιγμή εντελώς αλόγιστα κάποιοι από τους νοσηλευτές αυτούς θέλησαν να του δώσουν παράλληλα με το δηλητήριο, και την δυνατότητα να κάνει μερικές δικές του επιλογές! Αν είναι δυνατόν! Τι ανόητοι!
    Οι άλλοι, οι απ' έξω, μούτρωσαν αλλά δεν μπορούσαν να το αποτρέψουν αυτό γιατί υπήρχαν και μερικά δικαιώματα -τυπικά βρε αδελφέ- του στάλα-στάλα δηλητηριαζομένου που δεν μπορούσαν να τα απαγορεύσουν. 
Έτσι τον άφησαν να κάνει και έκανε μια Κυριακή τις επιλογές του. 
Όμως αυτές οι επιλογές,  μπέρδεψαν τα πράγματα. 
    Οι πρόθυμοι νοσηλευτές έχασαν την στενή επαφή που είχαν μαζί του, γιατί οι επιλογές του ήταν διαφορετικές από κείνες που θα έπρεπε να ακολουθήσει ο δηλητηριαζόμενος. Υπήρχε λοιπόν ο κίνδυνος να μην είναι δυνατή η τακτική χορήγηση του δηλητηρίου και ο οργανισμός του να αντιδρούσε εντελώς απρόβλεπτα και αντίθετα από τις επιθυμίες Εκείνων, που από μακριά παρακολουθούσαν πόσες ...βλακείες είχε κάνει.
    Όπως όμως διαμορφώθηκαν τελικά τα πράγματα, και σύμφωνα με κάποιους  κανόνες, θα έπρεπε εκείνος να κάνει πάλι για δεύτερη φορά τις επιλογές του μερικές μέρες αργότερα.
Αλλά έτσι όπως μπερδεύτηκαν τα πράγματα υπήρχει ο κίνδυνος οι επιλογές του αυτές να μην συμπεριλαμβάνουν τους πρόθυμους νοσηλευτές ώστε να βρίσκονται δίπλα του, για να του χορηγούν με σύνεση το δηλητήριο, αλλά κάποιους άλλους που ένας ξέρει που θα τον οδηγούσαν!
    Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος για ολους. Για κείνον πρωτίστως, αλλά και για τους άλλους που έκαναν τόσο κόπο για χάρη του. 
Το δηλητήριο δεν υπήρχε τώρα τρόπος να το χορηγούν όπως πριν τακτικά. Βρήκαν όμως άλλους τρόπους να του το δίνουν
Απλώς θα δηλητηρίαζαν τις επιλογές του!
Και υπήρχαν πολλοί τρόποι. Ένας πολύ βασικός τρόπος που χρησιμοποιούσαν   οι ντόπιοι νοσηλευτές και οι συνεργάτες τους, ήταν ο διαστρεβλωμένος λόγος. Εξαιρετικός τρόπος- πίστευαν- για να φτάσει το δηλητήριο σε κείνον, χωρίς μάλιστα να λερώσουν τα χέρια τους. 
    Επειδή όμως δεν ήταν σίγουροι, ότι θα είχαν το αποτέλεσμα που ήθελαν, αποφάσισαν ο Μεγάλοι Χορηγοί του Δηλητηρίου, να ζητήσουν από την πιο προβεβλημένη τους συνεταίρο, να του ψιθυρίσει δυο λόγια στο αυτί, υποδεικνύοντάς του να κάνει παράλληλα με τις δικές του επιλογές και κάποιες άλλες, δικής της όμως έμπνευσης, έτσι.... για να τον μπερδέψει.
    Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα, να παρουσιαστεί απροσδόκητη αλλεργική αντίδραση στον οργανισμό του. Άρχισε δηλαδή παραδόξως να σκέφτεται σαν τον αρχαίο Μιθριδάτη..... αλλά αντίστροφα. Αντί δηλαδή να ζητήσει από έναν μισθοφόρο να τον σκοτώσει με το σπαθί του, άρχισε εκείνος να κυνηγάει τους μισθοφόρους και τους νοσηλευτές, με μια ....σκούπα. 
Θα κατάφερνε άραγε έτσι να διώξει τον "Πομπήιο", τους συμμάχους του και τους ντόπιους νοσηλευτές με την σκούπα αυτή;
Με μια σκούπα; 




Υ.Γ
Σήμερα ξέφυγα τελείως από την συνηθισμένη μου θεματολογία. Ελπίζω να μου το επιτρέπετε. Για κάποιον λόγο μου ήρθε αυθόρμητα τούτη η ανάρτηση. 
Καλό Σαββατοκύριακο σε όλες και όλους σας! 




Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΑ....!

    




    Την περασμένη Κυριακή γύρω στις έντεκα το πρωί, νομίζω ότι κατάφερα να την εξασφαλίσω!
Όλα κράτησαν λίγα δευτερόλεπτα αλλά ήταν αρκετά για καταλάβω ότι ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να καταλάβω με ποιο τρόπο κατακτιέται.
    Όπως κάθε Κυριακή τέτοια ώρα έτσι και προχθές, ενώ από την κουζίνα έρχεται μυρωδιά φαγητού που μαγειρεύεται, εγώ κατ απαίτηση των δυο εγγονιών μου έχω βάλει για πολλοστή φορά στο DVD, το φιλμ κινουμένων σχεδίων "Polar Express". Είναι πράγματι μια εξαιρετική ταινία και αξιοθαύμαστη η τεχνολογία με την οποίαν είναι φτιαγμένη.
   Ο μικρότερος εγγονός μου είναι καθισμένος στην μέση του καναπέ μόνος του, έχοντας πασαλειμμένα τα μούτρα  του με ζελέ, και νομίζω ότι εκεί στις άκρες των χειλιών του, βλέπω τρίμματα από τον κρόκο του βραστού αυγού που τους έφερε η γιαγιά τους. Κάθεται λες και είναι σουλτάνος, έχοντας καπαρώσει δυο μαξιλάρια για να ακουμπάει του αγκώνες του και έχει απορροφηθεί από την ταινία την οποίαν έχουμε ήδη δει δυο φορές από την ώρα που ξύπνησαν. Προβλέπεται σύμφωνα με τις .. στατιστικές μου μελέτες να την δούμε τουλάχιστον άλλες τρεις φορές μέχρι το απόγευμα. 
    Ο μεγάλος είναι μισοξαπλώμένος δίπλα μου στο σκαμπό που έχω κοντά στην  πολυθρόνα μου για να απλώνω τα πόδια, και έχει μαζέψει δεκάδες σελίδες από διάφορα παιδικά περιοδικά που έχουν συγκεντρωθεί στο σπίτι. Ξεφυλλίζει. Δεν του αρέσει. Πετάει χάμω. Ξεφυλλίζει, απορρίπτει, πετάει χάμω. Το χαλί εκεί γύρω έχει αλλάξει χρώμα, υφή και σχέδιο, και έχει γεμίσει από Ντόρες, Μπαρνυ, τον Μπομπ τον Μάστορα, τον Μπι Τζέι, το Ζουζούνι, τον Αλαντίν, το Μικρό μου Πόνυ, κ.α.
    Εγώ βέβαια τρέμω στην ιδέα μην αρχίσουν ξαφνικά το τρεχαλητό και πατήσει κάποιο τους σε κάποια από τις σελίδες στο πάτωμα, γλιστρήσει κι έχουμε τράβαλα μετά. Γι αυτό ενώ έχω φέρει την εφημερίδα μου να διαβάσω, όσο είναι αυτά  προσωρινά ήσυχα, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να τους παρακολουθεί μπας και κάνουν καμιά κίνηση και αρχίσουν ξαφνικά να οργώνουν το σπίτι με την παραμικρή αφορμή και αρχίσω κι εγώ το τζόκινγκ! 
    Κάθε τόσο η γυναίκα μου από την κουζίνα φωνάζει:
    «Άκηηη, είναι και οι δυο μαζί σου;»
   «Εδώωω είναι!» απαντάω 
Τα άτιμα, όταν είμαστε όλοι μαζί στο σαλόνι και κάποιος από τους δυο σηκωθεί και πάει σε άλλο δωμάτιο και τον φωνάξουμε, δεν απαντάει παρόλο που ακούει ότι τον φωνάζεις. Οπότε αναγκάζεσαι να σηκωθείς να τον γυρέψεις και τον βρίσκεις να έχει ανοίξει κάποια ντουλάπα τις κουζίνας και να αδειάζει τα πλαστικά μπολάκια στο πάτωμα, να δοκιμάζει την ξηρά τροφή της σκυλίτσας μας, να έχει αρπάξει την ηλεκτρική σκούπα και να προσπαθεί να την τραβήξει προς χολ, ή να έχει ανέβει στα πετάλια του στατικού μου ποδηλάτου γυμναστικής και να κάνει ορθοπεταλιές,- αφού δεν φτάνει να ανέβει στην σέλα - έχοντας μάλιστα ανεβάσει και την κλίση ανηφόρας στο δέκα. Την ανώτατη!
    Τώρα λοιπόν είμαστε οι τρεις μας στο σαλόνι. Το Πολικό Εξπρές τρέχει προς τον Βόρειο Πόλο να συναντήσει τον Άγιο Βασίλη, ο μικρός πασάς στον καναπέ με τα χείλη κατακόκκινα από το ζελέ και ο μεγάλος δίπλα μου μισοξαπλωμένος μπρούμυτα στο σκαμπό να ξεδιαλέγει.... σχίζοντας σελίδες από τα περιοδικά.
 Κάποια στιγμή τον άκουσα να μουρμουρίζει τραγουδιστά και επαναλαμβανόμενα: «Ο παπάς ο παχύς έφαγε μμμ.... φακή. Ο παπάς ο παχύς έφαγε μμμ φακή!» 
Ξανά και ξανά και ξανά. Προφανώς τους το έμαθαν στον βρεφονηπιακό σταθμό.
Είπα λοιπόν να του μάθω εγώ ένα γλωσσοδέτη και του λέω:
    «Έκτορα, για πες : Άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ τον ήλιο ξεξασπρότερη!»
Μόλις τέλειωσα την φράση η ατμόσφαιρα άλλαξε λες και είπα κάτι το φοβερό. Σαν να έπεσε η θερμοκρασία στο δωμάτιο. 
    Ο μικρός με το ξεραμένο ζελέ κολλημένο στο στόμα του, άφησε το τρένο με τα παιδάκια μέσα να χάνεται στα χιόνια του πόλου και γύρισε να με κοιτάξει.
Ο μεγάλος ενώ τραβούσε από τον σωρό των περιοδικών μια ακόμη σχισμένη σελίδα από κάποιο κόμικς, διέκοψε την κίνηση του, έμεινε για λίγο ακίνητος και αργά, αλλά πολύ αργά, από την μισοξαπλωμένη στάση του, στάθηκε όρθιος, με κοίταξε καλά-καλά κατάματα, ύστερα περιέφερε το βλέμμα του σε όλο μου το σώμα, σαν να με έλεγχε, ξανακάρφωσε τα μάτια του στα μάτια μου, και είπε μου με μια απίστευτη σοβαρότητα:
   «Δεν είμαι παππούς εγώ, με γυαλιά, άσπρα γένια, λίγα μαλλιά και μπλε ζακέτα για να λέω τέτοια!»
Μόλις τέλειωσε όλα ξαναγύρισαν στην προτέρα κατάσταση. 
Το τρένο νομίζω έφτασε στον Βόρειο Πόλο, ο μικρός σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στην κουζίνα μονολογώντας: «Γιαγιά νεϊό (νερό), γιαγιά νεϊό..» 
Ο μεγάλος βρήκε μερικές σελίδες από τον διαλυμένο Αλαντίν και κοίταζε τις εικόνες.
Εγώ έμεινα όμως έμεινα άφωνος εκεί στην πολυθρόνα μου. 
Όχι για την περιγραφή του παιδιού! Δεν έδωσα καμιά σημασία εκεί. Κακώς ίσως...
Όμως ξαφνικά μου γεννήθηκε μια τρομερή σκέψη! 
Ή μάλλον μου δημιουργήθηκε μια βεβαιότητα:
Εγώ δεν θα πέθαινα ποτέ! 
  Πως είναι δυνατόν να πεθάνω όταν αύριο, ένα παιδί, ένας έφηβος, ένας νεαρός άνδρας, ένας μεσήλικας οικογενειάρχης, ένας ηλικιωμένος κύριος, θα θυμάται εκείνον τον παππού με τα γυαλιά, τα άσπρα γένια, τα λίγα μαλλιά και  την μπλε ζακέτα;
Τελικά τι είναι η αθανασία; 
Απλούστατα είναι η εικόνα της ύπαρξης μας που έχει δημιουργηθεί, και έχει κατακαθίσει, στην μνήμη όσων αγάπησες και σε αγάπησαν. 
    Τι κάνει λοιπόν κάποιος που ανακάλυψε ότι εξασφάλισε την αθανασία;
Ανοίγει σαμπάνιες; Αρχίζει τα γλέντια και τους χορούς; Βγαίνει στο μπαλκόνι και βγάζει λόγους;
Μπα! Απλώς χαμογελάει και ίσως μουρμουρίζει:
    «Ας το μοιραστώ αυτό με τους φίλους μου. Κι αυτοί αθάνατοι θα είναι!» 


