Τον τελευταίο καιρό, εδώ και τρεις μήνες περίπου, μ' έπιασε μια μανία να κάνω ελαφρύ τζόκινγκ, τα βράδια, εδώ τριγύρω στη γειτονιά μου στο Χαλάνδρι. Βέβαια ο καρδιολόγος μου δεν εγκρίνει, γιατί διατείνεται ότι αυτό έπρεπε να το είχα αρχίσει πριν από δέκα χρόνια!
«Τώρα είναι λιγάκι αργά για τέτοιες παλικαριές!» μου είπε παίρνοντας ένα ξινισμένο ύφος. «Θα σε πιάσουν πόνοι στα γόνατα, θα υποφέρει η μέση σου, θα πάθεις καμιά τενοντίτιδα και θα πονάς. Άσε που μπορεί να έχουμε και κανένα καρδιαγγειακό επεισόδιο...» πρόσθεσε.
Ακριβώς λοιπόν επειδή μου τα είπε όλα αυτά, με κείνο το ύφος λες και είχε φάει μουλιασμένα δαμάσκηνα - δεν έχω ιδέαν πως είναι τα μουλιασμένα δαμάσκηνα- εγώ αποφάσισα να αρχίσω το τζόκινγκ.
Μιλάω βέβαια για πολύ ελαφρύ τρεχαλητό ίσα-ίσα για να λέω ότι κάνω κι εγώ κάποιο "άθλημα" τρομάρα μου....!
Προχθές λοιπόν περίμενα να πέσει ο ήλιος, για να δροσίσει και κατέβηκα ντυμένος κατάλληλα με την φορμίτσα μου το καπελάκι και ένα μπουκαλάκι νερό. Γιατί το καπελάκι βραδιάτικα; Μα απλούστατα για το στυλ!
Άρχισα να περπατάω ανεβάζοντας τον ρυθμό μου όσο πήγαινα και σιγά- σιγά πήρα να τρέχω αργά αλλά σταθερά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την ευεξία που ένιωθα όσο έβλεπα ότι τα κατάφερνα ακόμη να κάνω έστω κι αυτό το ελαφρύ τρεχαλητό.
Το δειλινό όσο πήγαινε και γέμιζε από τις σκιές των δέντρων γύρω μου. Σε λίγο θα άναβαν και τα φώτα του δήμου.
Μετά από είκοσι λεπτά έφτασα στο μικρό πάρκο που βρίσκεται λίγο πριν από έναν κεντρικό δρόμο. Συνήθως εκεί σταματούσα. Καθόμουν σε ένα παγκάκι, έπινα μια δυο γουλιές νερό και άφηνα τους παλμούς μου σιγά-σιγά να επανέλθουν στον φυσιολογικό τους ρυθμό.
Το πάρκο είχε σήμερα φαίνεται τις πιένες του. Όλα τα παγκάκια ήταν κατειλημμένα από παρεούλες νεαρών παιδιών, που ξεχνώντας κρίσεις και δυσκολίες, γέμιζαν τον χώρο με τα ανέμελα γέλια τους.
Μόνο ένα παγκάκι στο βάθος στην πιο σκοτεινή μεριά του πάρκου, φαινόταν να έχει θέση να κάτσω και να πάρω μια ανάσα. Πήγα κατά εκεί και κάθισα. Έσκυψα, ακούμπησα του αγκώνες στα γόνατά μου και άρχισα να παίρνω βαθιές εισπνοές, μέχρι να αρχίσω να νιώθω τους σφυγμούς μου να επανέρχονται στον κανονικό τους ρυθμό.
Το σκοτάδι είχε πέσει τώρα για τα καλά. Ένα ελαφρύ αεράκι στέγνωνε τον ιδρώτα που είχε μουσκέψει το μέτωπό μου. Ακούμπησα στην πλάτη του πάγκου και ένιωθα πραγματικά πολύ όμορφα που βρισκόμουν εκεί, έχοντας κάνει κάτι που ο γιατρός μου το απαγόρευε.
«Χριστοφόρε!» άκουσα από αριστερά μου μια βραχνή φωνή.
Έμεινα! Χριστοφόρε; Μα ποιος με φώναζε έτσι; Άκου Χριστοφόρε!
Γυρίζω προς το σημείο που ερχόταν η φωνή. Εκεί σε ένα άλλο παγκάκι πιο μέσα, χωμένο ανάμεσα σε δυο πικροδάφνες, καθόταν μια εντελώς γκρίζα φιγούρα.
«Μου μιλήσατε κύριε;» ρώτησα την γκρίζα σκιά.
«Μάλιστα Χριστοφόρε! Σε εκάλεσα!» Αυτή η βραχνή από το τσιγάρο φωνή μόνο σε έναν άνθρωπο μπορούσε να ανήκει.
Όμως....Ανατρίχιασα! Δεν ήταν δυνατόν! Δεν ήταν δυνατόν! Μόνο ένας άνθρωπος στην ζωή μου με αποκαλούσε Χριστοφόρο. Αλλά αυτός όμως......
Σηκώθηκα να πάω προς το παγκάκι του αλλά με σταμάτησε.
«Να παραμείνεις εις την θέσιν σου Χριστοφόρε!» Την εντολή του δεν μπορούσα να την παραβώ. Κανείς ποτέ δεν παρέβαινε την εντολή του. Πως όμως γίνεται να είναι εδώ αφού...
Τώρα που τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο μπορούσα να τον βλέπω κάπως καλύτερα. Δεν μπορεί να ήταν άλλος! Μικρόσωμος. Φορούσε το ίδιο γκρι καπέλο, το ίδιο γκρι μάλλινο κουστούμι με το γιλέκο και στο τσεπάκι του σακακιού του, το ίδιο λευκό μαντήλι.
Μικρόσωμος, μικρόσωμος αλλά με μια φωνή στεντόρεια που μόνο και μόνο με αυτήν μπορούσε να επιβάλλεται σε μικρούς και μεγάλους.
«Ενθυμείσαι Χριστοφόρε, τότε εκεί στην Αιθιοπία, που σας ομιλούσα για την Ελλάδα την οποίαν σχεδόν κανείς σας δεν είχε ακόμη δει; Ενθυμείσαι που σας ομιλούσα για τις μεγάλες εκείνες προσωπικότητες της αρχαιότητος, που το αποτύπωμά των υπάρχει μέχρις και σήμερα γινόμενο πηγή γνώσεως για όλην την ανθρωπότητα; Ενθυμείσαι Χριστοφόρε πως όταν σας εδίδασκα την Αρχαία γλώσσα μας, σας ετόνιζα ότι είναι η μήτηρ όλων των γλωσσών της Δύσεως;»
Δεν τολμούσα να τον διακόψω! Δεν ήξερα καν αν ονειρευόμουν ή μήπως ....λες; Λες να ήμουν κι εγώ εκεί που ήταν αυτός εδώ και χρόοοονια, οπότε είχε δίκιο ο γιατρός μου;
«Όχι, όχι Χριστοφόρε, δεν βρίσκεσαι εκεί που νομίζεις. Εγώ εβρέθην για λίγο στην....γειτονιά σου!»
«Μα πως κύριε Γυμνασι.....»
«Σςςςς! Όχι Χριστοφόρε! Δεν είμαι πλέον εκείνος που ενθυμείσαι ευρισκόμενος εις το Γυμνάσιο. Δεν είμαι ο Γυμνασιάρχης σας. Είμαι απλώς μια αύρα θεϊκής χάριτος που μου έδωσε την μοναδική ευκαιρία να έρθω για λίγο πίσω!»
Δεν κατάλαβα τίποτα με αυτό το "αύρα.... κλπ
«Δεν έχει σημασία όμως Χριστοφόρε! Πες μου παιδί μου, θυμάσαι τι συνέβαινε όταν σας μιλούσα για την Ελλάδα, τις ομορφιές των νήσων και των ορέων της. Για την φιλοξενία των κατοίκων, την λεβεντιά και την περηφάνια τους, την γενναιότητα και την αυτοθυσία τους κατά την υπεράσπιση της πατρίδος και δικαίων της φυλής των. Σας έλεγα για την Ελευθερία και την Δημοκρατία για την οποία εσείς παιδιά τότε έχοντας ζήσει σε χώρα με ολοκληρωτικό καθεστώς δεν γνωρίζατε. Σας μιλούσα για τους μεγάλους ήρωες των αρχαίων και των σύγχρονων χρόνων, την εντιμότητα, τις παραδόσεις και τις αξίες που κράτησαν τον λαό ενωμένο για αιώνες και άλλα πολλά. Θυμάσαι τι συνέβαινε Χριστοφόρε όσο σας μιλούσα για πατρίδα μας; Για τον ουρανό της και την θάλασσά της; Θυμάσαι λοιπόν;
«Μάλιστα κύριε Γυμν..εμμ ....θυμάμαι πολύ καλά.»
«Λοιπόν τι θυμάσαι;»
«Δακρύζατε κύριε. Δακρύζατε πολύ και έσπαγε η φωνή σας! »
«Κι σεις στα θρανία σας τι κάνατε; Θυμάσαι;»
«Μερικοί απορούσαμε γιατί δεν καταλαβαίναμε. Άλλοι νιώθαμε άσχημα να σας βλέπουμε έτσι, και άλλοι γελάγαμε κοροϊδευτικά!»
«Φαντάζομαι Χριστοφόρε τώρα πλέον να έχεις ξεκαθαρίσει μέσα σου για ποίον λόγο έκλαιγα μέσα στην τάξη κάθε φορά που σας μιλούσα για την Ελλάδα, τότε όταν ακόμη εσύ και συμμαθητές και συμμαθήτριές σου ήσασταν στη εφηβεία ακόμη.»
«Μάλιστα κύριε! Ξέρω! Ήταν δάκρυα νοσταλγίας και περηφάνιας!»
«Εύγε νεαρέ μου!....»
«Ε! Όχι και νεαρέ πλέον... κύρ.....»
«Βρέφος είσαι μπροστά στην αιωνιότητα Χριστοφόρε!»
Γέλασα με το... αστείο του!
«Ξέρεις Χριστοφόρε γιατί εζήτησα να μου δοθεί η άδεια να κάμω τούτο το ταξίδι εδώ;»
«Όχι κύριε δεν .....»
«Για να κλάψω και πάλι νεαρέ μου. Για να κλάψω πολύ.» Η βραχνή του φωνή έσπασε.
«Από περηφάνεια κύριε; Όπως τότε;»
«Όχι παιδί μου! Όχι από περηφάνια. Από ντροπή!»
«Μα γιατί; Τι σας κάνει να νιώθετε έτσι;»
«Η εξαφάνιση, ο εκμηδενισμός, όλων όσων τότε με κάνανε να κλαίω από περηφάνεια εκεί στην τάξη σας στην Αφρική. Εξαγοραστήκατε Χριστοφόρε, για δεκαετίες ζήσατε μέσα σε ψεύτικη χλιδή, που σας επέβαλαν οι ξένοι για να λειάνουν και να στρογγυλέψουν τις παλιές σας αξίες. Χωρίς να το αντιληφθείτε αργά αλλά σταθερά, συσσωρεύονταν χρέη στα νοικοκυριά σας, αλλά εσείς αγρόν αγοράζατε. Ή μάλλον ούτε αυτός σας ενδιέφερε πια. Οι ξένοι χωρίς ούτε μια ντουφεκιά προελεύνουν τώρα μπροστά σας και εσείς μόνο που δεν τους επευφημήτε. Δεν υπήρξε ούτε ένας εκ των ηγετών σας όλα αυτά τα χρόνια να σας προστατεύσει εγκαίρως από την χρεοκοπία που ερχόταν ακάθεκτη.
Πολλοί μάλιστα εξ αυτών τους οποίους περιφέρατε ως ήρωες στους ώμους σας, επλούτισαν, πτωχεύντας σας.
Η χώρα κατεκτήθη Χριστοφόρε, χωρίς να υπάρξει ουδεμία αντίσταση από κανένα σας. Το όρη, οι θάλασσες σας, οι ποταμοί και οι λίμνες σας δεν σας ανήκουν πλέον. Ούτε κατά την Ρωμαϊκή αλλά και την Οθωμανική κατοχή δεν υποκύψατε με τόση ευκολία παραδίδοντας τα πάντα σε κείνους που με μαεστρία πράγματι σας έφεραν ως εδώ.»
«Μα κύριε Γυμν.... δεν είναι αργά ακόμη......»
«Νεαρέ μου.... φοβούμαι ότι η λειψανδρία που επικρατεί είναι τόσο μεγάλη και τα σχοινιά με τα οποία σας έχουν δέσει τόσο σφιχτά, που το μόνο που μπορεί να συμβεί είναι ο εξ ασφυξίας θάνατος της χώρας. Τι κρίμα μετά από τόσους αιώνες.
Έχει γίνει η αγαπημένη μου πατρίς η χλεύη της οικουμένης. Έχει γίνει το δακτυλοδεικτούμενο παράδειγμα προς αποφυγήν.
Ποια; Η μητέρα αυτού τούτου του πολιτισμού»
Έβγαλε το μαντήλι του σκούπισε τα μάτια του. Μου φάνηκε ότι τον άκουσα να πνίγει έναν λυγμό.
Ξαφνικός δυνατός αέρας σηκώθηκε που έκανε τα πεύκα από πάνω μας να λυγίσουν βογκώντας.
Ένα κουκουνάρι έπεσε μπρος στα πόδια μου. Έσκυψα και το πήρα γυρίζοντας ταυτόχρονα να κοιτάξω το παγκάκι εκεί απέναντι. Δεν υπήρχε κανείς απολύτως!
Σηκώθηκα πολύ μπερδεμένος. Μπας βρε παιδί μου και το τρέξιμο προκάλεσε κάποια ισχαιμία στον εγκέφαλο μου και φαντάστηκα τούτη την συνάντηση; Λες ο καρδιολόγος μου να είχε δίκιο;
Τέλος πάντων κρατώντας ακόμη το κουκουνάρι, έκανα να πάω προς το δρομάκι που έβγαζε από το πάρκο, όταν κάτι στο χορτάρι τράβηξε την προσοχή μου. Πήγα κατ εκεί και πετώντας μακριά το κουκουνάρι, έσκυψα και το πήρα. Ήταν ένα τετράγωνο κομμάτι ύφασμα διπλωμένο. Πήγα κάτω από μια λάμπα του πάρκου και το άνοιξα. Ένα λευκό μαντήλι. Είχε κεντημένο ένα μονόγραμμα: Δ.Ν. και ήταν μουσκεμένο! Δράκος Νικόλαος!
Ήταν το μαντήλι του Γυμνασιάρχη του Γυμνασίου της Ελληνικής Κοινότητας της Αντίς Αμπέμπα!
Αν ονειρεύτηκα ή αν τα φαντάστηκα όλα, τότε το μαντήλι με το μονόγραμμα πως βρέθηκε στα χέρια μου σε κείνο πάρκο στο Χαλάνδρι; Ο Νικόλαος Δράκος έχει πεθάνει εδώ και πάνω από δυο δεκαετίες.
Πάντως αναρωτιέμαι γιατί άραγε όσα μου είπε ήταν τόσο απαισιόδοξα;
Μήπως βλέπει καλύτερα από κει που είναι;
******
Για όσους ενδιαφέρονται για τα θρησκευτικά παραθέτω μια εικόνα του Αγίου Χριστοφόρου!!! Ωραιότατος!
![]() |
| Ο Άγιος Χριστοφόρος ο Κυνοκέφαλος! |
Πράγματι το όνομά μου τονίζεται στην παραλήγουσα. Έχει όμως επικρατήσει το Χριστόφορος.
Το πόσες έγραψα σαν τιμωρία την φράση:
"Δεν με λένε Χριστόφορο με λένε Χριστοφόρο" δεν μετριούνται.
Και ο καρδιολόγος μου είχε δίκιο. Με έχει πιάσει μια τενοντίτιδα στο αριστερό ισχίο που με έχει τρελάνει!
