Είμαστε στον Αύγουστο του 1995.
Ήταν η εποχή που με την γυναίκα μου αποφασίσαμε, ύστερα από προτροπή πολλών φίλων και γνωστών, που λάτρευαν τα υπέροχα κουλουράκια που έφτιαχνε και φτιάχνει εκείνη, να ανοίξουμε ένα εργαστήριο παραγωγής χειροποίητων, παραδοσιακών μπισκότων.
Δεν είχαμε βέβαια ιδέα σε τι μπλέκαμε τότε!!
Εν πάση περιπτώσει αφού βρήκαμε τον κατάλληλο χώρο, έμαθα ότι έπρεπε να πάω στον Δήμο, στην Διεύθυνση Αδειών Λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Εκεί θα έπαιρνα τις πληροφορίες για τα δικαιολογητικά που χρειαζόμασταν για να πάρουμε την Άδεια.
Εν πάση περιπτώσει αφού βρήκαμε τον κατάλληλο χώρο, έμαθα ότι έπρεπε να πάω στον Δήμο, στην Διεύθυνση Αδειών Λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Εκεί θα έπαιρνα τις πληροφορίες για τα δικαιολογητικά που χρειαζόμασταν για να πάρουμε την Άδεια.
Ευγενέστατοι οι άνθρωποι στον Δήμο μου έδωσαν σε μια κόλα χαρτί Α4 μια λίστα με 20 δικαιολογητικά από διάφορες υπηρεσίες που έπρεπε να προσκομίσω για μου χορηγήσουν την άδεια.
Μαζί με την λίστα οι καλοί αυτοί άνθρωποι, για να μην τρέχω στα χαρτοπωλεία, μου έδωσαν ένα μπλε ντοσιέ με «αυτιά» -όπως το είπαν- για να βάζω μέσα ένα- ένα τα έγγραφα που θα έπαιρνα από τις διάφορες υπηρεσίες.
Με συγκίνησε η προνοητικότητα τους και σκέφτηκα ότι μόλις έφτιαχνε η γυναίκα μου κουλούρια θα τους πήγαινα μερικά για να ευχαριστήσω τους ανθρώπους.
Αποφάσισα να ξεκινήσω ορεξάτος- ορεξάτος την επομένη κιόλας με το πρώτο χαρτί στη λίστα που έλεγε: «Επικυρωμένο και θεωρημένο αντίγραφο Αδείας Οικοδομής».
Αφού ζήτησα και πήρα από τον ιδιοκτήτη της οικοδομής, όπου θα φτιάχναμε το εργαστήριο, το αντίγραφο της αδείας, ρώτησα έναν μηχανικό φίλο μου που τα θεωρούν αυτά και μου είπε στην Πολεοδομία της περιοχής και ... χαμογέλασε. «Γιατί χαμογελάς;» ρώτησα. «Τίποτα , τίποτα» μου απάντησε χαμογελώντας ακόμη.
Το πρωί νωρίς, νωρίς ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα - για να κάνω καλή εντύπωση - έφτασα στην Πολεοδομία της περιοχής μου. Αφού έκανα μισή ώρα να βρω να παρκάρω, τελικά φτάνω στην είσοδο της υπηρεσίας στο ισόγειο ενός άθλιου κτιρίου που έγραφε απέξω «ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ.»
Στην είσοδο ένας κύριος με μπλουζάκι, αμφίβολης καθαρότητας, στεκόταν καπνίζοντας πίσω από έναν πάγκο, που η επιφάνεια του ήταν γεμάτη καψίματα από τσιγάρο. Φαίνεται πως απαγορεύονταν τα σταχτοδοχεία εδώ.
Πάνω από το κεφάλι του μια ταμπέλα που έγερνε επικίνδυνα έγραφε: «ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ».
Καρέκλα δεν υπήρχε πίσω του. Σίγουρα ο άνθρωπος αυτός θα πάθαινε ορθοστατική υπόταση. Με πολύ βλοσυρό βλέμμα και κάτι κίτρινα πεταχτά δόντια απαντούσε γρήγορα σε όλους, χωρίς χαμόγελα και αηδίες, που είναι χάσιμο χρόνου, .
Πάνω από το κεφάλι του μια ταμπέλα που έγερνε επικίνδυνα έγραφε: «ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ».
