Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΠΑΡΑΛΟΓΙΖΟΜΑΙ;


     Με κυνηγούσε χωρίς να το ξέρει. Τρέχοντας βρήκα μια καρέκλα. Την κοίταξα. Μου χαμογέλασε προκλητικά. Μόλις κάθισα έλιωσε από χαρά και βρέθηκα να χορεύω παρά την θέλησή μου σε μια κομματική συγκέντρωση κάτι φιδιών που ίδρυσαν δημοκρατία.
      «Μα καλά» φώναξα!«Τι την θέλετε εσείς την....αυτήν την πως λένε;»
Σκάσανε στα γέλια και μου φέραν βραστό νερό να πλύνω τα πόδια μου ενώ πήδαγα κάνοντας μια φιγούρα άγνωστου χορού.
«Η Κάθαρσις αρχίζει από τους πόδας», τραγουδάνε μικρά φιδόπουλα χωρίς ρυθμό αλλά με αρμονία...όμως! Τότε είναι που θύμωσα.
     Πήδηξα μέσα σε μια βάρκα που περνούσε δίπλα μου και της ζήτησα να με πάει στην πλατεία, αλλά δε μου έδωσε ούτε σημασία. Κάθισε σταυροπόδι και άκουγε κάτι χοντρούς που λέγανε ανέκδοτα σε κάτι ψηλούς αδύνατους με γυαλιά που μίλαγαν άλλες γλώσσες. Γελάγανε.
    Είχαν σκάσει στα γέλια. Προσπάθησα να ακούσω κι εγώ αλλά είχε κάτι τηλεοράσεις με γυμνούς οφθαλμούς, πολύ προκλητικούς που κάναν φασαρία για να τραβήξουνε κόσμο στα μπαρ εκεί γύρω.
Πολλοί μεθυσμένοι, κρατούσαν κάτι χαρτιά και πήγαιναν πηδώντας στο ένα πόδι στις τουαλέτες να ψηφίσουν. Κάποιος μου έδωσε ένα χαρτί. Το κοίταξα. «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΑΜΕΣΩΣ ΜΙΑ ΤΟΥΑΛΕΤΑ» μου είπε το χαρτί. Δεν με εντυπωσίασε ο τόνος του όμως και δεν έκανα αυτό που μου φώναζε. Τσίριζε συνέχεια. Με νευρίασε. Το κόλλησα με στυλ σε έναν τοίχο που υποκλίθηκε μπροστά μου. Ένιωσε στολισμένος μάλλον. Πολλοί τοίχοι φορούσανε τέτοια χαρτιά. Ένας τύπος με αδιάβροχο κάτω από το κουστούμι του ήρθε και μου άπλωσε το χέρι.     Το πήρα και έφυγα. Δεν ήξερα τι να το κάνω όμως. Ήταν παραπανίσιο. Πίσω από μια κοντή κουρτίνα βρήκα ένα κουτί με μια σχισμή και το έριξα εκεί μέσα. Αμέσως κάτι τύποι με περιβραχιόνια που είχαν διάφορα χρώματα έτρεξαν και το μέτρησαν. Είχε και άλλα χέρια μέσα στα κουτιά αυτά. Θα ήταν φαίνεται αναπληρωματικά χέρια. 
    Μόλις βράδιασε άρχισαν όλοι γύρω μου, να λένε αριθμούς. Άλλοι φωνάζανε. Άλλοι κλαίγανε. Άλλοι γελάγανε. Κάποια στιγμή εντελώς ξαφνικά σώπασαν. Η σιωπή ήταν σκληρή σαν πέτρα. Ένας χοντρός με κάτι μάτια που βγάζανε φωτιές ανέβηκε σε μια κολόνα της κάποτε ΔΕΗ και άρχισε να κλαίει. «Θα φύγω, θα φύγω, θα φύγω!» φώναζε. Οι άλλοι από κάτω κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χωρίς ντροπή και άρχισαν να φωνάζουν: «Θα φύγει, θα φύγει, θα φύγει» και ήρθε το τρένο χωρίς καν να σφυρίξει. Πήρε τον χοντρό με τα φλογάτα μάτια και κάνοντας με χάρη μια τούμπα γύρω από τον εαυτό του, χάθηκε μέσα σε κάτι καπνούς που έβγαζαν τα χέρια που ήταν μέσα σε κείνα τα κουτιά με τις σχισμές πίσω από κάτι κουρτίνες. Ο κόσμος άρχισε να σπρώχνει και χωρίς να το καταλάβω ανεβήκαμε σε ένα βουνό στην κορφή. Εκεί φυσούσε και έτσι όλοι ξάπλωσαν να ξαποστάσουν στον δροσερό αέρα αφού είχανε κουραστεί από κείνες τις τηλεοράσεις με τα γυμνά μάτια τόσες ώρες. Εγώ βρήκα μια γωνιά, την αγκάλιασα με πάθος. Μου ψιθύριζε λόγια γλυκά, ερωτικά και ξέχασα τις φωνές του χοντρού που φώναζε: «Θα φύγω, θα φύγω!»
«Ε! Φύγε!» είπα, φίλησα την γωνιά μου και κοιμήθηκα.