    




    

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

ΚΑΙ ΣΚΑΣΑΜΕ ΣΤΑ ΓΕΛΙΑ...

    Πολλές φορές στη ζωή μου, έχω νιώσει να φεύγω  από κάπου, να πηγαίνω μακριά, σε τόπους άγνωστους, εχθρικούς, γκρίζους υγρούς χωρίς τον ήλιο να ρίχνει το ζωντανό του φως και να ζεσταίνει το κορμί και την ψυχή. Εκεί που τα βλέμματα κενά από έκφραση κοιτούν, χωρίς να με βλέπουν. Χείλη σφιγμένα πνίγουν κάποιο χαμόγελο  που θα ήθελε να ανθίσει.
    Εκεί όπου ακούς λόγια κούφια χωρίς βάρος. Λόγια που προφέρονται για να γεμίσει το κενό που γεννάει η έλλειψη ανθρωπιάς. Η έλλειψη επαφής. Η απουσία μυρωδιάς της ζωής.
    Και όλες τούτες τις φορές δεν είχα αλλάξει τόπο, δε είχα μετακινηθεί. Ήμουν εκεί που πριν λίγο ίσως χαμογελούσα χαρούμενος. Εκεί που λίγο νωρίτερα σφύριζα έναν εύθυμο σκοπό τακτοποιώντας τα χαρτιά μου. 
  Εκεί που πάλευα στο χαλί με τα δυο μου εγγόνια, παριστάνοντας τον ηττημένο και ακούγοντάς  τα να γελούν χαρούμενα που ο παππούς "παραδίνεται". Εκεί που έκανα μερικές ασκήσεις για ρίξω κανένα περιττό κιλό. 
Βρισκόμουν στο ίδιο μέρος κι όμως ταξίδευα σε κείνη την χώρα με τα γυμνά χωρίς φύλλα δέντρα, με την υγρασία να τρυπάει τα κόκαλα, με τον παγωμένο αέρα να κόβει την ανάσα.

Όχι φίλες και φίλοι μου δεν έπεσα σε κατάθλιψη, δεν έχω παραισθήσεις,  δεν  με έπιασε μελαγχολία. Όχι!
Απλώς ο φίλος μου και ελπίζω και δικός σας φίλος ο Χριστόφορος-Κωνσταντίνος  Παπαχαραλάμπους ήθελε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Ήθελε αυτός ο εξηνταοχτάχρονος ...νεαρός να δει τον χρόνο του και τον χώρο του. Και για να το πετύχει αυτό χρειάστηκε την παρέα του ίδιου του εαυτού του. Έπρεπε όμως να τον βρει αυτόν τον αλήτη τον εαυτό. Και ξέρετε.. οι "εαυτοί" ξέρουν να κρύβονται καλά. Την πάτησε όμως ο δικός μου. Τον ξετρύπωσα από κει που ήταν χωμένος και τον έβαλα να απέναντι μου να παίξουμε και μόλις τον αντίκρισα και με  αντίκρισε... σκάσαμε κι οι δυο στα γέλια....
Κι επέστρεψα... για να αρχίσω το ξανά το ταξίδι μου στην Αφρική της δεκαετίας του πενήντα. 
Εκεί που είναι και θα είναι ο αληθινός και παντοτινός μου εαυτός!
Ο εαυτός μου που με επιπλήττει  καλοκαιριάτικα 
Και πάλι απ εδώ θα ήθελα να σας ευχαριστήσω όλες και όλους θερμά για τις ευχές και το ενδιαφέρον  σας. Σε λίγο θα έρχομαι να σας βρίσκω για να με κερνάτε ότι καλό σας βρίσκεται.

Υ.Γ Παρατήρησα ότι ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει στον blogger. Μήπως κάνω λάθος; Θα εξοικειωθώ όμως. 

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΙ.
  NA ΕΧΕΤΕ ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ, ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ  
ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΦΥΛΑΞΟΥΜΕ.
ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ.....





Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ !

     Η βραδιά προμηνύεται, ενδιαφέρουσα. Ο χώρος είναι όμορφα διακοσμημένος χωρίς υπερβολικές φιοριτούρες, η μουσική απαλή σε μια ένταση που σου επιτρέπει να ακούς τους συνομιλητές σου, οι καλεσμένοι ντυμένοι κομψά αλλά όχι εξεζητημένα και η ατμόσφαιρα γενικά σε προδιαθέτει θετικά. 
    Στέκομαι με ένα ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι στο χέρι, ανάμεσα σε μια παρέα από πέντε- έξη άτομα γυναίκες κι άνδρες και σχολιάζουμε την επικαιρότητα. Ακούω ενδιαφέρουσες απόψεις, λέω κι εγώ τις δικές μου και η ώρα περνάει ευχάριστα μέχρι να σερβιριστεί το δείπνο. 
    Κάποια στιγμή πλησιάζει ένας καλοντυμένος κύριος όλος χαμόγελα και άνεση. Χαιρετάει εγκάρδια όλους τους άλλους.  Φαίνεται ότι ο μόνος που δεν τον γνωρίζει από την παρέα είμαι εγώ. Με κοιτάζει, τον κοιτάζω και αποφασίζω να αυτοσυστηθώ. Απλώνω το χέρι μου και λέω χαμογελώντας:
    «Παπαχαραλάμπους!»
Ευγενέστατος κι ο άλλος μου σφίγγει το χέρι:
    «Λεοντιάδης! Χαίρω πολύ κύριε Παπαχαραλάμπους.» Μετά σηκώνει τα μάτια ψηλά λες και  μελετάει το ταβάνι και λέει σχεδόν μουμουρίζοντας: «Παπαχαραλάμπους, Παπαχαραλάμπους, χμμμ.  Δε μου λέτε κύριε Παπαχαραλάμπους η καταγωγή σας;»
Η μοιραία ερώτηση!!! 
Η ερώτηση στην οποία δεν μπορώ να απαντήσω. 
Αλήθεια ποια είναι η καταγωγή μου
    Σήμερα λοιπόν αποφάσισα να προσπαθήσω εγώ ο ίδιος να δώσω την απάντηση. Αν υπάρχει απάντηση βέβαια. 
Πρέπει να πάω πίσω στον χρόνο να δω πως τα κατάφεραν οι πρόγονοί μου και σήμερα εγώ ο Χριστόφορος - Κωνσταντίνος Παπαχαραλάμπους -σύμφωνα με την αστυνομική μου ταυτότητα- να μη μπορώ να απαντήσω σε μια απλή, απλούστατη ερώτηση: «Ποια είναι η καταγωγή σας;»     


     Σε ένα μικρό χωριό της Κρήτης εκεί κοντά στο Ρέθυμνο είναι ένα χωριό που λέγεται Κούφη. Λίγοι το ξέρουν ακόμη και σήμερα. 
Το καλοκαίρι του 1900 μια παρέα πέντε νεαρών με ανήσυχο πνεύμα που δεν τους  ικανοποιούσε η μίζερη ζωή στο χωριό αποφάσισε να πάρει το καράβι και να ξενιτευτεί.  Η πιο κοντινή χώρα ήταν η Αίγυπτος. Στην Αλεξάνδρεια είχε πολλούς Έλληνες και αρκετούς Κρητικούς. 
Έτσι το καλοκαίρι του 1900 βρέθηκε στην Αίγυπτο ο Γιάννης Κανακάκης. 


    Το  1910 ο νεαρός Χρήστος Παπαχαραλάμπους που ήταν λίγο πάνω από είκοσι ετών ξεκίνησε από το χωριό Λουβαράς  της Κύπρου και πήρε ένα καράβι από την Λεμεσό,  για την Αίγυπτο  μαζί με δεκατέσσερις  συνομήλικους του νεαρούς Κύπριους.
Προορισμός τους η Αλεξάνδρεια λόγω της μεγάλης και ανθηρής Ελληνο-κυπριακής παροικίας.
Στην Αλεξάνδρεια λοιπόν οι νεαροί Κύπριοι βρήκαν διάφορες δουλειές σε συγγενείς τους ή σε άλλους Έλληνες και Κύπριους επιχειρηματίες. 