Καρέκλα δεν υπήρχε πίσω του. Σίγουρα ο άνθρωπος αυτός θα πάθαινε ορθοστατική υπόταση. Με πολύ βλοσυρό βλέμμα και κάτι κίτρινα πεταχτά δόντια απαντούσε γρήγορα σε όλους, χωρίς χαμόγελα και αηδίες, που είναι χάσιμο χρόνου, .
Όταν έφτασε η σειρά μου στάθηκα μπροστά του.
«Εσύ;» ρώτησε με οικειότητα λες και παίζαμε μπάλα μαζί στην Αφρική.
«Εσύ;» ρώτησε με οικειότητα λες και παίζαμε μπάλα μαζί στην Αφρική.
«Παρακαλώ θα ήθελα ένα επικυρ.....» πριν τελειώσω την φράση μου
«Στο δύο» είπε κοφτά.
«Ευχαριστώ» απάντησα ευγενικά και προχώρησα στον διάδρομο ψάχνοντας να βρω το γραφείο Νο 2.
Κοίταζα δεξία κι αριστερά τις επιγραφές έξω από τις πόρτες που ήταν τρεις όλες κι όλες.
Η μια έλεγε «ΑΡΧΕΙΟ» η άλλη «ΑΠΟΘΗΚΗ ΥΛΙΚΟΥ» και η τρίτη«ΤΟΥΑΛΕΤΑ- ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ».
Κοίταζα δεξία κι αριστερά τις επιγραφές έξω από τις πόρτες που ήταν τρεις όλες κι όλες.
Η μια έλεγε «ΑΡΧΕΙΟ» η άλλη «ΑΠΟΘΗΚΗ ΥΛΙΚΟΥ» και η τρίτη«ΤΟΥΑΛΕΤΑ- ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ».
«Εϊ εσύ κύριος με το κουστούμι τι κάνεις;» ακούω την φωνή του πίσω μου
«Εμμ να.... ψάχνω για το γραφείο Νο 2» είπα ταπεινά.
«Στο δύο όροφο σου είπα» μου φώναξε ενώ στεκόμουν μπροστά από την τουαλέτα που απαγορευόταν η είσοδος.
Έψαξα να βρω τη σκάλα. Θα ήταν όμως καλά κρυμμένη γιατί δεν την έβλεπα.
«Μα τι κάνεις;» με ρωτάει
«Την σκάλα. Ψάχνω την σκάλα» είπα με ένοχο ύφος.
«Ολόκληρο ασανσέρ, δεν το βλέπεις;» μου λέει επιτιμητικά Κοίταξα γύρω μου πάλι αλλά ασανσέρ δεν έβλεπα. «Τυφλός είσαι; Δεν βλέπεις τον κόσμο που μπαίνει;» ρώτησε ειρωνικά.
Και είχε δίκιο. Το ασανσέρ ήταν μπροστά στα μάτια μου. Ήταν η πόρτα που έγραφε «ΑΡΧΕΙΟ» . Τι ηλίθιος θεέ μου. Ντράπηκα!
Τέλος πάντων ανέβηκα στον δύο όροφο όπως μου είπε, και βρίσκομαι σε έναν χώρο με τέσσερα γραφεία. Τα τρία είχαν «πελάτες». Το ένα όμως στο βάθος ήταν ελεύθερο. Εκεί καθόταν ένας μουστακαλής. Σαν Μανιάτης ή Κρητικός έμοιαζε, και κάτι έγραφε. Πήγα και στάθηκα μπροστά στο γραφείο του. Όταν τέλειωσε το γράψιμο, ήπιε μια γουλιά καφέ από ένα πλαστικό ποτηράκι μόρφασε με αηδία, σήκωσε τα μάτια του, με κοίταξε και χαμογέλασε..
«Τι θα θέλατε;» ρώτησε. Με εντυπωσίασε η ευγένεια του.
«Ένα αντίγραφο αδείας οικοδομής, θεωρημένο παρακαλώ» απάντησα.
«Καθίστε. Γιατί δεν κάθεστε;» μου είπε δείχνοντας μου μια καρέκλα. Κάθισα. Εξαιρετική αγωγή ο κύριος.
«Λοιπόν; Σε ποια περιοχή είναι η οικοδομή;»
Του είπα.
«Ωραία. Στην δικαιοδοσία μας είναι.» είπε.
«Ωραία» είπα κι εγώ ανακουφισμένος που ξεκινάγαμε καλά.
«Και δε μου λέτε;» συνέχισε « ποιου έτους είναι η άδεια;»
Κοίταξα την φωτοτυπία που μου είχε δώσει ο ιδιοκτήτης.
«Του 78» είπα
«Του 78;»ρώτησε συνοφρυωμένος «Ποίου 78;»
«Τι εννοείτε ποιου 78;» ρώτησα χαμογελώντας ηλίθια
«Μα κύριε μου» ύψωσε την φωνή του τώρα « εννοώ, του 78 προ Χριστού; 78 μετά Χριστόν; του 1278; του 1878; Πότε επιτέλους;» Άναψε εκνευρισμένος τσιγάρο.
«Α!!» αναφώνησα σαν χαζός « Του 1978» είπα
« Του Πότε;;;» ρώτησε υψώνοντας την φωνή του τόσο πολύ, που είδα τους άλλους στο γραφείο να γυρίζουν και να μας κοιτάνε απορημένοι.
«Του 1978» επανέλαβα μαγκωμένος.
«Μα είναι δυνατόν; Μα είναι δυνατόν; Του 1978; Ξέρεις τι μου ζητάς;» πάει ο πληθυντικός.
«Μα τι σας ζητάω;» είπα μουδιασμένα
«Μου ζητάς άδεια του 1978. Καταλαβαίνεις τι ζητάς;»
«Μα αφού η άδεια είναι του 78 εμμ..... του 1978 τι να σας ζητήσω;»
«Που ζεις χριστιανέ μου; Που ζεις;»
«Στη οδό τάδε στο ......
«Δεν σε ρώτησα για την διεύθυνσή σου. Σε ποιο κόσμο ζεις ρωτάω» είπε φυσώντας ένα σύννεφο καπνού στα μούτρα μου.
Τώρα είχε αρχίσει να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι αλλά έλεγα από μέσα μου : «Συγκρατήσου, συγκρατήσου!»
«Στον ίδιο κόσμο με τον δικό σας» είπα κάπως έντονα.
«Και δεν ξέρεις τι έγινε το 78;»
«Το 1978 θέλετε να πείτε» πέταξα ειρωνικά.
«Εστω το 1978. Δεν θυμάσαι τι έγινε;»
Δεν απάντησα αμέσως. Προσπάθησα να θυμηθώ. Πόλεμος; Σεισμός; Πραξικόπημα; Πολιτική δολοφονία; Αναταραχές;
«Οχι λέω δεν θυμάμαι. Τι έγινε το 1978;»
«Μα αλήθεια δεν θυμάσαι;»
«Όχι δεν θυμάμαι» είπα στεγνά.
«Δεν θυμάσαι την μεγάλη πλημμύρα εδώ στην περιοχή μας;»
«Όχι δεν θυμάμαι. Δεν ήμουν στην Αθήνα τότε» είπα «Και τι σχέση έχει η πλημμύρα με την άδεια οικοδομής;»
«Τι σχέση έχει; Μα ρωτάς; Αλήθεια ρωτάς;» Σηκώθηκε όρθιος.
«Ε! ναι ρωτάω. » Απάντησα πεισμωμένος.
«Τότε θα σου πω εγώ αφού δεν καταλαβαίνεις. Όλες οι άδειες από το 78 και κάτω έχουν χαθεί κάτω από τα νερά. Κατάλαβες; Στις λάσπες. Στο βούρκο. Καταλαβαίνεις τώρα; Ελληνικά μιλάω.»
«Και τι κάνω τώρα εγώ που την χρειάζομαι;»
«Δικό σου πρόβλημα. Να πας στον προϊστάμενο. Τι να σου πω. Αλλά τζάμπα κόπο θα κάνεις.»
Σηκώθηκα και πραγματικά θυμωμένος τώρα του λέω:
«Δηλαδή θέλεις να μου πεις ότι δεν μπορώ να ανοίξω μαγαζί επειδή δεν βρίσκεις την άδεια οικοδομής; Είναι κράτος αυτό; » Φώναξα αφήνοντας κι εγώ τους πληθυντικούς.
Σαν να μου φάνηκε ότι μαλάκωσε κάπως. Σηκώθηκε κι αυτός ήρθε από την μεριά μου με πιάνει από το μπράτσο και μου λέει:
«Έλα μαζί μου ένα λεπτό»
«Έλα μαζί μου ένα λεπτό»
Βγήκαμε μαζί έξω στον διάδρομο πήγαμε σε ένα σημείο όπου δεν είχε κόσμο και σταθήκαμε. Με κοίταξε.
«Άκουσε με» είπε με τελείως αλλαγμένο τρόπο, «επειδή μοιάζεις κύριος, και σε συμπάθησα από την στιγμή που μπήκες θα βρούμε την λύση. Ξέρεις; Οι άδειες είναι σε μια παλιά αποθήκη στο διπλανό προάστιο. Εκεί μέσα μόνο ο Μάκης μπορεί να μπαίνει.»
«Ο Μάκης; Ποιος είναι ο Μάκης; » ρωτάω
«Ο Μάκης; Ο Μάκης είναι το παιδί του κυλικείου στο υπόγειο. Θα πας να τον βρεις και θα του πεις ότι έρχεσαι εκ μέρους μου. Μόνο.......που...»
«Μόνο που τι;»
«15» είπε
«15 μέρες;» ρώτησα
«Χιλιάρικα.» είπε (τότε είχαμε δραχμούλες ακόμη)
«Δεν καταλαβαίνω»
«Μα είσαι και μαλ ........Κοίτα θα δώσεις 15 χιλιάρικα στον Μάκη του κυλικείου και αυτός θα πάρει την άδεια από την αποθήκη. Τράβα κάτω στο υπόγειο και βρες τον Μάκη. Είναι ο νεαρός που έχει το κυλικείο και κάθεται στο ταμείο. Αντε πήγαινε και όταν την πάρεις φέρε την σε μένα και θα σου βάλω την σφραγίδα τάκα -τακα να κάνεις τη δουλειά σου.» Τι εξυπηρετικός!!! Τάκα τάκα!!!
Βρήκα την σκάλα για κάτω. Πήγα στο υπόγειο. Το κυλικείο ήταν ένας μακρόστενος χώρος που μύριζε διάφορα πράγματα όχι ευχάριστα πάντως. Στο ταμείο καθόταν ένας νεαρός με σπυριά στο πρόσωπο. Γύρω στα τριάντα τον έκανα.
«Ο κύριος Μάκης; » είπα
«Εγώ. Είστε ο .... από τον..... (μου είπε το όνομα) στον δεύτερο; Με πήρε τηλέφωνο.»
«Ναί»
«Λοιπόν! » είπε. Κοίταξε γύρω του,να δει αν άκουγε κανείς, «αύριο γύρω στις εννιά θα έρθεις με τα 15 που σου είπε ο από πάνω και θα πάμε μαζί στην αποθήκη να ψάξουμε. Εντάξει;»
«Καλώς» είπα «αύριο στις εννιά εδώ.»
Καθώς έβγαινα από τα κυλικείο μου φώναξε:
«Και που σαι εκτός από τα 15 που είπαμε να φέρεις και γαλότσες μαζί σου»
«Γαλότσες; Γιατί να φέρω γαλότσες;»
«Γιατί είναι γεμάτο οχιές και σκορπιούς εκεί στην αποθήκη. Να μην έχουμε και κηδείες!! Χα χα χα » κάγχασε το σκατόμουτρο.
Την άλλη μέρα το πρωί βγήκα από το σπίτι μου φορώντας μαύρες γαλότσες Αυγουστιάτικα. Πηγαίνοντας να πάρω το αμάξι, τρεις γείτονες μου που κουβέντιαζαν στην πιλοτή της πολυκατοικίας με ρώτησαν και οι τρεις εν χορώ.
«Ρε Χριστόφορε που πας πρωί πρωί καλοκαιριάτικα με τις γαλότσες;»
«Στην πολεοδομία» είπα και έφυγα αφήνοντάς τους σύξυλους.
Βρήκα την σκάλα για κάτω. Πήγα στο υπόγειο. Το κυλικείο ήταν ένας μακρόστενος χώρος που μύριζε διάφορα πράγματα όχι ευχάριστα πάντως. Στο ταμείο καθόταν ένας νεαρός με σπυριά στο πρόσωπο. Γύρω στα τριάντα τον έκανα.
«Ο κύριος Μάκης; » είπα
«Εγώ. Είστε ο .... από τον..... (μου είπε το όνομα) στον δεύτερο; Με πήρε τηλέφωνο.»
«Ναί»
«Λοιπόν! » είπε. Κοίταξε γύρω του,να δει αν άκουγε κανείς, «αύριο γύρω στις εννιά θα έρθεις με τα 15 που σου είπε ο από πάνω και θα πάμε μαζί στην αποθήκη να ψάξουμε. Εντάξει;»
«Καλώς» είπα «αύριο στις εννιά εδώ.»
Καθώς έβγαινα από τα κυλικείο μου φώναξε:
«Και που σαι εκτός από τα 15 που είπαμε να φέρεις και γαλότσες μαζί σου»
«Γαλότσες; Γιατί να φέρω γαλότσες;»
«Γιατί είναι γεμάτο οχιές και σκορπιούς εκεί στην αποθήκη. Να μην έχουμε και κηδείες!! Χα χα χα » κάγχασε το σκατόμουτρο.
Την άλλη μέρα το πρωί βγήκα από το σπίτι μου φορώντας μαύρες γαλότσες Αυγουστιάτικα. Πηγαίνοντας να πάρω το αμάξι, τρεις γείτονες μου που κουβέντιαζαν στην πιλοτή της πολυκατοικίας με ρώτησαν και οι τρεις εν χορώ.
«Ρε Χριστόφορε που πας πρωί πρωί καλοκαιριάτικα με τις γαλότσες;»
«Στην πολεοδομία» είπα και έφυγα αφήνοντάς τους σύξυλους.
Στο υπόγειο σε μια ερειπωμένη αποθήκη βρισκόταν το «αρχείο» της πολεοδομίας.
Μόλις ο Μάκης ξεκλείδωσε το λουκέτο της αλυσίδας με την οποίαν ήταν κλειδωμένη η μεγάλη σιδερένια πόρτα, και μπήκα μέσα είδα έναν τεράστιο χώρο γεμάτο αρχειοθήκες μεταλλικές από ντέξιον. Ήταν όλες πεσμένες η μια πάνω στην άλλη σαν γιγάντια ντόμινο. Χιλιάδες ντοσιέ με έγγραφα σχημάτιζαν μικρούς λόφους στο πάτωμα.
«Έλα άρχισε να ψάχνεις» μου είπε «και προσοχή στους σκορπιούς!!» πρόσθεσε.
«Υπάρχει κάποια λογική εδώ στους σωρούς με τους φακέλους;» ρώτησα νιώθοντας τα πόδια μου να ιδρώνουν μέσα στις γαλότσες.
«Μπα!!. Ότι φάκελο πιάνεις κοίτα την ημερομηνία και αν δεν είναι ο δικός σου, πέτα τον πιο πέρα» μου είπε. «Εγώ θα αρχίσω από την απέναντι μεριά. Εντάξει;»
«Εντάξει», είπα και σκύβοντας άρχισα να τραβάω από ένα βουναλάκι φακέλους: 1952, ο ένας 1969 ο άλλος, 1973, 1945, 1967, 1941. Τίποτα τελείως άσχετες χρονιές. «Θεέ μου θα φάμε μέρες εδώ μέσα» σκέφτηκα. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου όταν άκουσα:
«Τον βρήκα εδώ είναι!!» Φώναξε ο Μάκης.
Ήρθε με ένα τεράστιο χαμόγελο κραδαίνοντας ένα ταλαιπωρημένο ντοσιέ.
«Αυτός δεν είναι;»
Κοιτάω το όνομα και την ημερομηνία. Ήταν ο δικός μου του 1978.
«Μα πως τα κατάφερες;»
«Εσύ τα έφερες;» ρωτάει
«Ποια;»
«Τα δεκαπέντε ντε; Που είπαμε χθες;»
« Α! Ναι» είπα ταραγμένος και βιαστικά βάζω το χέρι στη τσέπη να βγάλω τις 15 χιλιάδες που είχα φέρει σε χιλιάρικα.
Πάνω στη βιασύνη μου όμως μου πέσανε χάμω και αστραπιαία σκύβουμε ταυτόχρονα και οι δύο να τα μαζέψουμε και κουτουλήσαμε με δύναμη τα κεφάλια μας. Ζαλίστηκα!
Αυτός όμως τίποτα. Τα μάζεψε σε χρόνο μηδέν και τα μέτρησε όσο εγώ έτριβα το μέτωπό μου.
Όταν γύρισα σπίτι με βλέπει η γυναίκα μου με το θεωρημένο χαρτί στο χέρι και με ρωτάει:
«Το μέτωπό σου. Που χτύπησες το μέτωπό σου; Έχει φυτρώσει καρούμπαλο!»
Ε! Λοιπόν! Το καρούμπαλο αυτό δεν έλεγε να φύγει. Με ταλαιπώρησε σχεδόν ένα μήνα. Αφού τα παιδιά μου το ονόμασαν: «Καρούμπαλο της Πολεοδομίας»!
Τ Ε Λ Ο Σ