Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (του CHRISTOBAL)


ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ"
Έπιασα το απλωμένο του χέρι..... και βρέθηκα στον προθάλαμο του δωματίου 609 μιας κλινικής στο κέντρο της Αθήνας, όπου έσβηνε ο πατέρας μου. Ήταν Φεβρουάριος του 1986.
***********************************************************

     Λάθος. Δεν βρέθηκα στον προθάλαμο του 609. Βρέθηκα σκαρφαλωμένος, γαντζωμένος μάλλον στο στενό πρεβάζι έξω από το παράθυρο του δωματίου. Έξι ορόφους πάνω από τον δρόμο. Έτρεμα από το κρύο, από τον φόβο και από την θλίψη. Άσχετα αν είχα ξαναβρεθεί εκεί πριν από 24 χρόνια στις 10 Φεβρουαρίου του 1986 ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους. 
Όχι βέβαια κρεμασμένος έξω από το παράθυρο όπως τώρα, αλλά στον προθάλαμο του 609 μαζί με συγγενείς και φίλους του πατέρα μου.     
    Είχε σκοτεινιάσει πια και το φως στο δωμάτιο ήταν αναμμένο. Από κάτω τα αυτοκίνητα περνούσαν σα φωτεινή λωρίδα. Απέφευγα να κοιτάζω κάτω γιατί δεν μπορώ ούτε σε καρέκλα να ανέβω χωρίς να πανικοβληθώ. Υψοφοβία του κερατά.
     Από το παράθυρο που ήμουνα γαντζωμένος έβλεπα τον πατέρα μου μέσα στο δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, ακίνητο με κλειστά τα μάτια, με τους ορούς, να κρέμονται πάνω από το κεφάλι του, με τα χέρια του κατατρυπημένα, μπλάβα και γεμάτα γάζες και τσιρότα. Έμοιαζε γαλήνιος. Τώρα τις τελευταίες μέρες που ήταν σε κώμα είχε μάλλον ησυχάσει από τους πόνους. Έτσι ήλπιζα ή νόμιζα. "Καρκίνος του ήπατος εκ μεταστάσεως".
     Δεκατέσσερεις μήνες πάλευε μάταια. Δεκατέσσερεις μήνες που ο άνθρωπος του 1,83 είχε γίνει μια σταλιά και τον έπαιρνα στα χέρια μου σα μωρό παιδί.
     Τώρα κρεμασμένος όπως ήμουν έξω από το παράθυρο έβλεπα τους γιατρούς και τις νοσοκόμες να μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο, ανοίγοντας και κλείνοντας πίσω τους την συρόμενη μεσόπορτα που χώριζε το δωμάτιο από τον προθάλαμο όπου είχε μαζευτεί κόσμος. Συγγενείς, φίλοι και δυο, τρείς εργάτες από τον μύλο του στην Λάρισα.
Και εκείνος με την γυναίκα του/μου.
Εκείνος είχε πια πατήσει τα σαράντα και άρχισε να αφήνει μούσι για να κρύψει μια κηλίδα λεύκης στο πιγούνι του. Το μούσι του/μου ήταν κιόλας γκρίζο. Το αστείο είναι πως νόμιζε ότι ήταν προσωρινό. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά όμως, καλύπτει ακόμη -κατάλευκο τώρα- πιγούνι, πάνω χείλος και μέρος από τα μάγουλα. Πολλοί μου λένε τώρα πως μου δίνει κύρος. Έστω!
     Ο αδελφός του/μου που ήταν γιατρός και διευθυντής της κλινικής βρισκόταν απόψε κλεισμένος στο γραφείο του στο ισόγειο με τα φώτα σβηστά. Περίμενε....Όλοι περιμένανε το τέλος πια....
Μήνες είχε να κινηθεί μόνος του ο πατέρας μου. Τον πλένανε οι αποκλειστικές και εγώ βοηθούσα να τον κρατάω στη κατάλληλη θέση.
     Τώρα έβλεπα τον χοντρό γιατρό με την στενή ιατρική μπλούζα που δεν κούμπωνε εξαιτίας της πεταχτής κοιλιάς του. Συνήθως ήταν και λίγο πιωμένος από το ουίσκι που τον κέρναγε ο πατέρας μου μέχρι πριν από λίγες μέρες, πριν πέσει σε ηπατικό κώμα. Το ουίσκι ήξερε ο γιατρός, ήταν στον πάτο της ντουλάπας.
     Ήδη από την ώρα που βρέθηκα να κρέμομαι έξω από το παράθυρο του δωματίου στον έκτο όρόφο, τον είχα δει να πηγαίνει βιαστικός να τραβάει μερικές ρουφηξιές όποτε η νοσοκόμα έλειπε. Ήταν όμως κοινό μυστικό στην κλινική, το μπουκάλι στην ντουλάπα του 609.
     Τα χέρια μου που έσφιγγαν το πρεβάζι του παράθυρου είχαν ξυλιάσει από το κρύο. Αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι όπως βρέθηκα γαντζωμένος εκεί δεν ήξερα πότε και πως θα έφευγα πάλι.
    Η μεσόπορτα άνοιξε πάλι. Μπήκε η μελαχρινή νοσοκόμα κρατώντας ένα δισκάκι με διάφορα φιαλίδια σύριγγες. Έκλεισε πίσω της την πόρτα και πήγε στο κρεβάτι. Έριξε μια ματιά στους ορούς, ρύθμισε τον έναν. Πήρε μια σύριγγα γεμάτη ένα κιτρινωπό υγρό και την άδειασε μέσα σε μια από τις φιάλες με τους ορούς που κρέμονταν. Μια ματιά στον πατέρα μου.
Ευχόμουν να έβλεπα ενδιαφέρον ή κάτι τέλος πάντων ανθρώπινο, πέρα από το επαγγελματικό. Αλλά ή δεν έβλεπα καλά μέσα από το τζάμι ή δεν υπήρχε κάτι τέτοιο.
     Εκείνος, τώρα εκεί έξω, στον προθάλαμο του δωματίου, ευτυχώς που είχε κοντά του την γυναίκα του που στεκόταν δίπλα του στήριγμα γερό. Ήταν συντετριμμένος όχι τόσο γιατί έχανε τον πατέρα του - κάτι άλλωστε που ενδόμυχα ευχόταν πια - αλλά γιατί τον έχανε μόλις άρχιζε να τον γνωρίζει.
     Η μεσόπορτα ξανάνοιξε, μπήκαν δυο νοσοκόμες και την ξανάκλεισαν, πίσω τους . Κάτι έκαναν στο κρεβάτι, έριξαν μια ματιά στην "πεταλούδα" που ήταν γαντζωμένη στη ράχη της παλάμης του και γύρισαν να φύγουν, κάτι είπαν μεταξύ τους, μάλλον αστείο θα ήταν, τις είδα να γελάνε. Μαζέψανε κάτι γάζες που είχαν πέσει στο πάτωμα και πήγαν προς την έξοδο.
     Τράβηξε λοιπόν η πιο ηλικιωμένη την μεσόπορτα. Εκείνη όμως δεν κουνήθηκε. Ξαναέκανε την προσπάθεια. Τίποτα. Την είδα να απευθύνεται στην πιο νέα. Βάλανε μαζί από μια παλάμη στην λαβή της πόρτας και με δύναμη την τράβηξαν. Τίποτα. Κάτι έλεγαν. Δεν άκουγα. Μια προσπάθεια ακόμη. Η πόρτα έμενε ασάλευτη. Άρχισαν να την χτυπάνε με τις γροθιές τους. Σα να είχανε πανικοβληθεί.
Εκείνος έξω στον προθάλαμο, ξαφνιάστηκε μόλις άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα. Και η γυναίκα του επίσης. Εγώ τώρα έξω απ το παράθυρο άκουγα τις νοσοκόμες να φωνάζουν: "Ανοίξτε μας"
    Εκείνος πετάχτηκε από το σκαμπό όπου ήταν καθισμένος και πήγε στην πόρτα. Θυμάμαι ακόμη την δύναμη που έβαλε. Τίποτα. Η πόρτα δεν κουνιόταν καν.
Ο χοντρός γιατρός είχε έλθει. "Τι συμβαίνει;" ρώτησε. Η ανάσα του μύριζε οινόπνευμα.
"Η πόρτα. Δεν ανοίγει." Είπε εκείνος γεμάτος άγχος.
"Τι θα πει δεν ανοίγει. Τόσες φορές μπήκαμε και βγήκαμε" είπε ο γιατρός με ύφος αυθεντίας.
Πλησίασε και ακουμπώντας και την κοιλιά του στην πόρτα, φώναξε:
"Εσείς από μέσα, τραβήξτε με το τρία."
Με  το τρία τραβάει. Εγώ από το παράθυρο έξω, είδα και τις νοσοκόμες να τραβούν. Αλλά τίποτα. Η πόρτα ούτε που κουνήθηκε.
    Στον προθάλαμο τώρα οι τρεις εργάτες του μύλου που είχαν έρθει από την Λάρισα, ανάλαβαν έργο. Άρχισαν να τραβούν, να σπρώχνουν να τραντάζουν, να χτυπούν με τις γροθιές τους. Τίποτα. Η πόρτα δεν έπαιρνε χαμπάρι.
Οι νοσοκόμες μέσα στο δωμάτιο σταμάτησαν να προσπαθούν και στέκονταν σιωπηλές δίπλα στη πόρτα.
Έβλεπα τον πατέρα μου ήρεμο με το στέρνο να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά και τα μάτια του κλειστά. Ήταν βυθισμένος στο κώμα, αδιάφορος για όσα συνέβαιναν.
     Εκείνος, εκεί στον προθάλαμο, βρισκόταν στα όρια πανικού. Κάποια στιγμή χωρίς καν να το σκεφτεί βγαίνει στο διάδρομο του ορόφου, πηγαίνει με αποφασιστικό βήμα στο διπλανό δωμάτιο, όπου νοσηλευόταν μια κυρία και χωρίς καν να ζητήσει συγγνώμη, πάει στο παράθυρο, το ανοίγει, το καβαλάει, με το ένα πόδι.
Κοιτάζει έξω. Τότε συνειδητοποιεί τι πήγαινε να κάνει. Θυμάμαι ότι οι όρχεις του μαζεύτηκαν. Ζάρωσαν επώδυνα. Το πόδι του που κρεμόταν απ'έξω ακούμπησε στο στενό τσιμεντένιο πεζούλι. Στο ίδιο που στεκόμουν εγώ τώρα.
Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό, έβγαλε και το άλλο του πόδι έξω και βρέθηκε  να στέκεται έξι ορόφους πάνω από τον δρόμο. Κάτι θα πρέπει να του είχε συμβεί. Ή κάτι θα τον είχε σπρώξει να κάνει τέτοια απίθανη για κείνον κίνηση. Ακόμη και σε φιλμ να έβλεπε κάποιον να βρίσκεται στην θέση που ήταν εκείνος τώρα δεν άντεχε και έκλεινε τα μάτια.
     Άρχισε σιγά - σιγά πόντο-πόντο να σέρνεται ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο, προς το παράθυρο που βρισκόμουν εγώ. Δεν έπρεπε όμως να με δει.
Κινούμενος κι εγώ ακριβώς όπως εκείνος, με τους όρχεις μου εξαφανισμένους προχώρησα αργά και χώθηκα σε ένα σκοτεινό σημείο του τοίχου.
     Εκείνος, έφτασε στο παράθυρο, και χωρίς καν να σταθεί να πάρει ανάσα, χτύπησε το τζάμι. Φαντάζομαι τον τρόμο των νοσοκόμων μέσα στο δωμάτιο. Θα είχαν γουρλώσει τα μάτια κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Ποιος μπορεί να τους χτυπούσε το τζάμι νυχτιάτικα στον έκτο όροφο στο δωμάτιο ενός ετοιμοθάνατου;
     Ακουσα κάποια στιγμή το παράθυρο να ανοίγει, εκείνος το έσπρωξε με βια και λες και έκανε αυτήν την κίνηση κάθε μέρα καβάλησε το πρεβάζι και μπήκε στο δωμάτιο. Ήτανε σαν την κάθε κίνησή του, κάποιος άλλος ή κάτι άλλο να του την υπαγόρευε. Πήγε και κάθισε στη άκρη της πολυθρόνας που ήταν απέναντι από το κρεβάτι. Μια νοσοκόμα αφού συνήλθε από το ξάφνιασμά της πήγε και έκλεισε το παράθυρο.
     Εγώ στο μεταξύ, ξαναπήρα την θέση μου στο κλειστό παράθυρο. Οι νοσοκόμες πήγαν δίπλα στον ασθενή μια από κάθε πλευρά πασπάτευαν τους ορούς και τις γάζες. Εκείνος γραπωμένος από τα χερούλια της πολυθρόνας τις παρακολουθούσε. Εγώ είχα πραγματικά ξυλιάσει όχι όμως από το κρύο αλλά από ......
     Ξαφνικά, χωρίς κανένα, προειδοποιητικό σημάδι, ό άνθρωπος στο κρεβάτι, που ήταν σε βαθύ κώμα, που δεν είχε κινηθεί μόνος εδώ και μήνες, ο πατέρας μου/του, ανακάθισε με φόρα, κοίταξε εκείνον στην πολυθρόνα, με κάτι τεράστια μάτια - που ακόμη και αυτή την στιγμή τα βλέπω μπροστά μου - και μετά...... θεέ μου, αυτό δεν είχε συμβεί την προηγούμενη φορά, γύρισε και κοίταξε και εμένα στο παράθυρο με φοβερή ένταση. Κόντεψα να γκρεμοτσακιστώ από την τρομάρα μου.
Ύστερα έκλεισε απαλά τα μάτια έπεσε πίσω στο κρεβάτι και έσβησε.
Η πόρτα απαλά, άνοιξε μόνη της.
    Εκείνο όμως το βλέμμα, σε μένα εκεί στο παράθυρο δεν ήτανε των ματιών του. Από κάπου αλλού ήταν. Και δεν ήτανε βλέμμα. Μήνυμα ήταν: "Θα σε ξαναδώ"....






   
  

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ(του CHRISTOBAL)


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ: "Ο ΚΙΣΣΟΣ BELLUCCI"

Ναι! Εκεί μπροστά μου, στο βάθος της σπηλιάς του κάθετου βράχου, μέσα στο μισοσκόταδο, μπορούσα με φρίκη να δω, πάνω σε μια ξύλινη βάση, ένα πολυτελέστατο, σκούρο, καλογυαλισμένο, φέρετρο που....το είχα ξαναδεί.


Αυτό όμως ήταν αδύνατο. Γιατί το φέρετρο αυτό - αν ήταν αυτό που πίστευα - είχε χαθεί μέσα σε μια σκοτεινή τρύπα στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών, το Φλεβάρη του 1986. Πριν από 24 χρόνια! Εγώ ο ίδιος μάλιστα τρέμοντας από θλίψη τότε με μάτια θολωμένα από τα δάκρυα, έριξα την πρώτη φτυαριά με χώμα στον τάφο του πατέρα μου.

Τώρα εδώ στη σπηλιά, τα πόδια μου λες και ήταν από ξύλο. Φοβόμουν πως θα γίνονταν κομμάτια αν έκανα την παραμικρή κίνηση. Όμως ένα παράξενο ρυθμικό γουργουρητό που έμοιαζε να έρχεται μέσα από το επιβλητικά μακάβριο φέρετρο, με ώθησε να πλησιάσω. Τα χείλη μου τα ένοιωθα πανιασμένα και τα χέρια μου είχανε παγώσει και πονούσαν. Εκείνη η μυρωδιά ψαριού στη σχάρα, που κυριαρχούσε στον αέρα, έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Το γουργουρητό όμως, όλο και δυνάμωνε. Κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να πλησιάσω γρήγορα. Κάτι στο οποίο δεν μπορούσα να αντισταθώ. Κατάπια ανύπαρκτο σάλιο, και προχώρησα όσο πιο αποφασιστικά μου επέτρεπαν τα μουδιασμένα μου πόδια και οι τρελοί ακανόνιστοι χτύποι της καρδιάς μου.

Όταν έφτασα πάνω από το σκούρο φέρετρο κάθε αμφιβολία για τίνος ήταν έσβησε. Πάνω στο καπάκι, μια μπρούντζινη ταμπελίτσα έγραφε το όνομά του, την ημερομηνία γέννησης και εκείνης του θανάτου.
Τότε μου ήρθε στο νου πόσο ματαιόδοξες είχα βρει τότε όλες εκείνες τις πολυτέλειες και πόσο παρεξηγήθηκαν όσοι τα είχαν οργανώσει, όταν με άκουσαν.

Το βαρύ καπάκι όπως είδα απλώς ακουμπούσε στο άνοιγμα. Το γουργουρητό από μέσα τώρα ήταν σχεδόν εκκωφαντικό μέσα στη σπηλιά. Έπρεπε να κάνω γρήγορα και το ανοίξω. Πάντα άτσαλος στις κινήσεις μου, τώρα ακόμη περισσότερο, στην προσπάθειά μου να σηκώσω το καπάκι, μου ξέφυγε γλίστρησε προς την αντίθετη πλευρά και έσκασε στο δάπεδο της σπηλιάς. Ποτέ μου πριν δεν είχα ακούσει ανατριχιαστικότερο θόρυβο.
Μόλις καταλάγιασε η ηχώ, αντιλήφθηκα πως το γουργουρητό είχε πάψει. Μια απόκοσμη ησυχία με ξεκούφαινε.

Έσκυψα το κεφάλι με φοβερή προσπάθεια και άγχος και κοίταξα μέσα. Το φως που ερχότανε από το άνοιγμα της σπηλιάς ήταν αρκετό για να δω πως κάτι κουνιόταν μέσα στο φέρετρο. Φρίκη με κατέκλυσε.
Όμως και πάλι κάτι σαν εσωτερική εντολή με ανάγκασε να βάλω το χέρι μου μέσα. Έκλεισα τα μάτια και άπλωσα τα χέρια αργά μέσα στο άνοιγμα... όταν ένας ανεμοστρόβιλος από περιστέρια, δεκάδες ίσως και εκατοντάδες , όρμησε μέσα από το φέρετρο, με τύλιξε, με στριφογύρισε λες και χόρευα, και με γέμισε φτερά και πούπουλα. Νόμιζα πως πνιγόμουν. Δεν έβλεπα τίποτα, παρά μόνο μια θολή γκρίζα επιφάνεια να με τυλίγει. Προσπαθούσα να τα διώξω με τα χέρια, αλλά μάταια. Η περιστροφή τους ήταν τόσο γρήγορη που νόμιζα πως ρουφούσαν και τον αέρα. Άνοιγα διάπλατα το στόμα μου για να φωνάξω(;) να ανασάνω(;) με είχε πιάσει πανικός......όταν μια βροντερή φωνή ακούστηκε μέσα στη θολούρα "HIDU AHOUN".

Τα περιστέρια που χόρευαν γύρω μου βουβά, λες και πάγωσαν στον αέρα. Ύστερα σα σύννεφο που το διώχνει ο αέρας χάθηκαν βγαίνοντας από το άνοιγμα της σπηλιάς.
Όλα καθάρισαν μονομιάς. Κοίταξα γύρω μου ζαλισμένος ακόμη από τον χορό των περιστεριών και είδα έκπληκτος ότι το φέρετρο δεν υπήρχε πια εκεί και στη θέση του στεκόταν ο μαύρος τύπος που ήταν τυλιγμένος με τα χαϊμαλιά. Ο "χαϊμαλιάς" όπως τον έλεγα πια. Άπλωσε το χέρι του. "NA ΗULU DANA NO" (έλα όλα είναι καλά).

Έπιασα το απλωμένο του χέρι..... και βρέθηκα στον προθάλαμο του δωματίου 609 μιας κλινικής στο κέντρο της Αθήνας, όπου έσβηνε ο πατέρας μου.
Ήταν Φεβρουάριος του 1986.


Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΚΙΣΣΟΣ BELLUCCI (του CHRISTOBAL)

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ:   "ΠΑΛΙ  ΕΚΕΙ;
Οι δύο τύποι μέσα στην βάρκα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ",  κουνούσαν τα χέρια τους. Μα τι στο καλό ήθελαν πια! Βοήθεια ζητούσαν; Ή με χαιρετούσαν;
Και πως βρέθηκα πάλι εκεί; 
***********************************************************************
     Αλήθεια! Πως μέσα από το φλεγόμενο σχολείο μου, που κάηκε την ώρα που εγώ ξεκινούσα να απαγγέλλω το χριστουγεννιάτικο ποίημα πριν από πενήντα τόσα χρόνια βρέθηκα πάλι στην ακροθαλασσιά; 
   Τώρα βέβαια το μέρος που βρισκόμουν δεν θα το έλεγα και ειδυλλιακή παραλία. Η περιβόητη πια βάρκα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ" θαλασσόδερνε μέσα στα κύματα με τους δυο παράξενους επιβάτες της που δεν μπορούσα να καταλάβω αν κουνούσαν τα χέρια τους για να με χαιρετίσουν ή για να μου ζητήσουν βοήθεια. Το περίεργο δε - εκείνη την στιγμή το πρόσεξα - ήταν πως δεν άκουγα τίποτα. Εντάξει, από ανέκαθεν το αριστερό μου αυτί ήταν κουφό. Το δεξί μου όμως έκανε για δύο. 
Δεν άκουγα όχι μόνο τις φωνές των δυο στην βάρκα -αν φώναζαν-  αλλά ούτε τον ήχο των κυμάτων που έσκαγαν στην παραλία, ούτε  και κανέναν άλλον ήχο. Τι διάολο κουφάθηκα τελείως; 
    Κάποια στιγμή ένα τεράστιο κύμα έκρυψε την βάρκα. Και όταν κατακάθισε  η θάλασσα, την έχασα. Είχε βουλιάξει η βάρκα έτσι στα καλά καθούμενα;  
Για να πω όμως την αλήθεια δεν θα άρχιζα και τα κλάματα που χάθηκε η συγκεκριμένη βάρκα. Γιατί από την στιγμή που την αντίκρισα μου συνέβηκαν όλα τα παράξενα του κόσμου. Τώρα για τους δύο επιβάτες τι να πω. Καλύτερα τίποτα. Να μη πω τίποτα. 
     Γύρισα την πλάτη στην θάλασσα για να δω που βρισκόμουν και αυτό που είδα δεν μου άρεσε καθόλου. Ήμουν σε μια στενή λωρίδα άμμου που μπρος είχε την θάλασσα και πίσω την έκλεινε μια πανύψηλη, κάθετη  βραχώδης βουνοπλαγιά με γκρίζο πέτρωμα που οι άκρες φτάναν μέχρι τα κύματα. Πήγα μπρος πίσω, για να δω μπας και υπήρχε κάποια στενωπός που θα μπορούσα να πάρω για φύγω από κει. Τίποτα. Γκρίζο κάθετο πέτρωμα πίσω μου, ταραγμένη θάλασσα μπροστά. Και δεν ήμουν ούτε ο μεγάλος κολυμβητής που μπορούσα να κάνω μια βουτιά στη θάλασσα ψάχνοντας να βρω διέξοδο, αλλά ούτε και κανένας ορειβάτης απ ' αυτούς που σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες! Αλλά και αυτοί ακόμη κάποιον εξοπλισμό χρησιμοποιούν. 
    Ήταν βέβαια μέρα ακόμη, είχα καιρό να βρω μια λύση. Οι τελευταίες μου όμως εμπειρίες, μου έμαθαν πως τίποτα δεν ήταν όπως φαινόταν. Μπορεί ας πουμε ξαφνικά να νυχτώσει και εμφανιστεί το παράξενο ανάποδο μισοφέγγαρο σε σχήμα U.
    Έπεισα τον εαυτό μου να παραμείνει ψύχραιμος και να προσπαθήσει με ηρεμία να βρει διέξοδο. Άρχισα να πηγαίνω πάνω, κάτω στην παραλία κοιτώντας μήπως και βρώ κανένα μονοπάτι έστω κι αν το χρησιμοποιούσαν αγριοκάτσικα - αν υπήρχαν βέβαια.  Δε φαινόταν τίποτα. Το να πέσω στη θάλασσα το είχα αποκλείσει τελείως γιατί εκτός του ότι ήμουν κάκιστος κολυμβητής, δεν μου έφευγε από το μυαλό ότι κάπου εκεί στα ταραγμένα νερά θα καραδοκούσε η "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ" και ένας θεός ξέρει τι άλλα μπλεξίματα θα αντιμετώπιζα. 
    Στάθηκα σε ένα σημείο που όπως υπολόγιζα ήταν το νοητό κέντρο του ημικυκλίου που σχημάτιζε ο βράχος που ορθωνόταν μπροστά μου και άρχισα να τον εξετάζω με προσοχή  αργά - αργά από πάνω μέχρι κάτω και από δεξιά προς τα αριστερά. Τέτοια ομοιομορφία, λες και ήταν τοίχος και όχι πλαγιά. Άρχισα να απογοητεύομαι όταν.... το βλέμμα μου έπεσε σε ένα σημείο αυτού του φυσικού τείχους που το χρώμα του διέφερε κάπως από το υπόλοιπο. 
    Πλησίασα και σηκώνοντας το κεφάλι μου κοίταξα με προσοχή το σημείο που είχα εντοπίσει. Πράγματι εκεί σε ύψος γύρω στα δύο με τρία από το σημείο που στεκόμουν πάνω στον κάθετο βράχο, ένα αναρριχητικό φυτό σχημάτιζε μια πράσινη παραφωνία διαμέτρου ενός περίπου μέτρου, στο μονότονο γκρίζο του πετρώματος. 
    Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που μου ήρθα να φωνάξω: "Ένα φυτό, ένα φυτό". Συγκρατήθηκα όμως. Αυτό μας έλειπε. Και λοιπόν; Τι έγινε ένα φυτό ήταν, δεν ήταν δα και η Μόνικα Μπελούτσι!! 
   Και το αστείο είναι  πως ενώ κανονικά τρέμω να ανέβω  σε καρέκλα να αλλάξω  μια λάμπα τώρα μου καρφώθηκε στο μυαλό πως έπρεπε να σκαρφαλώσω εκεί πάνω. Τι με είχε πιάσει; Ιδέαν δεν έχω. Και όμως έπρεπε να βρω τρόπο να σκαρφαλώσω τα δύο με τρία μέτρα που με χώριζαν από τον κισσό - σαν τέτοιος μου φαινόταν.
    Ήταν τόση η πρεμούρα μου που δεν κάθισα καν να το σκεφτώ. Πλησίασα στον κάθετο βράχο, κοίταξα πάνω και χωρίς καθυστέρηση άρχισα την προσπάθεια να αναρριχηθώ προς τον κισσό. Ε ρε γέλια που θα έκαναν αν υπήρχαν άνθρωποι εκεί τριγύρω. Είμαι άτσαλος γενικά. Σε τέτοιες δραστηριότητες όμως ήμουν απερίγραπτος. Τα χέρια μου δεν έβρισκαν από που να κρατηθούν και όλες μου προσπάθειες να γραπωθώ από κάποια πέτρα ή εξόγκωμα κατέληγαν σε πτώσεις με την πλάτη στην άμμο. Όμως δεν το έβαζα κάτω. Με είχε πιάσει λύσσα. Έπρεπε να φτάσω εκεί στον κισσό. Υπολόγιζα ότι πάλευα με πάθος γύρω στη μισή ώρα. Και το παράξενο ήταν ότι όσες φορές και να έπεφτα δεν γκρίνιαζα  ούτε βλαστημούσα αλλά ξανάρχιζα από την αρχή. 
    Σε κάποια από τις αναρίθμητες προσπάθειές μου ανακάλυψα μια μικρή γούβα και μια άλλη και μια άλλη. Μα πως; Που ήταν τόση ώρα; Έχωσα τα δάχτυλά μου μέσα και τραβήχτηκα λίγο. Προσπάθησα να βρω και κάπου να στερεώσω το ένα τουλάχιστον πόδι μου για να σπρώξω προς τα πάνω και  μια βολικότατη προεξοχή του βράχου υποδέχτηκε το πόδι μου. Παράξενο. Τόση ώρα και.... Μα είναι απίστευτο! Κοίταξα πάνω και όλη η απόσταση από το σημείο που είχα τώρα κρεμαστεί είχε γεμίζει γούβες και προεξοχές σε όλη την διαδρομή μέχρι τον κισσό. Και το πιο παράξενο. Ενώ μέχρι εκείνη την ώρα δεν άκουγα τίποτα νομίζοντας πως είχα κουφαθεί, τώρα άκουγα ακόμη και τα μικρά πετραδάκια που κατρακυλούσαν στην άμμο. Άσε πια τα κύματα της θάλασσας που τώρα με ξεκούφαιναν. Σκαρφάλωνα την κάθετη πέτρινη πλαγιά λες και όλη μου την ζωή έκανα αυτό! 
   Έφτασα πολύ γρήγορα στο ύψος του κισσού. Στάθηκα να πάρω ανάσα. Εκείνη τη στιγμή δεν αναρωτήθηκα τι είχε συμβεί. Αρκεί που έφτασα στο κισσό. Θα τον ονομάσω "Κισσό Bellucci".
Τώρα στεκόμουν πολύ άνετα μπροστά του αφού ακριβώς κάτω από κει που φύτρωνε ο bellucci, υπήρχε ένα πλάτωμα  ικανό να σηκώσει το βάρος μου. Από που ξεφύτρωσε ένας θεός ξέρει ή μήπως όχι!
    Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα τα μικρά πράσινα οβάλ φύλλα του με την μυτερή ακρούλα. Ήταν χνουδωτά και ευχάριστα στην αφή. Πλησιάσα το πρόσωπό μου να μυρίσω και είχαν μια μυρωδιά που δεν μπορούσα να εντοπίσω. Δεν ήταν δυσάρεστη βέβαια αλλά θύμιζε λίγο ψάρι στα καρβουνα. 
    Ωραία έφτασα λοιπόν εκεί στον κισσό με κάποια βοήθεια, άγνωστο από που και τώρα τι; Εκεί θα έμενα; Όσο αναρωτιόμουν για το τι θα έπρεπε να κάνω, ένοιωσα στο πρόσωπό μου κάτι σαν ρεύμα αέρα να βγαίνει μέσα από το φύλλωμα του φυτού. Ανάσαινε το φυτό; Ο αέρας αυτός κουνούσε απαλά τα μικρά χνουδωτά φύλλα και μύριζε και αυτός ψάρι στα κάρβουνα. 
    Έβαλα διστακτικά το χέρι μου λίγο πιό βαθιά στα φύλλα και ένιωσα κενό πίσω από τον bellucci. Χρησιμοποιώντας και το άλλο μου χέρι σιγά σιγά παραμέρισα τα φύλλα και βρέθηκα μπροστά σε ένα άνοιγμα του βράχου. Από κει ερχόταν ο αέρας. Σπηλιά; Ίσως. Να μπω; Αφού έβγαινε αέρας από κει λογικά θα πρέπει από κάπου να έμπαινε. Άρα έξοδος. Συμπέρασμα ειδικού(..)
    Κράτησα τα φύλλα μακρυά από το άνοιγμα με το ένα χέρι και τραβήχτηκα προς τα μέσα. Μπορώ να σας βεβαιώσω ότι δεν χρειάστηκε να βάλω  καθόλου δύναμη. Κάτι με βοήθησε να χωθώ μέσα.  Τα φύλλα μείναν όπως τα είχα τραβήξει στο πλάι, ανοιχτά.
Όταν βρέθηκα μέσα χρειάστηκα λίγα λεπτά να συνηθίσω στο ημίφως. Ήμουνα σε μια σπηλιά. Ο αέρας που ερχότανε από το βάθος ήταν δροσερός με την ίδια μυρωδιά του ψαριού. 
    Έκανα ένα δυο βήματα σκυφτός αλλά γρήγορα διαπίστωσα πως μπορούσα να σταθώ τελείως όρθιος. Σταμάτησα. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα. 
Όμως ....ένα μακρόστενο σχήμα διακρινόταν στο βάθος ακριβώς απέναντι από την είσοδο.      
    Προχώρησα διστακτικά και σταμάτησα πάλι. Δεν είχα καλό προαίσθημα. Κάτι μου έλεγε να γυρίσω και να φύγω από κει μέσα. Κάτι άλλο πιο ισχυρό μου επέβαλε να προχωρήσω. Προχώρησα με μικρά βήματα. Όσο πλησίαζα προς το σχήμα τόσο ήθελα να φύγω πηδώντας από το άνοιγμα.  Όμως συνέχισα. Κάτι σκίασε το φως που ερχόταν από την είσοδο. Τρομαγμένος στράφηκα προς τα εκεί. Τίποτα ίσως κάποιο περαστικό σύννεφο. Προχώρησα κι άλλο. Έφτασα στο μακρόστενο σχήμα. Το κοίταξα με τρόμο. Έφερα το χέρι μου στόμα για να μη βάλω τις φωνές αλλά έβαλα τις φωνές.
Εκεί μπροστά μου ήταν ένα σκούρο, καλογυαλισμένο, ακριβό, πολυτελές φέρετρο.... που το είχα ξαναδεί.
   
 
 

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

ΠΑΛΙ ΕΚΕΙ; (από CHRISTOBAL)

 ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "Η ΑΥΛΑΙΑ"
Τώρα έπρεπε σύμφωνα με τις οδηγίες του δασκάλου να χτυπήσει το πόδι του στο σανίδι. Σηκώνει το κοκαλιάρικο του ποδαράκι και ... Πετάγομαι σαν τρελός φωνάζοντας: "Μηηη"
Μπαμ το χτυπάει με όλη του την δύναμη στο πάτωμα και ξαναλέει:
    "Χριστούγεννα, σημαίνουν οι καμπάνες" μπαμ το πόδι στο πάτωμα ξανά
Κανείς, δεν είδε ένα κεράκι μέσα στη φάτνη να γέρνει αργά και να πέφτει. Η φλογίτσα του άρχισε  να γλύφει την αυλαία....
*****************************************************************************************************************
     Εκείνος πάνω στη σκηνή γύρισε το κεφάλι  προς  τη φάτνη, είδε την φλογίτσα να χαϊδεύει την μπλε αυλαία, αλλά ξανακοίταξε μπροστά με τα χέρια κολλημένα στο σώμα - όπως του είχε υποδείξει ο δάσκαλος - για να συνεχίσει την απαγγελία. Η φλογίτσα στην κουρτίνα όμως έκαψε και την συνέχεια του ποιήματος. Κατάπιε με δυσκολία και είπε να ξαναπιάσει από  την αρχή: "Χριστούγεννα, σημ....." 
     Δεν πρόλαβε όμως να συνεχίσει, γιατί η φλογίτσα, τρώγοντας την  θρεπτική αυλαία γιγαντώθηκε. αστραπιαία. Έγινε ίση με το ύψος του.  Εκείνος χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει άκουσε μια φωνή μέσα του, να  του λέει :    ¨Φύγε, φύγε αμέσως".  Και έφυγε. 
    Πήγε  τρέχοντας πίσω στα παρασκήνια. Κατέβηκε τα τέσσερα ξύλινα σκαλοπάτια και βγήκε από την πίσω πόρτα της αίθουσας τελετών του Ελληνικού Δημοτικού Σχολείου της Ντίρε Ντάουα, στην αυλή.  Μια κοκκινωπή ανταύγεια που  έβγαινε από το παράθυρο φώτιζε την ασέληνη νύχτα. Άρχισε να χοροπηδάει φωνάζοντας: "Μαμά! μαμά, Μιχάλη Μιχάλη, γιαγιά, γιαγιά! " 
Δεν ήξερε πως ήμουν κι εγώ μέσα. Πως να το ξέρει άλλωστε!
    Η ξύλινη σκηνή  είχε γίνει ήδη μια φωτεινή κουρτίνα που άρχισε με μεγάλη ταχύτητα να κατατρώει την ταπετσαρία των τοίχων της αίθουσας δεξιά κι αριστερά. 
Η ηλικιωμένη κυρία, η γιαγιά μου, πάντα δυναμική άρπαξε την νεότερη, την μητέρα μου κι άρχισε να την τραβάει προς την μοναδική έξοδο. Δεν μπόρεσαν να πάνε πολύ μακριά γιατί ένας χοντρός κύριος  μπροστά τους πάσχιζε να σώσει τις καρέκλες του που έφερε από το ζαχαροπλαστείο, για την γιορτή και τις χώρισε. 
Σιγά σιγά  άρχισε να σχηματίζεται μια μάζα ανθρώπων και αναποδογυρισμένων καρεκλών που έφραζε την δίοδο προς την έξοδο. 
Δε μπορούσα βέβαια να κάνω το παραμικρό αφού τότε δεν ήμουν εκεί μέσα. Ήμουν έξω στην αυλή και έβλεπα τις φλόγες να γλιστράνε  κατατρώγοντας τα καδρόνια του ταβανιού. 
    Κάποια στιγμή η γιαγιά μου έχασε την μητέρα μου. Προσπαθούσε μέσα στο στριμωξίδι και τις φωνές πανικού να την εντοπίσει. Είδε τον  Δεσπότη που ήταν πεσμένος χάμω. Κάποιοι πατούσαν πάνω του για να πάνε προς την έξοδο. Μου φάνηκε πως είδα την άκρη της γενειάδας του να έχει αρπάξει.  Έδειχνε όμως ήρεμος γιατί προσπαθούσε να σβήσει την φωτιά από τα γένια του χτυπώντας την με τις παλάμες του φωνάζοντας: 
    " Τα μικρά, τα μικρά, απ το παράθυρο". Δεν ξέρω πως έγινε, κι αυτό που φώναζε πεσμένος χάμω ο Δεσπότης ποδοπατούμενος από τους πανικόβλητους,  που τρέχανε να βγούνε ακούστηκε μέσα στην βοή της φωτιάς, σαν κεραυνός. Ήταν λες και δόθηκε κάποιο σύνθημα γιατί κάποιοι νέοι άνδρες άρχισαν να αρπάζουν παιδάκια της πρώτης  και δευτέρας τάξης και να τα πετούν σαν να ήταν κούκλες από το παράθυρο. Αμέσως ακούγονταν φωνές πόνου από έξω ή ...καθόλου φωνές. 
    Είδα την έξοδο, την μοναδική έξοδο να φρακάρει από τις καρέκλες που είχαν πια σχηματίσει βουναλάκι. Δεν ήταν βλέπετε μόνο ο ζαχαροπλάστης που προσπαθούσε να σώσει τις καρέκλες του, ήταν κι αυτός που είχε το καφενείο. 
    Και τότε βλέπω την γιαγιά μου να έχει πάρει φόρα και με αγκωνιές να ανοίγει δρόμο προς την έξοδο. Γυναίκες ούρλιαζαν, παιδιά πεσμένα χάμω έκλαιγαν. Κάποια στιγμή πήρε το μάτι μου και την μητέρα μου. Τα μαλλιά της είχαν αρπάξει φωτιά. Το δεξί μανίκι της τουαλέτας της ήταν μέσα στις φλόγες. Ήταν πολύ αδύνατη και γλιστρώντας μέσα από τον κόσμο, δεν ξέρω πως, έκανε μια τούμπα που την έφερε στην κορυφή λόφου από καρέκλες και πεσμένα κορμιά και βρέθηκε έξω. 
     Η γιαγιά μου την είδε και τη στιγμή που ετοιμαζόταν να συνεχίσει τις αγκωνιές για να  φτάσει στην έξοδο, μια καρεκλιά την χτύπησε στο δεξί στήθος που την έριξε χάμω. Αυτό το χτύπημα  υπήρξε μοιραίο!
     Ο αδελφός μου, ο Χουγκουτζέρο Βακατσούκι όπως τον έλεγε ο δάσκαλος, γιατί ήταν ίδιος με γιαπονεζάκι,  είδε την γιαγιά να πέφτει χάμω και  άρχισε να ουρλιάζει. Ήταν κολλημένος στον πλαϊνό τοίχο και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από κει. Ώσπου κάποιος τον βουτάει και τον πετάει από το παράθυρο. Τα χέρια του και τα δύο έγιναν θρύψαλα. Ακόμη και σήμερα υποφέρει.
     Γυναίκες στριφογύριζαν με τα φλογισμένα τους φουστάνια λες και χόρευαν κάποιο εξωτικό χορό, όταν...... μέσα από τις φλόγες εμφανίστηκε ο κατάμαυρος "χαϊμαλιάς". 
Μου απλώνει το χέρι και μου λέει χαμογελώντας: " Να ιζί" (έλα εδώ)
    Του δίνω το χέρι και μόλις το άρπαξε βγήκαμε στον ηλιόλουστη  αυλή του σχολείου. Θα είχαν διάλειμμα γιατί ήταν γεμάτη παιδιά. Το καμένο κτίριο ορθωνόταν απέναντι από την εκκλησία σαν στοιχειωμένο. 
    Τότε τον είδα που φορώντας το χακί κοντό του παντελονάκι  με τα  κοκαλιάρικα του πόδια, πλησίασε μια παρέα παιδιών της τρίτης δημοτικού που μιλούσαν όλα μαζί. Μόλις τον αντιλήφθηκαν  σώπασαν απότομα, και κοίταξαν όλα χάμω λες και υπάκουαν σε βουβή εντολή. Κατάλαβε και με σκυφτό το κεφάλι απομακρύνθηκε αλλά άκουσε τον Δημήτρη, τον καλύτερό του φίλο να λέει: "Αυτός έβαλε την φωτιά".
Έκανε να γυρίσει να διαμαρτυρηθεί αλλά ενώ προσπαθούσα να τον ακούσω, γιατί δε μπορώ να θυμηθώ τι  είχα πει τότε, ο χαϊμαλιάς μου φώναξε : 
"Γιέλεμ νά ν χένταλεν" (όχι φεύγουμε) τραβώντας με.....
     Οι δύο τύποι μέσα στην βάρκα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ",  κουνούσαν τα χέρια τους. Μα τι στο καλό ήθελαν πια! Βοήθεια ζητούσαν; Ή με χαιρετούσαν; 
Και πως βρέθηκα πάλι εκεί;

   
 

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Η ΑΥΛΑΙΑ (από CHRISTOBAL)


 ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "ΗΞΕΡΑ"
Χωρίς να απαντήσω απομακρύνθηκα βιαστικά. Ένοιωθα το απορημένο  και καχύποπτο βλέμμα του πάνω μου.  Ποιος ξέρει πως θα του φάνηκα. 
Αυτό  όμως ήταν το μικρότερο κακό  που θα είχε να αντιμετωπίσει απόψε. 
    Και ήμουνα ο μόνος που το ήξερε...
***************************************************************************************************************
     Σιγά, σιγά είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος μπροστά από την αίθουσα τελετών του δημοτικού σχολείου της Ντιρε Ντάουα. 
Η  ζεστή αυτή πόλη στις παρυφές της ερήμου, με  τους όμορφα τετραγωνισμένους πεντακάθαρους  δρόμους και τα σπίτια με τους  καταπράσινους κήπους είχε περίπου τριακόσιους με τετρακόσιους Έλληνες   Είχαν καταφέρει όπως παντού όπου πάνε οι Έλληνες, να έχουν το σχολείο τους την εκκλησία τους τα ζαχαροπλαστεία τους τα καφενεία τους. Οι ιδιοκτήτες μάλιστα των ζαχαροπλαστείων  και των καφενείων έφεραν και τις καρέκλες από τα μαγαζιά τους για την Χριστουγεννιάτικη γιορτή.
    Στεκόμουν παράμερα και αυτό δημιούργησε έντονη περιέργεια σε όλους. Μιλάγανε χαμηλόφωνα μεταξύ τους και μου ρίχνανε κλεφτές απορημένες ματιές.
Άκουσα πίσω  μου θρόισμα υφάσματος και ένα βηχαλάκι. Γύρισα και αντίκρισα τον παπά που προηγουμένως παρακολουθούσε τα παιδιά να παίζουν μπάλα.
    "Χαίρεται" 
    "Καλησπέρα σας πάτερ"  είπα με τον απαιτούμενο σεβασμό χωρίς όμως να  σκύψω να του φιλήσω το χέρι.
    "Ο δάσκαλος μου είπε πως ήρθατε  σήμερα από την Αντίς Αμπέμπα", είπε
    "Μάλιστα σήμερα με την λιτορίνα" (αυτοκινητάμαξα)
Ο παπάς χάιδεψε τα γένια του σκεφτικός. "Στην λιτορίνα δουλεύει ο παππούς ενός  παιδιού  μας εδώ και δε μας είπε κανείς πως ήρθε κάποιος από την Αντίς Αμπέμπα"
Ε βέβαια ο παππούς μου, ο Ιταλός μηχανοδηγός παππούς μου, ενημέρωνε όλη την κοινότητα των λευκών για οποιαδήποτε άφιξη. Ήτανε άλλωστε ο κομιστής ειδήσεων για το τι γινόταν στην πρωτεύουσα.
    "Δε θα με πρόσεξε" είπα χωρίς ούτε εγώ να το πιστεύω
    "Πολύ περίεργο, πολύ περίεργο. Πως λέγεστε αν επιτρέπεται;" 
    "Πάτερ. πάτερ  έλα, έφτασε ο Δεσπότης" ακούστηκε ο δάσκαλος να φωνάζει.
Ο παπάς με κοίταξε καλά καλά πριν απομακρυνθεί για να υποδεχτεί τον Δεσπότη που αυτός είχε έρθει με την λιτορίνα από την Αντίς Αμπέμπα. Ήταν ένας ασκητικός  και πολύ αυστηρός ιερωμένος,  Άραβας στην καταγωγή. 
     Βρήκα τη ευκαιρία, ξεγλίστρησα κι μπήκα στην αίθουσα που θα γινόταν η γιορτή. Είχανε βρει, είχαμε βρει, ένα δέντρο που κάπως έμοιαζε με έλατο. Ήταν βαριά στολισμένο με μπόλικο βαμβάκι να μιμείται το χιόνι, που τα περισσότερα παιδιά και πολύ μεγάλοι που είχανε γεννηθεί εκεί μόνο σε ταινίες και σε καρτ ποστάλ είχανε δει. Το δέντρο το είχανε,  το είχαμε, βάλει κοντα στη σκηνή. Μάλιστα!!!  Υπήρχε κανονική σκηνή στην αίθουσα. 
   Στεκόμουν και κοίταζα την σκηνή με θλίψη.  Η αυλαία ήταν ανοιχτή. Τι όμορφη δουλειά που είχε κάνει ο δάσκαλος!  Ζωγράφιζε πολύ ωραία. Τις εικόνες της εκκλησίας δίπλα εκείνος τις είχε φιλοτεχνήσει . Είχε λοιπόν φτιάξει μια πανέμορφη φάτνη με χαρτόνι, υφάσματα  και αληθινούς βράχους που είχε πάει μοναχός του στην έρημο να τις διαλέξει. Ήταν ακριβώς όπως την θυμόμουν. Είχε βάλει και κεράκια με τέτοιο τρόπο που οι σκιές που σχηματίζονταν μεσα στη φάτνη λες και εξαύλωναν τα προσωπα της Παναγίας,του Ιωσήφ και του μικρού Ιησού. 
    Τώρα που έμπαιναν οι επίσημοι με τον Δεσπότη ήξερα πως θα ανέβαινε κάποιος να κλείσει τη αυλαία.  Και ήξερα ποιος. Και ανέβηκε εκείνος. Ακουσα τα βιαστικά του βήματα πάνω στις σανίδες της σκηνής. Ήταν τόσο αδύνατα τα ποδαράκια του μέσα από το κοντό παντελονάκι...
Στεκόμουν στο δεξιό τοίχο της αίθουσα κοντά στις πρώτες σειρές. Με είδε. Στάθηκε για μια στιγμή αμήχανος. Δεν ξέρω γιατί. Ύστερα βιαστικά έτρεξε στο σημείο που ήταν δεμένη η αυλαία την έλυσε και εκείνη κάλυψε την σκηνή, αν και το φως των κεριών της φάτνης αχνοφαίνονταν.
     Ο κόσμος άρχισε να κάθεται. Οι πρώτες σειρες βέβαια ήταν φυλαγμένες για τους επίσημους, δεσπότη, παπά, πρόεδρο της κοινότητας κ.α . Στις καρέκλες ήταν ένα  χαρτί που έγραφε για ποιόν προοριζόταν το κάθισμα. 
    Όταν κάθισαν όλοι, εγώ έμεινα όρθιος και ξεχώριζα σαν φοινικιά στην έρημο. Ο δάσκαλος ήρθε προς το μέρος μου. "Κύριε πηγαίνετε να καθίσετε εκεί." Μου έδειξε ένα άδειο κάθισμα στην πέμπτη ή έκτη σειρά κοντά σε δυο κυρίες. Πήγα ντροπαλά καθώς όλοι με κοίταζαν και κάθισα δίπλα στην πιο ηλικιωμένη από τις δυο κυρίες. Δίπλα στη γιαγιά μου. Που δίπλα της καθόταν η κόρη της. Η μητέρα μου. Οι κυρίες με κοίταξαν χωρίς να μου δώσουν και μεγάλη σημασία. Η ηλικιωμένη μου χαμογέλασε : " Ο δικός μας θα βγει πρώτος" είπε με καμάρι. 
Βίασα ένα χαμόγελο. Ένοιωθα πολύ παράξενα. Γιατί, γιατί........ 
    "Και εκείνος εκεί κάτω από το παράθυρο εγγονός μου είναι" είπε  με καμάρι και μου έδειξε ένα γιαπωνεζάκι με σχιστά μάτια και κατάμαυρα μαλλιά. 
Ναι ήταν ο αδελφός μου.  Ο δάσκαλός μας εξαιτίας των σχιστών ματιών  του τον φώναζε Χουγκουτζέρο Βακατσούκι!  Κάποτε πρέπει να μάθω ποιος ήταν αυτός ο Βακατσούκι.
     Κάποιος χτύπησε το κουδούνι που είχαμε για τα διαλείμματα. Ω Θεέ μου!!  Άρχιζε η παράσταση
Ο δάσκαλος με το κατάλευκο λινό κουστούμι άνοιξε την αυλαία  άναψε τα φώτα της σκηνής και  αμέσως εξαφανίστηκε πίσω στα παρασκήνια. Τα χέρια μου είχανε παγώσει αλλά ίδρωνα κιόλας. Τα πόδια μου τρέμαν. Η ηλικιωμένη κυρία, η γιαγιά μου γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένη. 
    Με γρήγορα βήματα εκείνος μπήκε στην σκηνή και στάθηκε δίπλα στη φάτνη. Τα μαλλάκια του ήταν με επιμέλεια χτενισμένα με την χωρίστρα αριστερά στο πλάι. Του είχαν μάλιστα βάλει και μπριγιαντίνη του παππού για μη πέφτουνε μπροστά.
    Από μέσα μου φώναζα, ούρλιαζα, χτυπιόμουν. 
Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα. Άπλωσε τα χέρια του προς το κοινό - όπως του, (μου),  είχε μάθει ο δάσκαλος και είπε: "Χριστούγεννα σημαίνουν οι καμπάνες'' 
Τώρα έπρεπε σύμφωνα με τις οδηγίες του δασκάλου να χτυπήσει το πόδι του στο σανίδι. Σηκώνει το κοκαλιάρικο του ποδαράκι και ... Πετάγομαι σαν τρελός φωνάζοντας: "Μηηη"
Μπαμ το χτυπάει με όλη του την δύναμη στο πάτωμα και ξαναλέει:
    "Χριστούγεννα σημαίνουν οι καμπάνες" μπαμ το πόδι στο πάτωμα ξανά
Κανείς δεν είδε ένα κεράκι μέσα στη φάτνη να γέρνει αργά και να πέφτει. Η φλογίτσα του άρχισε  να γλύφει την αυλαία....

   


  
  
 

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

ΗΞΕΡΑ(από CHRISTOBAL)

 ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΗ"
Δεκάδες αγόρια, εκεί γύρω στα δέκα με δώδεκα έπαιζαν μπάλα, άλλα κυνηγιόνταν, κορίτσια πήδαγαν σκοινάκι τσιρίζοντας και άλλα  πιο μικρά έκαναν γύρους με ποδήλατα κοντά στην εκκλησία. Ένας παπάς καθόταν στα σκαλιά του ναού και χάζευε τα παιδιά.     "Στον Χριστόφορο, δώσε την μπάλα στον Χριστόφορο", ούρλιαξε ένα παιδί. Ακολούθησα την πορεία της μπάλας και.... τον είδα!
_____________________________________________________________________________________

     Τον είδα. Δεν είναι δυνατόν. Αλλά τον είδα.
Τον παρακολούθησα να πηδάει  για κεφαλιά  ξέροντας ήδη το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του. 
Έχασε τη μπάλα. Την πήρε ο .... πως τον λέγανε; Που να ήταν άραγε τώρα.
    "Έλα ρε Χριστόφορε κοιμάσαι;" ακούστηκε από πολλές φωνές. 
Βλέπετε η  λέξη που αρχίζει από μαλ......  τότε δεν είχε γίνει ακόμη της μόδας όπως σήμερα.
Δεν έδωσε σημασία στους συμμαθητές του αλλά κάρφωσε το βλέμμα του σε μένα, που στεκόμουν εκεί στη αυλόπορτα του σχολείου αποσβολωμένος.
Δεν ξέρω γιατί με κοιτούσε με τέτοια ένταση αλλά το βλέμμα του έκανε και τους άλλους γυρίσουν προς εμένα.
    Αποφάσισα να κινηθώ. Να έφευγα; Να έμπαινα στην αυλή; Ήταν μια ζεστή  βραδιά. Η Ντίρε Ντάουα είναι στην άκρη της ερήμου που ενώνει την Αιθιοπία με την Σομαλία. και σχεδόν όλο τον χρόνο έκανε ζέστη.
    Μα πως στο  καλό βρέθηκα εκεί, να πάρει η ευχή να πάρει; Το πρωί ξεκίνησα από το Χαλάνδρι να πάω μια  πρωινή κυριακάτικη βόλτα στη θάλασσα εκεί προς το Πόρτο Ράφτη με το βιβλίο μου. Είδα στην έρημη παραλία εκείνη την καταραμένη βάρκα την "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ" και να μαι τώρα στο κέρας της Ανατολικής Αφρικής χρόνια πριν.
    Τα δέντρα πίσω μου στο δρόμο, με τα μεγάλα κόκκινα λουλούδια, - σαν πασχαλιές ήταν-  μοσχομύριζαν. Τι όμορφα που μύριζαν αλήθεια!
Έκανα ένα αποφασιστικό βήμα προς το εσωτερικό του σχολείου. Το παιχνίδι ξανάρχισε.     Εκείνος όμως εξακολουθούσε να με κοιτάζει. Έκανα πως τον αγνοούσα και προχώρησα δήθεν αδιάφορος προς το φωτισμένο κτίριο. Δεν καταλάβαινα όμως γιατί με κοίταζε με τόση ένταση. Εντάξει με είχε δει λίγο πριν - αλήθεια, πόσο πριν;-  εκεί στο λασπότοπο όταν ήρθε με την μοτοσυκλέτα. Και μάλιστα του είχα κρατήσει και το χέρι. Ναι αλλά τότε εκεί, ήταν τέσσερα - πέντε χρόνια μεγαλύτερος. Είναι φυσικό  - αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την λέξη - εγώ να τον γνωρίζω γιατί τον είχα ζήσει. Εκείνος όμως δεν είναι δυνατόν να με αναγνώρισε γιατί δεν με είχε ζήσει.... ακόμη.
    Μου μύρισε καπνός τσιγάρου και άκουσα ομιλίες και γέλια λίγο  πέρα.  Μπροστά από το δεύτερο  μακρύ κτίριο που είχε μία πόρτα στη μια άκρη και μια στη μέση είχαν μαζευτεί  καμιά δεκαριά άνδρες,  γυναίκες και παιδιά. 
Πήγα προς τα εκεί. Με μια αδιάφορη κίνηση γύρισα να δω αν εκείνος με παρακολουθούσε ακόμη. Ευτυχώς γύρισε στο παιχνίδι.
    Όταν έφτασα στο κτίριο που ήξερα ήδη πως ήταν η αίθουσα εορτών του σχολείου,  σταμάτησα. Από την πόρτα μπορούσα να δω μέσα. Δυο βήματα από την είσοδο είχε μια σκάλα με ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν, όπως πολύ καλά ήξερα στην σκηνή όπου δίνονταν οι σχολικές παραστάσεις. 
    Ένας κύριος με πλησίασε: " Ψάχνετε κανέναν ;" ρώτησε
Στάθηκα και τον κοίταζα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη. Στεκόταν εκεί με το κατάλευκο λινό του κουστούμι ευθυτενής και περήφανος  με το όμορφο ηλιοκαμένο του πρόσωπο - με το οποίο πολλές κυρίες της παροικίας αλλά και ξένες ήταν ερωτευμένες - και με κοίταζε χαμογελαστός. Δεν μπορούσε να ξέρει, πως θυμόμουν ακόμη τις ξυλιές που έτρωγα κάθε πρωί από εκείνον στην παλάμη γιατί τα γράμματά μου στο μάθημα της αντιγραφής ήταν απαίσια! Και εξακολουθούν να είναι.
    "'Όχι, όχι κανέναν" είπα βιαστικά και απομακρύνθηκα
Ήρθε πίσω μου και με έπιασε απαλά από το μπράτσο. "Μήπως γνωριζόμαστε;" ρώτησε "Κάποιον μου θυμίζετε" πρόσθεσε.
    "Όχι δε νομίζω" απάντησα προσπαθώντας να χαμογελάσω. Απόψε ήρθα από την Αντίς Αμπέμπα"
    "Αλήθεια;" ρώτησε "Μπράβο" πρόσθεσε χαρούμενος. "Ήρθατε για την γιορτή;"
    "Ποια γιορτή;" ρώτησα μαγκωμένος, περιμένοντας να φάω κανένα χαστούκι επειδή δεν ήξερα το μάθημά  μου.
    " Μα για τα Χριστούγεννα" είπε απορημένος με την άγνοιά μου.
    " Χριστούγεννα;" ρώτησα τρομαγμένος
    "Μα τι πάθατε; Δε νοιώθετε καλά;"
Χωρίς να απαντήσω απομακρύνθηκα βιαστικά. Ένοιωθα το απορημένο  και καχύποπτο βλέμμα του πάνω μου.  Ποιος ξέρει πως θα του φάνηκα. 
Αυτό  όμως ήταν το μικρότερο κακό  που θα είχε να αντιμετωπίσει απόψε. 
    Και ήμουνα ο μόνος που το ήξερε...
   
   

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΗ(από CHRISTOBAL)

 ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "Ο ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ"
Η φωτογραφία ήταν από τον φάκελο της αστυνομίας σχετικά με τον θάνατο του Βαν Νταμ, το 1958.  Έδειχνε τα ματωμένα απομεινάρια ενός σώματος που είχε κατασπαραχτεί από ζώο και γύρω του τα κομμάτια μιας πολυθρόνας από μπαμπού. Αυτής που πριν λίγο είχα καθίσει δακρυσμένος απ την ανάμνηση του πατέρα μου.
_______________________________________________________________

    Κοιτάζοντας, μια την παλιά φωτογραφία με το κατασπαραγμένο  κορμί του Βέλγου και την διαλυμένη πολυθρόνα που το περιέβαλε, και μια την ίδια την πολυθρόνα, άθικτη εκεί ένα βήμα πιο πέρα μέσα στην λάσπη, με έκανε να πάρω την απόφαση να φύγω από κει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, αφήνοντας τους συναισθηματισμούς. 
Την γραβάτα όμως θα την έπαιρνα. Ήταν η πρώτη μου γραβάτα.
    Με πολύ αποφασιστικότητα, πέταξα τα έγγραφα της αστυνομίας για τον θάνατο του Βαν Νταμ πάνω στην πολυθρόνα, πέρασα την γραβάτα πάνω από τον σβέρκο μου και κίνησα να φύγω. Μια τελευταία ματιά στην πολυθρόνα και στο σημείο που ήταν το δέντρο με το παρκέ πριν το αρπάξει ο ανεμοστρόβιλος και έφυγα.
    Όλα όσα είχαν συμβεί μέχρι εκείνη την ώρα αντί να με αποθαρρύνουν μου έδωσαν ένα είδος ώθησης να φύγω από το καταραμένο εκείνο μέρος το γρηγορότερο. Δε μπορεί κάπου θα τελείωνε αυτός ο βρωμερός βάλτος.
    Το φεγγάρι, αυτό το ανάποδο φεγγάρι, έριχνε το πρασινωπό του φως στο θλιβερό τοπίο και οι αρρωστημένοι θάμνοι πρόβαλαν μέσα από την λάσπη γυμνοί και μαυριδεροί. 
Άνοιξα τον βηματισμό μου, όσο μου επέτρεπε το υγρό έδαφος και όταν βρήκα τον ρυθμό μου άρχισα να ελπίζω πως σύντομα θα πατούσα σε στέρεο έδαφος, πως σύντομα θα ξανάβλεπα την γνώριμη σελήνη. 
Η σκέψη αυτή με έκανε να σηκώσω το κεφάλι και να ξανακοιτάξω το φεγγάρι στον χωρίς αστέρια ουρανό. Κάτι δε πήγαινε καλά με δαύτο - εκτός που ήταν ανάποδο σαν U ,ήταν και ακίνητο. Από την ώρα που το πρωτοείδα - ούτε κι εγώ ξέρω πότε ήταν - βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαινόταν. Αλλά δε βαριέσαι! Δε είναι ώρα για αστρονομικές παρατηρήσεις!
    Περπάτησα αρκετή ώρα. Κοίταξα το παλιό ρολόι που βρήκα εκεί στην χαμένη πια  παραλία, μέσα στα χόρτα, δίπλα στο επίσης χαμένο αμάξι μου και έδειχνε 1:35. Τώρα αυτό ήταν π.μ ή μ.μ; Τέλος πάντων ας το έχω να υπολογίζω τον χρόνο που διανύω τουλάχιστον. 
    Παρόλο που έκανε κρύο και είχε υγρασία, με το γρήγορο περπάτημα μου άρχισα να ζεσταίνομαι ευχάριστα και μάλιστα είχα ψιλοϊδρώσει. Ένοιωθα καλά!!. 
Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως είδα φώτα πέρα στο ορίζοντα. Σταμάτησα και κοίταξα προσεκτικά. Ναι δεν έκανα λάθος κάτι φώτα λαμπύριζαν στο βάθος. Επ!!! Πρέπει να συγκρατηθώ και να μην αρχίσω να ενθουσιάζομαι αν δεν φτάσω εκεί να δω. Τουλάχιστον όμως τώρα μπορούσα να βάλω ένα στόχο. Με ψυχραιμία. Γιατί έμαθα πως εδώ τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ήρεμα λοιπόν. Μάλιστα βράδυνα την περπατησιά μου για να αναγκάσω τον εαυτό μου, που ήθελε να αρχίσει το τρέξιμο προς τα φώτα και τον πολιτισμό να υπακούσει στην λογική.
    Σιγά - σιγά, άρχισα να διακρίνω και το περίγραμμα κτιρίων. Νομίζω πω μπορούσα να δω πως υπήρχαν δυο ή τρία κτίρια. Όσο πλησίαζα έβλεπα πως υπήρχαν φώτα στη σειρά σε ίσες αποστάσεις κατά μήκος του ενός κτιρίου που ήταν πιο κοντά. Σε λίγο έφτασε στα αυτιά κάτι σαν μουσική ή μάλλον όχι δεν ήταν μουσική κάτι άλλο ήταν. Βράδυνα ακόμη πιο πολύ το βήμα για να μη ακούγεται ο ρουφηχτός ήχος που έκαναν τα παπούτσια μου στη λάσπη. Ύστερα σταμάτησα τελείως. Τώρα το κτίριο απέναντί μου φαινόταν καθαρά. Είχε πολλές πόρτες στη  σειρά και πάνω από κάθε πόρτα άναβε μια λάμπα. Μάλλον  γραφεία πρέπει να ήταν. Κάποια εταιρεία εκεί στην ερημιά. Ίσως ήταν βιομηχανική ζώνη.
    Τώρα που σταμάτησα μπορούσα να ακούω καλύτερα. Όχι δεν ήταν μουσική αυτό που άκουγα. Η μουσική, έχει νομίζω ρυθμό. 
Αποφάσισα να πλησιάσω κι άλλο. Το κτίριο φαινόταν πια καλά. Και μάλιστα δεν ήταν ένα το κτίριο αλλά τρία. Αυτό με τα φώτα και τις πόρτες, ένα άλλο πιο χαμηλό με δυο πόρτες στην κάθε του άκρη και μια ...εκκλησιά. Μάλιστα μια εκκλησία.  Όλο το συγκρότημα ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Μια μεγάλη αυλόπορτα οδηγούσε στο εσωτερικό του συγκροτήματος.
    Τελικά είχα δίκιο δεν ήταν μουσική αυτό που άκουγα. Ήταν φωνές. Φωνές παιδικές. Φωνές παιδικές, στην αυλή σχολείου. 
Και μόνο τότε πρόσεξα πως δε πατούσα πια σε λάσπη αλλά σε άσφαλτο. Σε δρόμο . Ναι σε δρόμο, με όμορφα ολάνθιστα δέντρα, δεξιά και αριστερά. Σαστισμένος πήγα  αργά, διστακτικά και στάθηκα εκεί μπροστά στην αυλόπορτα. Μια μεγάλη αυλή ένωνε και τα τρία κτίρια. 
    Δεκάδες αγόρια, εκεί γύρω στα δέκα με δώδεκα έπαιζαν μπάλα, άλλα κυνηγιόνταν, κορίτσια πήδαγαν σκοινάκι τσιρίζοντας και άλλα  πιο μικρά έκαναν γύρους με ποδήλατα κοντά στην εκκλησία. Ένας παπάς καθόταν στα σκαλιά του ναού και χάζευε τα παιδιά.
    "Στον Χριστόφορο, δώσε την μπάλα στον Χριστόφορο", ούρλιαξε ένα παιδί. Ακολούθησα την πορεία της μπάλας και.... τον είδα!

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Ο ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ(από CHRISTOBAL)

  ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: ΤΟΥΚΟΥΡ ΣΕΪΤΑΝ
Εγώ ο ίδιος είχα χώσει τα χέρια μου μέσα στην πυκνή μαύρη χαίτη του νεκρού τότε ζώου.
Έχω ακόμη την μυρωδιά του στα ρουθούνια μου. 
Άρα! Άρα τι!  Ωραία λοιπόν!  Ο Βέλγος δεν μπορεί να υπήρχε, ούτε το λιοντάρι.  
Εγώ;  Ε; Εγώ λέω. Εγώ;
_____________________________________________________________________________ 

    Τώρα, τι αξία έχει να κάθομαι και να αναρωτιέμαι; Δε μπορεί το ένα, δε γίνεται το άλλο. Τρίχες! Εδώ μπροστά μου κάθεται ο μεθυσμένος Βέλγος και  δίπλα του, μέσα στη λάσπη το λιοντάρι με τη μαύρη χαίτη,  που με κοιτάει ξεφυσώντας υπεροπτικά. 
Το ζήτημα τώρα, δεν είναι να εξηγήσω, πως βρέθηκαν εδώ μετά από πενήντα τόσα χρόνια που και ο ένας και το άλλο είναι στον.... άλλο κόσμο. Το ζήτημα είναι να καταλάβω εγώ, το εδώ.
    Η κουνιστή πολυθρόνα έτριξε καθώς ο Βαν Ντάμ αργά, αργά σηκώθηκε. Τα φθαρμένα παπούτσια του - τα ίδια που θυμόμουν από τότε -  βούλιαξαν μέσα στην λάσπη. Την ίδια στιγμή το λιοντάρι με ένα μουγκρητό "διαμαρτυρίας" τον μιμήθηκε και στάθηκε κι αυτό με τις τεράστιες του πατούσες να πλατσουρίζουν στα βρομόνερα.
    "Αλόρ μεσιέ Christophe de la mer, αντιέ", είπε, έσκασε στα γέλια, ήπιε μια τεράστια γουλιά από το μπουκάλι - γλου γλου γλου και χαϊδεύοντας το κεφάλι του λιονταριού - που τον είχε κάνει κομμάτια πριν πενήντα δυο χρόνια- μου γύρισε την πλάτη και άρχισε να απομακρύνεται. Πως όμως ήξερε το εφηβικό μου ψευδώνυμο;
Το λιοντάρι με κοίταξε  με ....νόημα - έτσι μου φάνηκε - φτερνίστηκε και ακολούθησε τον Βέλγο με νωχελικό βηματισμό.
   Μέσα στο μισόφωτο το παράξενο ζευγάρι χάνονταν στην ερημιά. 
Δεν πρόλαβα να συνέλθω όταν μια αναταραχή εκεί  δίπλα μου με έκανε να αναπηδήσω. Εντελώς ξαφνικά ένας φοβερός και παράξενος ανεμοστρόβιλος, γεννήθηκε εκεί μπροστά στα μάτια μου. Ήταν λες και γεννήθηκε από το φως του ανάποδου φεγγαριού . 
Μπορούσα να δω τις φωτεινές γραμμές του αέρα καθώς επικεντρώθηκαν, επιτέθηκαν με μανία, μπορώ να πω, στο δέντρο κάτω από το οποίο βρισκόμουν.
Εκείνο, παραδομένο στις ριπές  του ανέμου λύγιζε λες και ήταν χάρτινο. Τα πυκνά του φύλλα του άρχισαν να φεύγουν πετώντας σα μεθυσμένα πουλιά και να χάνονται στο σκοτάδι, ώσπου δεν έμεινε παρά ένας κορμός με γυμνά κλαδιά που θύμιζαν αποστεωμένα όντα σε στάση ικεσίας. 
    Το παρκέ από κάτω μου άρχισε να φουσκώνει σαν κύμα και μη μπορώντας να κρατήσω την ισορροπία μου έπεσα. Ευτυχώς που ήταν εκεί η πολυθρόνα του Βέλγου και έτσι  έπεσα μπρούμυτα πάνω της αντί να κυλιστώ στις λάσπες. 
    Γύρισα και κοίταξα το δέντρο. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που άρχισε να σπάει τα κλαδιά και να τα παίρνει μακριά. Το βουητό του ανέμου ήταν  εκκωφαντικό και έμοιαζε σα να τον έφτιαχνε  μια γιγάντια ανεμογεννήτρια. Σε λίγο όλα τα κλαδιά του μεγάλου δέντρου το εγκατέλειψαν. Έμεινε μόνο ένα χοντρό κούτσουρο.
    Οι σανίδες του πατώματος που περιέβαλαν το δέντρο,  κροτάλιζαν  παράγοντας έναν ήχο σαν πυροβόλο όπλο -ταπ ταπ ταπ ταπ. 
Κοίταξα γύρω μου για βοήθεια και μόνο τότε αντιλήφθηκα πως ο χαμός που γινόταν εκεί μπροστά μου, γινόταν μόνο εκεί μπροστά μου. 
    Εγώ που ήμουν ελάχιστα μέτρα πιο πέρα δεν ένοιωθα ούτε αύρα να με αγγίζει. Το ίδιο  και ακόμη πιο πέρα. Ησυχία. Οι καχεκτικοί θάμνοι,στέκονταν με κείνη την μελαγχολική  ηρεμία που τους έδινε το χλωμό φως του ανάποδου φεγγαριού, που όμως φοβόμουν πως γέννησαν τον ανεμοστρόβιλο, που εξόντωνε το δέντρο με το παρκέ του. 
    Εκείνη την στιγμή δυνάμωσε τόσο πολύ η ένταση του ανέμου που ολόκληρος ό κορμός ξεριζώθηκε και περιστρεφόμενος με ταχύτητα μέσα στις σπείρες του αέρα χάθηκε κι αυτός στο σκοτάδι. Και όλα ησύχασαν μονομιάς. Έμεινα καθιστός για λίγο στην κουνιστή πολυθρόνα του Βέλγου μέχρι να χωνέψω όλα αυτά που συνέβησαν και να πέσουν και λίγο οι σφυγμοί μου.
   Όταν σηκώθηκα ένοιωθα τα γόνατά μου να τρέμουν. Τώρα πάλι δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Μόνο η καφετιά λάσπη που όπου ήταν πιο υγρή αντανακλούσε το λιγοστό φως του -ας πούμε φεγγαριού.
    Έπρεπε όμως να προχωρήσω. Γιατί, θα μου πείτε. Δεν ξέρω, θα σας πω. Απλώς ένοιωθα πως έπρεπε να προχωρήσω. Το πρόβλημα όμως ήταν πως ενώ προηγουμένως είχα ένα σχέδιο,  να προχωράω δηλαδή ανατολικά, τώρα μπερδεύτηκα τόσο πολύ που δεν είχα ιδέα που ήταν η ανατολή. Όμως ούτως ή άλλως θα προχωρούσα. Έριξα μια τελευταία ματιά την κουνιστή πολυθρόνα. Αν  ήταν απ αυτές που διπλώνουν μπορεί και να την έπαιρνα μαζί μου. Αυτή όμως δεν ήταν βολική και.... . τότε πρόσεξα τρία πράγματα:  Μια γραβάτα που κρεμόταν από την πλάτη, έναν κιτρινισμένο φάκελλο που ήταν στο κάθισμα όπου καθόμουν προηγουμένως και τον φακό που κρατούσε ο Βέλγος, πεσμένο μέσα στις λάσπες. Τι διαο......σσσςς είπαμε! Έσκυψα πήρα τον φακό. Δοκίμασα αν άναβε.  Μια χαρά. 
    Μετά πήρα τον φάκελο  από το κάθισμα και κάνοντας τον γύρο πήγα από πίσω και πήρα την γραβάτα. Μου φαινόταν γνώριμη.  Άναψα το φακό και της έριξα μια ματιά. Την περιεργάστηκα. Ήταν μονόχρωμη. Δεν μπορούσα να δω τι χρώμα. Πάντως σκούρα ήταν. Την γύρισα απ την πίσω μεριά και .....ε!!! Τώρα δεν μπορώ να κρατηθώ. Διάολε!! 
Σε μια λευκή ταινιούλα έγραφε: Στον Χριστόφορο για τα γενέθλιά του: 13/3/1958
Η γραβάτα αυτή ήταν δική μου. Μου την είχε χαρίσει ο μακαρίτης ο πατέρας μου, τότε. Πως βρέθηκε εκεί στην πολυθρόνα του Βέλγου πενήντα δυο χρόνια μετά;
    Με πιάσανε τα δάκρυα. Κάθισα στην πολυθρόνα και μόλις συνήλθα από την συγκίνηση άνοιξα τον κιτρινισμένο φάκελο. Είχε κάτι έγγραφα.  Άναψα τον φακό και έριξα το φως του πάνω στα χαρτιά. Ήταν όλα γραμμένα στα Αιθιοπικά και είχαν επίσημες κρατικές σφραγίδες. Είχε και μια μαυρόασπρη φωτογραφία.  Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Την γύρισα απ' εδώ κι απ' εκεί. Όταν κατάλαβα, τινάχτηκα σαν ελατήριο από την πολυθρόνα πέταξα τα χαρτιά και τη γραβάτα στον αέρα και άρχισα να χοροπηδάω σαν τρελός φωνάζοντας. 
    Η φωτογραφία ήταν από τον φάκελο της αστυνομίας σχετικά με τον θάνατο του Βαν Νταμ, το 1958.  
Έδειχνε τα ματωμένα απομεινάρια ενός σώματος που είχε κατασπαραχτεί από ζώο και γύρω του τα κομμάτια μιας πολυθρόνας από μπαμπού. Αυτής που πριν λίγο είχα καθίσει δακρυσμένος απ την ανάμνηση του πατέρα μου.