   Και οι δυο νεαροί που  προανέφερα δεν έμειναν πολύ στην Αίγυπτο. Μια έντονη φήμη ότι υπήρχε άφθονο καουτσούκ πιο νότια που σε μια χώρα που εκείνα τα χρόνια λεγόταν Αβησσυνία (Αιθιοπία σήμερα) τους ξεσήκωσε και τους οδήγησε στην ορεινή αυτή χώρα που βρίσκεται στο λεγόμενος κέρας της Αφρικής.
    Το εμπόριο του καουτσούκ βρισκόταν στην άνθηση του μιας και είχε αρχίσει τότε στις ΗΠΑ η βιομηχανική παραγωγή των αυτοκινήτων  να ζητάει το υλικό αυτό για τους τροχούς των πρώτων αυτοκινήτων.
    Σε διαφορετικούς χρόνους λοιπόν  ο καθένας τους αποφάσισε να αποτολμήσει το επικίνδυνο για κείνη την εποχή ταξίδι.
    Τις δυσκολίες ενός τέτοιου ταξιδιού τότε είναι αδύνατον να τις φανταστεί κανείς σήμερα. Έπρεπε να διασχίσουν με πιρόγες παραπόταμους του Νείλου, ανάμεσα σε κροκόδειλους,  να περάσουν μέσα από πυκνά παρθένα ακόμη τότε δάση, να αρρωστήσουν από ελονοσία οι περισσότεροι, να κινδυνεύσουν από άγριες φυλές που ζούσαν στα σύνορα με το Σουδάν και είχαν το έθιμο να κόβουν του όρχεις όσων έπιαναν να διέρχονται από τις περιοχές τους, να έρχονται αντιμέτωποι με άγρια θηρία, δηλητηριώδη ερπετά και έντομα που το τσίμπημά τους μπορούσε να προκαλέσει φοβερές ασθένειες ή και τον θάνατο ακόμη.


Χάρτης της Αιθιοπίας σήμερα
   Τελικά όταν έφτασαν στην Αβησσυνία, χώρα που αποτελείται από υψίπεδα που χάνονται στα σύννεφα, ποτάμια και μεγάλες λίμνες, την μοναδική χώρα της Αφρικής που ο Χριστιανισμός ήταν η επίσημη θρησκεία, ανακάλυψαν ότι δεν υπήρχε ίχνος καουτσούκ!  
Υπήρχε όμως καφές. Η Αβησσυνία (Αιθιοπία) είναι η πατρίδα του καφέ. 


Για χάρη του καφέ ο Κύπριος Χρήστος Παπαχαραλάμπους αποφάσισε να μείνει στην Δυτική Αβησσυνία όπου ευδοκιμούσαν τα καφεόδεντρα και ασχολήθηκε με το εμπόριο του καφέ. 
Εκεί ο νεαρός Χρήστος γνώρισε μια πανέμορφη ψηλή αριστοκρατική Αιθιοπίδα με υπέροχα μάτια  και την ερωτεύτηκε παράφορα. Την έλεγαν Τσαχάϊτου. Δεν μεταφράζεται το όνομα. Θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στα Ελληνικά κατά προσέγγιση ως : Ηλιάνθη.
Ο Χρήστος Παπαχαραλάμπους  παντρεύτηκε  την Τσαχάϊτου και έκαναν επτά παιδιά. Ένα από αυτά -ο δευτερότοκος- ήταν ο πατέρας μου.
Άρα εδώ έχουμε και λέμε: Από την μεριά του πατέρα μου
Παππούς  μου Κύπριος
Γιαγιά μου  Αιθιοπίδα.


Ο Κρητικός Γιάννης Κανακάκης θέλησε να πάει στην Ανατολική Αβησσυνία όπου το κλίμα ήταν πιο ζεστό και γιατί μια Γαλλική εταιρεία είχε αναλάβει να κατασκευάσει την σιδηροδρομική γραμμή που θα ένωνε την τότε Γαλλική Σομαλία (Τζιμπουτί) με την Αιθιοπία. 
Έτσι κυριολεκτικά μέσα στην έρημο σιγά σιγά γεννήθηκε μια πανέμορφη κηπούπολη.  Η Dire Dawa. 
    Δεν είναι γνωστά πολλά για την δράση του Κανακάκη. Πάντως κάποια στιγμή εκεί γύρω στο 1905 μπήκε στη ζωή του μια γυναίκα που κανείς δεν θυμάται το όνομά της. Το μόνο που που θυμούνται όσους ρωτάω είναι ότι ήταν μια μιγάς Πορτογαλίδα- Αιθιοπίδα
Με την γυναίκα αυτή ο Γιάννης Κανακάκης έκανε δυο κόρες: Την Αικατερίνη και την Καλυψώ. Τα δυο κορίτσια δεν γνώρισαν ποτέ την μητέρα τους. Δεν ξέρω γιατί. 
Η Καλυψώ Κανακάκη ήταν η μητέρα της μάνας μου. Η γιαγιά μου δηλαδή.
Άρα εδώ έχουμε και λέμε: Απο την μεριά της μητέρας μου:
Προπάππους μου Κρητικός
Προγιαγιά μου Πορτογαλίδα-Αιθιοπίδα.


Ο Γιάννης Κανακάκης κάποια στιγμή εγκατέλειψε την οικογένεια του στην Αφρική και γύρισε στην Κρήτη, όπου έφτιαξε μια νέα οικογένεια, για την οποία μιλάω στο: «Αναζητώντας το Αρωμα των Θεών».
Στη συνέχεια έφυγε και από την Κρήτη και έκτοτε κανείς δεν γνωρίζει που κατέληξε. Ίσως να έκανε και άλλη οικογένεια... ας πούμε στην Αμερική!!


    Η γιαγιά μου η Καλυψώ η κόρη του Γιάννη Κανακάκη μεγάλωσε υιοθετημένη από μια οικογένεια Ηπειρωτών. Αυτοί οι άνθρωποι έγιναν οι πραγματικοί γονείς της.
Η Dire Dawa όπου ζούσαν τότε οι γιαγιά μου και οι θετοί της γονείς έβριθε από ανθρώπους κάθε φυλής μιας και η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής ήταν ένα τεράστιο έργο. 
    Ένας Γάλλος έμπορος κρασιών την ερωτεύτηκε, την ζήτησε σε γάμο και παντρεύτηκαν σε καθολική εκκλησία. Ο Γάλλος έμπορος που λεγόταν August Bremond και η γιαγιά μου η Καλυψώ έκαναν δυο κορίτσια: Την Άννα-Μαρία και την Ελένη.
Η Άννα-Μαρία είναι η μητέρα μου.
Ο Μπρεμόν πέθανε όταν η μητέρα μου ήταν μόλις εννιά ετών. 
Αρα εδώ έχουμε από την μεριά της μητέρας μου:
Η μητέρα της: Κρητικο -Πορτογαλο- Αιθιοπίδα
Πατέρας : Γάλλος (Μόνο. Πάλι καλά!)


    Το 1942 ο όμορφος μελαχροινός νεαρός Ηλίας Παπαχαραλάμπους γιός της Τσαχαϊτού και του Χρήστου  ήρθε στην Ντίρε Ντάουα για δουλειές και βλέποντας, την στην κυριολεξία καλλονή, Άννα- Μαρία Μπρεμόν, κόρη της Καλυψώς Κανακάκη και του Αύγουστου Μπρεμόν, την ερωτεύθηκε τρελά και σε λίγο την οδήγησε στον Ελληνορθόδοξο ναό της Ντίρε Ντάουα και την έκανε γυναίκα του. Το 1944 γεννήθηκα εγώ λίγο αργότερα ο αδελφός μου και αρκετά χρόνια μετά η μικρή μου αδελφή. 
    Στις φλέβες λοιπόν αυτού που έγραψε τούτες τις γραμμές τώρα, Κύπριοι, Κρητικοί, Πορτογάλοι,  Αιθίοπες και Γάλλοι έχουν αφήσει τα ίχνη τους.


    Πείτε μου λοιπόν αν έχετε τον Θεό σας, πως μπορώ να απαντήσω στην απλή, απλούστατη ερώτηση: 
«Η καταγωγή σας κύριε Παπαχαραλάμπους;»


























    




    

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

ΜΠΑΜΠΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΡΕΞΩ ΣΑ ΝΙΚΗΤΗΣ!

  
     Ένα ζεστό απομεσήμερο εκεί στα μέσα του Αυγούστου του 2011, κάναμε μια βόλτα οικογενειακώς στα πανέμορφα γραφικά  δρομάκια της Παλιάς Καρδαμύλης. Το σκηνικό γύρω ήταν υπέροχο. Τα παλιά πέτρινα Μανιάτικα σπίτια ορθώνονταν γύρω μας ανάμεσα σε πανάρχαια ελαιόδεντρα και περήφανα κυπαρίσσια με την θάλασσα πιο πέρα να προβάλει χρωματισμένη από τις ύστατες ακτίνες ενός ήλιου που αποχαιρετούσε.

Η Παλιά Καρδαμύλη




   Έβλεπα μπροστά την μεγάλη  μου κόρη να έχει πάρει αγκαλιά τον μικρότερο μου εγγονό  που είχε κουραστεί από το περπάτημα, αλλά δεν είχε κουραστεί να κάνει συνεχώς ερωτήσεις στην μητέρα του. Μα συνεχώς. Γλώσσα δεν έβαζε μέσα. Έχει και δική του διάλεκτο. Χρειάζεσαι διερμηνέα για να συνεννοηθείς μαζί του!  Η μικρότερη μου κόρη πιο πέρα πήγαινε παρέα με  την γυναίκα μου και τραβούσε συνεχώς φωτογραφίες. Και πως να μη τραβάει όταν έβλεπε κάτι σαν το παρακάτω.

Η θάλασσα όπως φαίνεται από την Παλιά Καρδαμύλη



   Ο γαμπρός μου κι εγώ βαδίζαμε παρέα έχοντας ανάμεσά μας τον μεγαλύτερο εγγονό μου  που είχε κλείσει τα τρία του χρόνια μόλις πριν από ένα μήνα.
Τα δρομάκια ήταν κακοτράχαλα και το παιδί το κρατούσε ο μπαμπάς του από το χέρι. Κουβεντιάζαμε για έναν μανιάτικο Πύργο που μόλις είχαμε επισκεφτεί και  σχολιάζαμε το παράξενο σχήμα του καμπαναριού του ναού. 

Προσέξτε το ασυνήθιστο σχήμα του καμπαναριού του ναού
    Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα κομμάτι της πορείας, όπου κάποιος είχε ρίξει λίγη άσφαλτο και έτσι το σημείο εκεί ήταν αρκετά ομαλό, αλλά και λίγο ανηφορικό, οπότε ο γαμπρός μου λέει στον εγγονό μου:
    «Έλα τώρα  τρέξε λιγάκι!»
Και τότε ο μικρός σηκώνει το κεφαλάκι του μας κοιτάει διαδοχικά και απευθυνόμενος στον πατέρα του λέει:
    «Μπαμπά, δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!»
Από κείνη την στιγμή η φράση του τρίχρονου παιδιού με στοίχειωσε. Δε μπορούσα να την βγάλω από το νου μου.
  «Μπαμπά δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!»
Σαν επίμονη μέλισσα στριφογύριζε στο μυαλό μου. Δε μπορούσα να την διώξω, ούτε να την κοιμίσω, ούτε και την διατάξω να σταθεί κάπου να μην την βλέπω ή έστω να μη την ακούω συνεχώς.
    Στο ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα, ευτυχώς που οδήγησε η γυναίκα μου γιατί με τούτη την φράση καρφωμένη στο νου μου πολύ φοβούμαι ότι δεν θα ήμουνα και ο καταλληλότερος οδηγός.
    «Μπαμπά δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!»
Τότε, ίσως για πρώτη φορά στα εξήντα επτά μου χρόνια, αναρωτήθηκα:
«Τι σημαίνει νικητής;»
Όσο και να έψαξα βαθιά μέσα μου, όσο και να βασάνισα το μυαλό μου δε μπόρεσα να βρω τι ακριβώς σημαίνει ΝΙΚΗΤΗΣ!
Όχι δεν θέλησα να ανατρέξω στα λεξικά και τα ετυμολογικά βοηθήματα για βρω την ερμηνεία. Όχι!  Μέσα μου ήθελα να βρω τι σημαίνει. Πως την ένιωθα!
    Το παιδί έθεσε το πρόβλημα στον ηλικιωμένο!
Το παιδί ακόμη δεν έχει αρχίσει να διανύει το δρόμο της ζωής του. Ο ηλικιωμένος, εγώ δηλαδή έχω διανύσει μεγάλο μέρος του δρόμου αυτού και για πρώτη φορά αναρωτιέμαι ποια είναι η νίκη; Ποιος είναι ο νικητής;
    Σύμφωνοί σε έναν αγώνα δρόμου  νικητής είναι εκείνος που θα κόψει πρώτος το νήμα. Αλήθεια όμως γιατί είναι αυτός ο νικητής; Οι άλλοι που έτρεξαν μαζί του γιατί δεν είναι; Εντάξει αυτός έτρεξε πιο γρήγορα γιατί ίσως έχει καλύτερο μυικό σύστημα, μεγαλύτερους πνεύμονες,  ήταν πιθανώς εξαιρετικά προπονημένος, μπορεί και η διατροφή του να ήταν η κατάλληλη τους ξεπέρασε λοιπόν όλους και γεμάτος χαρά και καμάρι με το στήθος φουσκωμένο έκοψε το νήμα. Πήρε το μετάλλιο. Μπράβο του!
Είναι ο νικητής!  Είναι ο νικητής;
«Μπαμπά δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!» είχε πει ο εγγονός μου.
Αυτήν την νίκη εννοούσε το παιδί; Ίσως! Ίσως;
Εγώ όμως γιατί δεν μπορώ να ησυχάσω; Γιατί με τρώει να βρω τι ακριβώς σημαίνει νικητής;
   Τώρα βέβαια που κάθομαι και γράφω δυσκολεύουν τα πράγματα γιατί το θέμα, φαίνεται ότι δεν είναι μόνο τι σημαίνει νικητής αλλά και τι, ποιόν, ποιους και πως νικάει ένας νικητής. Και κοιτάξτε, δεν τον συγχέω με τον κατακτητή. Εγώ δεν μιλάω για σφαγές, βομβαρδισμούς, επιθέσεις για την κατάληψη χώρας ή πόλης. Δε μιλάω για Μεγάλους Αλεξάνδρους για Ιούλιους Καίσαρες, για Μεγάλους Κωνσταντίνους, για Αττίλες, για Μεγάλους Ναπολέοντες και κλπ.  Για μένα ο κατακτητής δεν είναι ΝΙΚΗΤΗΣ. Μπορεί μάλιστα ο κατακτημένος να είναι ο ΝΙΚΗΤΗΣ!
Οπότε φαίνεται, ότι ο τρίχρονος εγγονός μου έθεσε ένα βασικό ερώτημα με την φράση του:
 «Μπαμπά δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!»
    Κάθομαι τώρα και αναρωτιέμαι: «Έχω δει ποτέ στη ζωή μου έναν νικητή; Έχω;»
Ειλικρινά σας λέω ότι δεν έχω ιδέα. Αν ξεκινήσω από τον εαυτό μου ίσως υπάρχουν στις αναμνήσεις μου στιγμές που ένιωσα πως νίκησα. Σύμφωνοι! Αλλά ποιόν νίκησα; Τι νίκησα; Ποιος μου έδωσε τον χαρακτηρισμό του νικητή;
Είναι αλήθεια άραγε ότι εκεί όπου υπάρχει ένας νικητής υπάρχει ένας ηττημένος; Είναι; Και ποιος είναι αυτός που καθορίζει τους κανόνες; 
Μήπως το νήμα κάποιου τερματισμού; Η μπάρα ενός ύψους; Το ρολόι που μετράει την ταχύτητα; Ο διαιτητής; Τα πιο πολλά γκολ; Οι θεατές; 
Τώρα που λέτε καθώς ξεδιπλώνω αυτές μου  τις σκέψεις,  μου γεννιέται η έντονη παρόρμηση να παρατήσω τούτο το κείμενο εδώ γιατί φοβάμαι ότι δε θα με βγάλει πουθενά. Αφού λέω μέσα μου: «Τι διάολο ήθελες και το ξεκίνησες;» 
Όμως αλήθεια σας λέω, δε φταίω εγώ. Ο εγγονός μου φταίει. Και είναι μόνο τριών.
Αλλά όμως ρε παιδιά μήπως  αυτή η Σκέψη και μόνο για εγκατάλειψη του γραπτού αυτού θα είναι Ο ΝΙΚΗΤΗΣ;  
Ναι αλλά την σκέψη για την εγκατάλειψη εγώ την έκανα. Δηλαδή εγώ νίκησα εμένα;
Παραλογίζομαι; Που να ξέρω!  
    Πάντως είναι ξεκάθαρο. Εκείνη την  στιγμή που σκέφτηκα να τα παρατήσω  είχα ηττηθεί. Νικητής ήταν ο Εαυτός μου! Εκείνος που πολλές, πάρα πολλές φορές στη ζωή μου, μου είχε ξαναπεί:
«Άντε παράτα τα!»  και τον άκουσα! Αυτός, γιατί νίκησε την επιθυμία μου να συνεχίσω να καταγράφω τις σκέψεις μου.
    Όμως.......την ίδια  στιγμή ένιωσα την άκρη ενός νήματος να μου γαργαλάει σαν σκουλήκι τη σκέψη.
    «Μπαμπά δε μπορώ να τρέξω σα νικητής!» είχε πει προχθές ο εγγονός μου.
"Καλά ρε φίλε", λέω τώρα απευθυνόμενος φωναχτά στον εαυτό μου, "όλοι αυτοί που κάθισαν και δούλεψαν σκληρά βάζοντάς τα με σκληροτράχηλα μικρόβια, βακτηρίδια, ιούς, επιδημίες, αρρώστιες, που αποδεκάτιζαν παλιά τους ανθρώπους, και τα νίκησαν δεν είναι νικητές αυτοί; Ή όλοι αυτοί που μας δίδαξαν στο διάβα των αιώνων, τόσα και τόσα -ας μην αναφερθώ σε πρόσωπα, δεν έχει σημασία - αυτοί δεν είναι νικητές;
    Να σου πω! Ειλικρινά δεν ξέρω! 
Μα καλά! Το να νικάς δεν σημαίνει ότι είσαι και νικητής;
Νομίζω πως όχι. Και δεν το λέω δογματικά!   
    Απλώς πιστεύω ότι εκείνος ο μυστήριος τύπος που κρύβεται μέσα στις απότομες και μπερδεμένες στροφές του εγκεφάλου μας, δεν σε αποδέχεται ποτέ σαν νικητή, γιατί είναι άπληστος, αχόρταγος και σε σπρώχνει συνέχεια ζητώντας σου να κόψεις κι άλλα νήματα, να πηδήξεις κι άλλα ύψη, να τρέξεις ακόμη πιο γρήγορα, να προχωρήσεις στην εξάλειψη και άλλης ασθένειας, να γράψεις κι άλλα αριστουργήματα, να πεις κι άλλες σοφές κουβέντες και όλα αυτά  ξανά και ξανά κι έτσι δεν στέκεσαι να ανασάνεις την μυρωδιά του ΝΙΚΗΤΗ. Αλλά και πάλι αν το καλοσκεφτώ με τόσους και τόσους που ονομάσαμε ΝΙΚΗΤΕΣ  εμείς οι υπόλοιποι που σερνόμαστε εδώ πάνω στην νερο-χωμάτινη μπίλια αυτή, χωρίς τίτλους, μετάλλια,  βραβεία, ύμνους, επαίνους, βιογραφίες κλπ, τι είμαστε άραγε, μέχρι να πάμε να γίνουμε ένα με την μπίλια; ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ;
ΟΧΙ!!! 
Και θα το πω - αν προλάβω - και στον εγγονό μου. Είμαι τώρα απολύτως πεπεισμένος ότι ο κάθε άνθρωπος καθημερινά τον μόνο αγώνα που δίνει ή πρέπει να δίνει είναι ο σκληρός, ο ανελέητος αγώνας εναντίον του εαυτού του. 
Αν όσα γράφω τώρα, έρθει η ώρα να τα διαβάσει ο εγγονός μου θα ήθελα να του πω:
    «Κοίτα νεαρέ μου απόγονε» - θα είναι ωραίος νεαρός τότε -  «να βρίσκεις την δύναμη να  πηγαίνεις ενάντια στον εαυτό σου, που δεν θα σε αφήνει, να νιώσεις ΝΙΚΗΤΗΣ. Αγνόησέ τον, γέλασε του κατάμουτρα, βγάλε του την γλώσσα, γύρισε του την πλάτη, βρίσε τον, φίμωσε τον, φυλάκισε τον στην ανάγκη, αλλά  νιώσε ΝΙΚΗΤΗΣ, αμέσως μόλις ολοκληρώσεις κάτι που ξεκίνησεςΜην τον αφήσεις να σε παρασύρει σε άλλους αγώνες, και σε άλλους και σε άλλους με τον  ύπουλο του τρόπο, μόνο και μόνο για να μη ζήσεις το συναίσθημα του ΝΙΚΗΤΗ.»
    Όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι ένα παραλήρημα ηλικιωμένου άνδρα που όμως ξανάνιωσε ξαφνικά από την φράση του τρίχρονου εγγονού του: «Μπαμπά  δε μπορώ να τρέξω σαν νικητής», που είχε πει στο δρομάκι εκεί στην Παλιά Καρδαμύλη.
    «Εγώ ο παππούς σου νεαρέ μου έτρεξα σήμερα  μέσα στο κείμενο αυτό σαν ΝΙΚΗΤΗΣ γιατί το έφτασα σε ένα τέλος χάρις σε σένα που με έβαλες να κάτσω και να σκεφτώ. Σου το αφιερώνω για όση αξία κι αν έχει.» 

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011