Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΚΟΣ ΟΙΩΝΟΣ

Με το ξεκίνημα της εβδομάδας, θα ήθελα να προειδοποιήσω τους τολμηρούς φίλους που έχουν το θάρρος (και θράσσος;) να εισέρχονται στην ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, πως τα πράγματα δεν θα είναι καλά.

    Τα πρώτα σημάδια τα είδα την Κυριακή.
Θυμάστε τι ωραία μέρα ήταν. Είπα λοιπόν να πάρω το βιβλίο μου και να πάω κάπου στη θάλασσα εδώ κοντά, έτσι για να μη μείνω και αυτή την Κυριακή στο σπίτι. Είχα πια βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια.
    Ήταν μόλις εννιά η ώρα το πρωί και έτσι ήμουν τυχερός, (τρόπος του λέγειν) γιατί βρήκα ένα ήσυχο λιμανάκι εδώ κοντά – δεν θα πω που - και κατέβηκα στην αμμουδιά να περπατήσω λιγάκι. Η άμμος με προσκαλούσε να βγάλω τα παπούτσια. Τα έβγαλα λοιπόν και κρατώντας τα από τα κορδόνια, άρχισα να περπατάω αμέριμνος απολαμβάνοντας την αίσθηση της άμμου στις πατούσες μου. Γύριζα κάθε τόσο και κοιτούσα πίσω μου καμαρώνοντας τις πατημασιές μου ανάγλυφες στην υγρή άμμο.
    Το κύμα έσπαγε πολύ διακριτικά στην ακτή. Δεν έβλεπα κανέναν άλλον γύρω μου. Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για τον κλασικό Έλληνα της Κυριακής. Οι ταβέρνες με τα κοψίδια δεν είχανε ακόμη ανοίξει βλέπετε.
    Καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω έβλεπα μια βάρκα στην ακρογιαλιά. Έμοιαζε παλιά και εγκαταλειμμένη, από εκεί που βρισκόμουν. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν ιδανικό μέρος να καθίσω στο σκαρί της και να διαβάσω λίγο.
    Όταν έφτασα εκεί είδα πως πράγματι ήταν μια παλιά ξύλινη, ρημαγμένη από την αρμύρα, την υγρασία και τον αέρα βάρκα. Το χρώμα της ήταν ένα ξεθωριασμένο γαλαζοπράσινο.
    Πήγα γύρω – γύρω να δω αν είχε πουθενά γραμμένο κανένα όνομα.
Στην αριστερή μεριά της πλώρης αναφαίνονταν κάτι μαύρα κεφαλαία γράμματα. Βάλθηκα να τα διαβάσω.
Δεν ξέρω τι με έπιασε και άρχισα να τρίβω με το χέρι μου το σκαρί στο σημείο που ήταν τα γράμματα για να διώξω την άμμο που είχε κολλήσει. Έτριβα αρκετή ώρα. Η παλάμη μου είχε κοκκινίσει και είχα λαχανιάσει, λες και κάτι με υποχρέωνε να διαβάσω το όνομα της βάρκας.
Όταν νόμισα πως καθάρισε το σημείο, απομακρύνθηκα λιγάκι για δω αν διαβαζόταν κανένα όνομα. Γέρνοντας το κεφάλι μια δεξιά μια αριστερά κατάφερα να δω τι έγραφε.
Έγραφε: «ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ»
Τι διάολο όνομα ήταν αυτό;
Στο μεταξύ άρχισε να κάνει λίγη ψύχρα.
Άκου «ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ».
    Τσαντίστηκα έτσι χωρίς να ξέρω γιατί και αποφάσισα να φύγω. Κάθισα χάμω να βάλω τα παπούτσια μου. Έριξα μια ματιά εκεί που είχα αφήσει το αμάξι. Κάτι όμως δεν μου πήγαινε καλά. Φόρεσα τα παπούτσια και σηκώθηκα να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Κοίταξα την βάρκα και έκανα να φύγω, όταν αντιλήφθηκα πως τα γράμματα είχαν γίνει όπως τα είχα βρει πριν αρχίσω να τα τρίβω. Δεν διαβάζονταν πια.
«Δε μας παρατάς» μουρμούρισα μουντζώνοντάς την. Άρχισα να απομακρύνομαι και τότε κατάλαβα τι ήταν αυτό που δε μου πήγαινε καλά προηγουμένως.
Οι πατημασιές μου που καμάρωνα στην άμμο, πριν από λίγο, είχαν χαθεί. Λες και δεν είχα ποτέ πατήσει εκεί.
Που πήγαν πατημασιές μου; Τι είδους όνομα ήταν αυτό της βάρκας; Γιατί συμπεριφερόμουνα έτσι και μούντζωνα βάρκες μεσα στην ερημιά; Τι με υποχρέωσε να τρίβω σα τρελός το παλιό σκαρί  για να διαβάσω το όνομά του;

Να το ξέρετε κάτι θα συμβεί πολύ σύντομα. Να είστε προετοιμασμένοι……

1 σχόλιο:

  1. Στο είπα ότι θα ερευνήσω σε βάθος. Εχω βρεί τι είναι αυτό που κυρίως δεν μου αρέσει σ'αυτή τη διάσταση. Είναι οι έρημες αναρτήσεις. Ούτε ένα σχόλιο να της κρατάει παρεούλα να κουβεντιάζουν πότε πότε. Δεν είμαι της μοναξιάς. Δεν την εζησα ευτυχώς ποτέ και ξέρω ότι με φοβίζει. Ισως το ίδιο και την ανάρτηση. Βάλθηκα λοιπόν να αντικαταστήσω τις πατημασιές που έχασες με δικές μου. Και συνεχίζω την περιπλάνησή μου προς το σήμερα. Καλά να είμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή