Με
λένε Χάρη και όσα γράφω παρακάτω απηχούν τις απόψεις μου και μόνο. Αν φανούν
παράλογες δεν με απασχολεί γιατί έτσι κι αλλιώς θα τις έγραφα ότι και να σκεφτούν
όσοι τις διαβάσουν τώρα ή ….σε μερικούς αιώνες.
Δεν μπόρεσα
ποτέ να καταλάβω γιατί την μέρα που γεννιέσαι, όλοι, σου εύχονται το καλώς όρισες,
με χαρές, γέλια, γλέντια, χορούς και ντουφεκιές στον αέρα -σε μερικά μέρη- αντί
να κλαίνε που άρχισες κι εσύ τον μεγάλο Μαραθώνιο για το τέλος.
Μου
λένε πως όταν εγώ ο Χάρης γεννήθηκα έγινε χαλασμός από τα τραγούδια τους
ξέφρενους χορούς και τα πανηγύρια. Ο πατέρας μου, θυμούνται, μοίραζε
χαρτονομίσματα εδώ κι εκεί και δεν ήταν κανένας πλούσιος. Αγρότης ήταν. Ο
παππούς μου κερνούσε σαμπάνιες που δεν ήξερε πως τις ανοίγουν. Οι μπαρμπάδες μου καπνίζανε πούρα και βήχανε
σαν φυματικοί.
Η μάνα μου αν
και ταλαιπωρημένη από τους πόνους της γέννας, δεχόταν επισκέψεις λες και ήταν η
μεγάλη βασίλισσα. Κι εγώ σε ένα μικρό κρεβατάκι τσίριζα. Όλοι λένε πως τσίριζα
νύχτα μέρα γιατί ήμουν φαγάς κι όλο πεινούσα. Με θήλαζε η μητέρα μου αλλά εμένα
δε μου ’φτανε το γάλα της. Έτσι λένε.
Άλλοι λένε πως
είχα κάτι κολικούς των εντέρων και αυτοί μου προκαλούσαν οξείς πόνους. Μερικοί
λένε πως τα μωρά μόλις γεννιούνται νοσταλγούν – ας πούμε – την ησυχία την
ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας απ’ όπου βγήκαν και ενοχλούνται, άμα τους χαλάσεις
την βολή τους εκεί μέσα. Αυτό μπορεί να έχει βάση. Μου μοιάζει λογικό.
Δεν
είναι όμως αυτό που με απασχολεί τώρα. Εντάξει καταλαβαίνω πως όλα τα είδη που
υπάρχουν εδώ στο πλανήτη τούτο πρέπει να αναπαράγονται για να μη χαθεί η γενιά
τους. Σύμφωνοι. Δεν ξέρω σε ποιόν το λέω αυτό το «σύμφωνοι», αλλά σε όποιον και
να το λέω, θέλω να πω ότι καταλαβαίνω πως έτσι έχουν τα πράγματα.
Όμως τονίζω και πάλι πως δεν
είναι αυτό το πρόβλημά μου.
Ρωτάω! Μήπως
τα δάκρυα του μωρού για τα οποία όλοι έχουν διάφορες βάσιμες ίσως εξηγήσεις,
μήπως λέω, τα πρώτα δάκρυα που χύνουμε μόλις ερχόμαστε στο φως του κόσμου
τούτου, δεν είναι παρά τα δάκρυα που δεν
τρέχουν από τα κλειστά μας μάτια την στιγμή που επιστρέφουμε χωρίς πνοή
πια, στην κοιλιά της γης που πατούμε,
στην κοιλιά της μεγάλης μας μάνας;
Θα ρωτήσουν πολλοί και δικαίως:
«Γιατί ρε φίλε τα λες αυτά; Δάκρυα ο νεκρός;»
Στην ερώτηση αυτή δεν μπορώ
φυσικά να απαντήσω με βεβαιότητα αλλά εικάζω πως τα δάκρυα αυτά – αν υπάρχουν
φυσικά – θα είναι δάκρυα χαράς και λύτρωσης, γιατί επιτέλους οδηγούμαστε στον
βασικό μας προορισμό, που είναι η ένωση μας με την αληθινή πηγή της ύπαρξής
μας, την μάνα μας την Γη. Λίγο κλισέ αυτό αλλά δεν αληθεύει;
Τώρα
είναι μου ‘ρχεται να διερωτηθώ, για ποιό λόγο τούτη τη στιγμή κάθομαι και γράφω
αναλογιζόμενος τα παραπάνω;
Ξέρετε; Υπάρχουν συγκυρίες που σε
ωθούν σε τέτοιες σκέψεις. Προ ημερών βρισκόμουν σε μια κηδεία ενός παλιού μου
συνεργάτη που είχα χρόνια να δω. Είχα σχεδόν ξεχάσει και πως ήταν η φάτσα του. Όμως
αναγκάστηκα για κοινωνικούς και μόνο λόγους
να πάω.
Παρακολούθησα την τελετή μάλλον αδιάφορα.
Οι δυο παπάδες βαριόντουσαν και βιάζονταν να ξεπετάξουν την νεκρώσιμο ακολουθία.
Όταν συνοδεύσαμε τον νεκρό, σε
αυτό που λέμε τελευταία κατοικία, άκουγα γύρω μου γελάκια, κουβέντες για τα
πολιτικά, κλεισίματα ραντεβού για δουλειές, ανέκδοτα και….. ξαφνικά άκουσα ένα
μωρό να κλαίει…
«Μα είναι δυνατόν;» σκέφτηκα
«Μωρό στο κοιμητήριο;»
Κοίταξα γύρω μου κανείς δεν
φαινότανε να έχει αντιληφθεί το κλάμα αφού οι περισσότεροι έριχναν λουλούδια
και χούφτες από χώμα στο ανοιχτό φέρετρο. Μόνο εγώ φαίνεται πως άκουγα το μωρουδίστικο
κλάμα.
Αλλά όχι! Λάθος! Κάνω λάθος! Δεν ήταν κλάμα. Γέλιο ήταν. Μωρουδίστικο γέλιο. Λες και
κάποιος γαργαλούσε ένα μωράκι κι αυτό ξεκαρδιζότανε στα γέλια.
«Μα
τι στο διάβολο!» φώναξα. Οι διπλανοί μου γύρισαν και με κοίταξαν παραξενεμένοι
μουρμουρίζοντας με ξινισμένες μούρες.
Δεν είχαν κι άδικο. Επικαλείται
εχέφρων άνθρωπος τον σατανά σε κοιμητήρια και μάλιστα σε ώρα κηδείας; Δε τον επικαλείται βέβαια!
Εγώ όμως τους
αγνόησα προσπαθώντας να εντοπίσω την πηγή του γέλιου. Γύριζα δεξιά κι αριστερά.
Τίποτα. Στράφηκα πίσω μου. Τίποτα. Οι άλλοι άρχισαν να απομακρύνονται από κοντά
μου. Δημιουργήθηκε ένας κενός κύκλος γύρω μου. Προφανώς και με το δίκιο τους,
νόμισαν πως από την θλίψη μου τρελάθηκα ή πως ήμουν δραπέτης φρενοκομείου.
Γύρισα μπροστά μου την ώρα που οι νεκροθάφτες ετοιμάζονταν
να κλείσουν το φέρετρο και να το κατεβάσουν στον τάφο. Τότε είναι που τα μωρουδίστικα
γέλια δυνάμωσαν. Τότε είναι που κι εγώ εντόπισα την πηγή του γέλιου. Ερχόταν
από τον νεκρό που ετοιμαζόταν να χαθεί σε λίγο απ τα μάτια μας.
Μου
ήρθε για μια στιγμή, να τρέξω και να σταματήσω την κηδεία γιατί πίστεψα πως
θάβαμε ζωντανό άνθρωπο σε κατάσταση νεκροφάνειας. Όμως την τελευταία στιγμή
κρατήθηκα και δεν το έκανα, γιατί έβλεπα το πρόσωπο του νεκρού ανέκφραστο
παγωμένο αν και μακιγιαρισμένο για να φαίνεται ροδαλό το χρώμα του.
Τότε μόνο κατάλαβα ότι δεν
γελούσε το σώμα του έτσι όπως το ξέραμε, αλλά το σώμα του όπως το ήξερε η
μητέρα του η φύση.
Σύμφωνοι
αλλά γιατί το γέλιο αυτό το άκουγα μόνο εγώ; Πολύ καλή ερώτηση. Αλλά δεν νομίζω
ότι μπορώ να δώσω τώρα μια απάντηση. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως η
κηδεία του ανθρώπου εκείνου μου θύμισε τη μέρα που πέθανε ο παππούς μου, ο
οποίος πάντα έλεγε σε όλους μας:
«Εγώ θα πεθάνω γελώντας.» Και
όντως. Λίγο πριν έρθει η ώρα του να φύγει υποχρέωσε τα παιδιά του να σταθούν
γύρω απ το κρεβάτι του και του λένε ανέκδοτα. Έβλεπα τον πατέρα μου και τους
θείους μου να γελάνε και τον γέροντα στο κρεβάτι να ξεκαρδίζεται στα γέλια,
πονώντας μέχρι που πάγωσε ένα τελευταίο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Όμως παρά τις
ρυτίδες και τις καφετιές κηλίδες που σκοτείνιαζαν το πρόσωπό του, εκείνη την στιγμή το πρόσωπο του νεκρού γέροντα,
μου φάνηκε σαν πρόσωπο μωρού που κοιμάται χορτασμένο μέσα στη ζεστασιά.
Τώρα
αν τα δάκρυα που χύνει το νεογέννητο είναι προκαταβολή για τα βάσανα που θα
τραβήξει στη ζωή του, τότε φυσικό είναι το άτομο απαλλαγμένο από βάσανα, πόνους
και ταλαιπωρίες, όταν πάει να χωθεί στην τεράστια αγκαλιά της αληθινής του μητέρας,
της μητέρας όλων μας, να «κλαίει» γελώντας απ την χαρά του. Μόνο που το γέλιο αυτό είναι έξω
απ΄ το ηχητικό μας φάσμα και δεν φτάνει στ’ αυτιά μας…






