Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ (του CHRISTOBAL)

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ " HID AHOUN"

Γύρω μου και όσο έφτανε το μάτι μου δεν έβλεπα παρα μόνο ερημιά και μερικούς καχεκτικούς θάμνους. Ακόμη και η θάλασσα όπου  λίγο πριν μια σαραβαλιασμένη βάρκα με το όνομα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ"  έπλεε με δύο επιβάτες μέσα είχε χαθεί. Το σημείο που πάρκαρα το αυτοκίνητό μου και είχα βρεί το ρολόι μέσα στα αγριόχορτα, δε φαινόταν πια .  Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει. Σε λίγο θα νύχτωνε κι εγώ μόνος εδώ στην ερημιά παραμιλώντας και παραληρώντας σε άγνωστη γλώσσα θα.....
Θα τι;......
______________________________________________________________________________________________

     Θα τι;..... Τίποτα. δεν είχα επιλογές. Εκεί δεν μπορούσα να μείνω. Άλλωστε μπορεί να είχα την ίδια τύχη με τον μπουφέ που τον κατάπιε η λάσπη. Τώρα  γιατί η λάσπη κατάπιε μόνο τον μπουφέ και όχι εμένα μαζί τον χαϊμαλιά; Ίσως της αρέσανε τα έπιπλα αντίκες. Κρύο αστείο. Το ξέρω. Αλλά τι περιμένατε. Ο ήλιος συνέχιζε την πορεία του προς την δύση. Λίγο ήθελε ακόμη για να χαθεί,  Άρχισε να κάνει και ψύχρα. 
    Δεν είχα καμιά επιλογή. Έπρεπε να προχωρήσω. Σύμφωνοι. Να προχωρήσω προς τα που;  Προς όποια κατεύθυνση και πήγαινα δεν έβλεπα ποιά διαφορά υπήρχε. Παντού ένας λασπότοπος με καχεκτικούς θάμνους. Τίποτα άλλο. 
Αποφάσισα, έτσι χωρίς να ξέρω το γιατί να πάω προς την ανατολή. 
     Ξεκίνησα με αποφασιστικό βηματισμό για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, και άρχισα να διασχίζω τον βάλτο.
Όσο προχωρούσα δεν έβλεπα καμία αλλαγή στο περιβάλλον. Μόνο  που άρχισε αργά - αργά να σκοτεινιάζει. Αυτό δεν ήταν και ότι καλύτερο. Νύχτα σε μέρος άγνωστο, να περπατάς σε λάσπες και να κολλάνε τα παπούτσια σου κάθε τόσο. Να έχουν βραχεί οι κάλτσες  σου και να κρυώνεις και από πάνω να φοβάσαι μη και σε καταπιεί η παράξενη λάσπη μέσα στη νύχτα.
     Εντελώς ξαφνικά άκουσα κάτι σα βουητό μηχανής να έρχεται από κάπου μπροστά μου. Μηχανή. Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή που θα λάτρευα τις μηχανές. Το πρόβλημα ήταν πως επειδή είμαι κουφός από το ένα αυτί, δεν μπορούσα να εντοπίσω από που ερχόταν ο ήχος. Αλλά δε χρειάστηκε. Ο ήχος ήρθε σε μένα.
     Μια τεράστια παλιά μοτοσυκλέτα που κινιόταν με μεγάλη ταχύτητα  και έβγαζε μπλε καπνούς από την εξάτμιση, χωρίς να επηρεάζεται από την γλιστερή λάσπη, ήρθε και φρέναρε μερικά μέτρα μακριά μου. Ο οδηγός ήταν δυσανάλογα μικρόσωμος σε σχέση με το μέγεθος της μηχανής. 
     Δε μπορούσα ακόμη να τον δω γιατί φορούσε κάτι σα κουκούλα.  Μείναμε ακίνητοι, ο ένας να κοιτάει τον άλλο με την μηχανή να γουργουρίζει. Ξαφνικά ο μικρόσωμος οδηγός με απίστευτη ευλυγισία πήδησε από την σέλα, στερέωσε την μηχανή στη λάσπη και ήρθε προς το μέρος μου  με αργά βήματα. 
Δε ξέρω γιατί αλλά είχα αναστατωθεί. Κάτι στον βηματισμό του μου φάνηκε γνώριμο. Μόλις έφτασε απέναντι μου, στάθηκε ακίνητος για λίγο και ύστερα με αργή σχεδόν τελετουργική κίνηση έβγαλε την κουκούλα , σήκωσε το πρόσωπό του,  καθώς ήταν πολύ πιο κοντός από μένα,  με κοίταξε. και μου χαμογέλασε.  Μου κόπηκε η ανάσα!
Δεν ....... δεν είναι δυνατόν...... εκεί μπροστά μου, στεκόταν.......στεκόταν......

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή