Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (του CHRISTOBAL)


ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ: "Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ"
Έπιασα το απλωμένο του χέρι..... και βρέθηκα στον προθάλαμο του δωματίου 609 μιας κλινικής στο κέντρο της Αθήνας, όπου έσβηνε ο πατέρας μου. Ήταν Φεβρουάριος του 1986.
***********************************************************

     Λάθος. Δεν βρέθηκα στον προθάλαμο του 609. Βρέθηκα σκαρφαλωμένος, γαντζωμένος μάλλον στο στενό πρεβάζι έξω από το παράθυρο του δωματίου. Έξι ορόφους πάνω από τον δρόμο. Έτρεμα από το κρύο, από τον φόβο και από την θλίψη. Άσχετα αν είχα ξαναβρεθεί εκεί πριν από 24 χρόνια στις 10 Φεβρουαρίου του 1986 ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους. 
Όχι βέβαια κρεμασμένος έξω από το παράθυρο όπως τώρα, αλλά στον προθάλαμο του 609 μαζί με συγγενείς και φίλους του πατέρα μου.     
    Είχε σκοτεινιάσει πια και το φως στο δωμάτιο ήταν αναμμένο. Από κάτω τα αυτοκίνητα περνούσαν σα φωτεινή λωρίδα. Απέφευγα να κοιτάζω κάτω γιατί δεν μπορώ ούτε σε καρέκλα να ανέβω χωρίς να πανικοβληθώ. Υψοφοβία του κερατά.
     Από το παράθυρο που ήμουνα γαντζωμένος έβλεπα τον πατέρα μου μέσα στο δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, ακίνητο με κλειστά τα μάτια, με τους ορούς, να κρέμονται πάνω από το κεφάλι του, με τα χέρια του κατατρυπημένα, μπλάβα και γεμάτα γάζες και τσιρότα. Έμοιαζε γαλήνιος. Τώρα τις τελευταίες μέρες που ήταν σε κώμα είχε μάλλον ησυχάσει από τους πόνους. Έτσι ήλπιζα ή νόμιζα. "Καρκίνος του ήπατος εκ μεταστάσεως".
     Δεκατέσσερεις μήνες πάλευε μάταια. Δεκατέσσερεις μήνες που ο άνθρωπος του 1,83 είχε γίνει μια σταλιά και τον έπαιρνα στα χέρια μου σα μωρό παιδί.
     Τώρα κρεμασμένος όπως ήμουν έξω από το παράθυρο έβλεπα τους γιατρούς και τις νοσοκόμες να μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο, ανοίγοντας και κλείνοντας πίσω τους την συρόμενη μεσόπορτα που χώριζε το δωμάτιο από τον προθάλαμο όπου είχε μαζευτεί κόσμος. Συγγενείς, φίλοι και δυο, τρείς εργάτες από τον μύλο του στην Λάρισα.
Και εκείνος με την γυναίκα του/μου.
Εκείνος είχε πια πατήσει τα σαράντα και άρχισε να αφήνει μούσι για να κρύψει μια κηλίδα λεύκης στο πιγούνι του. Το μούσι του/μου ήταν κιόλας γκρίζο. Το αστείο είναι πως νόμιζε ότι ήταν προσωρινό. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά όμως, καλύπτει ακόμη -κατάλευκο τώρα- πιγούνι, πάνω χείλος και μέρος από τα μάγουλα. Πολλοί μου λένε τώρα πως μου δίνει κύρος. Έστω!
     Ο αδελφός του/μου που ήταν γιατρός και διευθυντής της κλινικής βρισκόταν απόψε κλεισμένος στο γραφείο του στο ισόγειο με τα φώτα σβηστά. Περίμενε....Όλοι περιμένανε το τέλος πια....
Μήνες είχε να κινηθεί μόνος του ο πατέρας μου. Τον πλένανε οι αποκλειστικές και εγώ βοηθούσα να τον κρατάω στη κατάλληλη θέση.
     Τώρα έβλεπα τον χοντρό γιατρό με την στενή ιατρική μπλούζα που δεν κούμπωνε εξαιτίας της πεταχτής κοιλιάς του. Συνήθως ήταν και λίγο πιωμένος από το ουίσκι που τον κέρναγε ο πατέρας μου μέχρι πριν από λίγες μέρες, πριν πέσει σε ηπατικό κώμα. Το ουίσκι ήξερε ο γιατρός, ήταν στον πάτο της ντουλάπας.
     Ήδη από την ώρα που βρέθηκα να κρέμομαι έξω από το παράθυρο του δωματίου στον έκτο όρόφο, τον είχα δει να πηγαίνει βιαστικός να τραβάει μερικές ρουφηξιές όποτε η νοσοκόμα έλειπε. Ήταν όμως κοινό μυστικό στην κλινική, το μπουκάλι στην ντουλάπα του 609.
     Τα χέρια μου που έσφιγγαν το πρεβάζι του παράθυρου είχαν ξυλιάσει από το κρύο. Αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτσι όπως βρέθηκα γαντζωμένος εκεί δεν ήξερα πότε και πως θα έφευγα πάλι.
    Η μεσόπορτα άνοιξε πάλι. Μπήκε η μελαχρινή νοσοκόμα κρατώντας ένα δισκάκι με διάφορα φιαλίδια σύριγγες. Έκλεισε πίσω της την πόρτα και πήγε στο κρεβάτι. Έριξε μια ματιά στους ορούς, ρύθμισε τον έναν. Πήρε μια σύριγγα γεμάτη ένα κιτρινωπό υγρό και την άδειασε μέσα σε μια από τις φιάλες με τους ορούς που κρέμονταν. Μια ματιά στον πατέρα μου.
Ευχόμουν να έβλεπα ενδιαφέρον ή κάτι τέλος πάντων ανθρώπινο, πέρα από το επαγγελματικό. Αλλά ή δεν έβλεπα καλά μέσα από το τζάμι ή δεν υπήρχε κάτι τέτοιο.
     Εκείνος, τώρα εκεί έξω, στον προθάλαμο του δωματίου, ευτυχώς που είχε κοντά του την γυναίκα του που στεκόταν δίπλα του στήριγμα γερό. Ήταν συντετριμμένος όχι τόσο γιατί έχανε τον πατέρα του - κάτι άλλωστε που ενδόμυχα ευχόταν πια - αλλά γιατί τον έχανε μόλις άρχιζε να τον γνωρίζει.
     Η μεσόπορτα ξανάνοιξε, μπήκαν δυο νοσοκόμες και την ξανάκλεισαν, πίσω τους . Κάτι έκαναν στο κρεβάτι, έριξαν μια ματιά στην "πεταλούδα" που ήταν γαντζωμένη στη ράχη της παλάμης του και γύρισαν να φύγουν, κάτι είπαν μεταξύ τους, μάλλον αστείο θα ήταν, τις είδα να γελάνε. Μαζέψανε κάτι γάζες που είχαν πέσει στο πάτωμα και πήγαν προς την έξοδο.
     Τράβηξε λοιπόν η πιο ηλικιωμένη την μεσόπορτα. Εκείνη όμως δεν κουνήθηκε. Ξαναέκανε την προσπάθεια. Τίποτα. Την είδα να απευθύνεται στην πιο νέα. Βάλανε μαζί από μια παλάμη στην λαβή της πόρτας και με δύναμη την τράβηξαν. Τίποτα. Κάτι έλεγαν. Δεν άκουγα. Μια προσπάθεια ακόμη. Η πόρτα έμενε ασάλευτη. Άρχισαν να την χτυπάνε με τις γροθιές τους. Σα να είχανε πανικοβληθεί.
Εκείνος έξω στον προθάλαμο, ξαφνιάστηκε μόλις άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα. Και η γυναίκα του επίσης. Εγώ τώρα έξω απ το παράθυρο άκουγα τις νοσοκόμες να φωνάζουν: "Ανοίξτε μας"
    Εκείνος πετάχτηκε από το σκαμπό όπου ήταν καθισμένος και πήγε στην πόρτα. Θυμάμαι ακόμη την δύναμη που έβαλε. Τίποτα. Η πόρτα δεν κουνιόταν καν.
Ο χοντρός γιατρός είχε έλθει. "Τι συμβαίνει;" ρώτησε. Η ανάσα του μύριζε οινόπνευμα.
"Η πόρτα. Δεν ανοίγει." Είπε εκείνος γεμάτος άγχος.
"Τι θα πει δεν ανοίγει. Τόσες φορές μπήκαμε και βγήκαμε" είπε ο γιατρός με ύφος αυθεντίας.
Πλησίασε και ακουμπώντας και την κοιλιά του στην πόρτα, φώναξε:
"Εσείς από μέσα, τραβήξτε με το τρία."
Με  το τρία τραβάει. Εγώ από το παράθυρο έξω, είδα και τις νοσοκόμες να τραβούν. Αλλά τίποτα. Η πόρτα ούτε που κουνήθηκε.
    Στον προθάλαμο τώρα οι τρεις εργάτες του μύλου που είχαν έρθει από την Λάρισα, ανάλαβαν έργο. Άρχισαν να τραβούν, να σπρώχνουν να τραντάζουν, να χτυπούν με τις γροθιές τους. Τίποτα. Η πόρτα δεν έπαιρνε χαμπάρι.
Οι νοσοκόμες μέσα στο δωμάτιο σταμάτησαν να προσπαθούν και στέκονταν σιωπηλές δίπλα στη πόρτα.
Έβλεπα τον πατέρα μου ήρεμο με το στέρνο να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά και τα μάτια του κλειστά. Ήταν βυθισμένος στο κώμα, αδιάφορος για όσα συνέβαιναν.
     Εκείνος, εκεί στον προθάλαμο, βρισκόταν στα όρια πανικού. Κάποια στιγμή χωρίς καν να το σκεφτεί βγαίνει στο διάδρομο του ορόφου, πηγαίνει με αποφασιστικό βήμα στο διπλανό δωμάτιο, όπου νοσηλευόταν μια κυρία και χωρίς καν να ζητήσει συγγνώμη, πάει στο παράθυρο, το ανοίγει, το καβαλάει, με το ένα πόδι.
Κοιτάζει έξω. Τότε συνειδητοποιεί τι πήγαινε να κάνει. Θυμάμαι ότι οι όρχεις του μαζεύτηκαν. Ζάρωσαν επώδυνα. Το πόδι του που κρεμόταν απ'έξω ακούμπησε στο στενό τσιμεντένιο πεζούλι. Στο ίδιο που στεκόμουν εγώ τώρα.
Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό, έβγαλε και το άλλο του πόδι έξω και βρέθηκε  να στέκεται έξι ορόφους πάνω από τον δρόμο. Κάτι θα πρέπει να του είχε συμβεί. Ή κάτι θα τον είχε σπρώξει να κάνει τέτοια απίθανη για κείνον κίνηση. Ακόμη και σε φιλμ να έβλεπε κάποιον να βρίσκεται στην θέση που ήταν εκείνος τώρα δεν άντεχε και έκλεινε τα μάτια.
     Άρχισε σιγά - σιγά πόντο-πόντο να σέρνεται ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο, προς το παράθυρο που βρισκόμουν εγώ. Δεν έπρεπε όμως να με δει.
Κινούμενος κι εγώ ακριβώς όπως εκείνος, με τους όρχεις μου εξαφανισμένους προχώρησα αργά και χώθηκα σε ένα σκοτεινό σημείο του τοίχου.
     Εκείνος, έφτασε στο παράθυρο, και χωρίς καν να σταθεί να πάρει ανάσα, χτύπησε το τζάμι. Φαντάζομαι τον τρόμο των νοσοκόμων μέσα στο δωμάτιο. Θα είχαν γουρλώσει τα μάτια κοιτάζοντας προς το παράθυρο. Ποιος μπορεί να τους χτυπούσε το τζάμι νυχτιάτικα στον έκτο όροφο στο δωμάτιο ενός ετοιμοθάνατου;
     Ακουσα κάποια στιγμή το παράθυρο να ανοίγει, εκείνος το έσπρωξε με βια και λες και έκανε αυτήν την κίνηση κάθε μέρα καβάλησε το πρεβάζι και μπήκε στο δωμάτιο. Ήτανε σαν την κάθε κίνησή του, κάποιος άλλος ή κάτι άλλο να του την υπαγόρευε. Πήγε και κάθισε στη άκρη της πολυθρόνας που ήταν απέναντι από το κρεβάτι. Μια νοσοκόμα αφού συνήλθε από το ξάφνιασμά της πήγε και έκλεισε το παράθυρο.
     Εγώ στο μεταξύ, ξαναπήρα την θέση μου στο κλειστό παράθυρο. Οι νοσοκόμες πήγαν δίπλα στον ασθενή μια από κάθε πλευρά πασπάτευαν τους ορούς και τις γάζες. Εκείνος γραπωμένος από τα χερούλια της πολυθρόνας τις παρακολουθούσε. Εγώ είχα πραγματικά ξυλιάσει όχι όμως από το κρύο αλλά από ......
     Ξαφνικά, χωρίς κανένα, προειδοποιητικό σημάδι, ό άνθρωπος στο κρεβάτι, που ήταν σε βαθύ κώμα, που δεν είχε κινηθεί μόνος εδώ και μήνες, ο πατέρας μου/του, ανακάθισε με φόρα, κοίταξε εκείνον στην πολυθρόνα, με κάτι τεράστια μάτια - που ακόμη και αυτή την στιγμή τα βλέπω μπροστά μου - και μετά...... θεέ μου, αυτό δεν είχε συμβεί την προηγούμενη φορά, γύρισε και κοίταξε και εμένα στο παράθυρο με φοβερή ένταση. Κόντεψα να γκρεμοτσακιστώ από την τρομάρα μου.
Ύστερα έκλεισε απαλά τα μάτια έπεσε πίσω στο κρεβάτι και έσβησε.
Η πόρτα απαλά, άνοιξε μόνη της.
    Εκείνο όμως το βλέμμα, σε μένα εκεί στο παράθυρο δεν ήτανε των ματιών του. Από κάπου αλλού ήταν. Και δεν ήτανε βλέμμα. Μήνυμα ήταν: "Θα σε ξαναδώ"....






   
  

14 σχόλια:

  1. Μυστήριο στο τέλος, μία δόση μεταφυσικού και παράδοξου, αριστοτεχνικό γράψιμο που δεν σε αφήνει, σε κάνει να θέλεις να το διαβάσεις όλο με μία ανάσα...

    Με άλλα λόγια Christobal... σε μεγάλη φόρμα... προσφέροντας ένα χαρμάνι αναμνήσεων και φανταστικού, έτσι που δύσκολα ξεχωρίζεις το ένα από το άλλο. Και στο τέλος ΔΕΝ σε ενδιαφέρει να τα ξεχωρίσεις...

    Και άλλο !! Σύντομα !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το εύρημα να πηγαίνει στο παρελθ΄ον σαν άλλος και να συναντάει τον εαυτό του είναι έξυπνο, Η σημερινή ανάρτηση τον πήγε φαντάζομαι σε πολύ δδύσκολη ώρα. Αυτό που λέει ο παραπάνω gip, Πως τελικά δεν έχει σημασία να ξεχωρίσεις τοα φανταστικό από το πραγματικό συμφωνώ. Καλό πολύ καλο γράψιμο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διάβασα και ο προηγούμενο για να τα συνδέσω.
    Χμ, προσωπικού χαρακτήρα, σαν όνειρο μοιάζει αλλά ακόμα κι αν δεν είναι είσαι ο μοναδικός ερμηνευτής αφού είσαι η πηγή της προέλευσης.
    Πόσο είναι δικό σου πόσο γέννημα φαντασίας το αποτέλεσμα μετρά που είναι η λύτρωση. Άλλωστε και το φανταστικό κάπου μέσα μας έχει τις ρίζες του απλά βγαίνει με κώδικες.

    Καλό απόγευμα σ΄όλη την παρέα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. GiP
    Πρέπει να ομολογήσω πως ήταν από τα πιο δύσκολα θέματα που "κλήθηκα" να αφηγηθώ. Μεγάλο μέρος της αφήγησης βασίζεται σε γεγονότα.
    Ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Καλό πετρελ... απόγευμα ήθελα να πω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. B.U
    Το εύρημα όπως το αποκαλείς είναι το κόλπο μου να αποστασιοποιούμαι από τα γεγονότα και να προσθέτω και φανταστικά.
    Να είσαι καλά για τις επισκέψεις σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Κωνσταντίνε,
    Περνώντας το κατώφλι μας, φέρνεις τον δικό σου αέρα. Το φανταστικό όπως λες κι εσύ, είναι η πραγματικότητα από άλλη γωνία για αυτό με γοητεύει. Ίσως δραπετεύω έτσι.
    Να έχεις ένα καλό βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Το "ΒΛΕΜΜΑ" του christobal, έχει κάτι από όλους μας. Το παντρεμα του πραγματικού με το φανταστικό το κανει γοητευτικό.
    Όσο παει τα κείμενα εδω μέσα μεστώνουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Chrostobal, σου ανταποδείδω του έπαινους!
    Δηλαδή ο απέξω ήταν και ο από μέσα;
    Δεν μπορεί να υπονοείς τον Παράδεισο χριστιανικό!
    Αυτό θα ήταν ανέφικτο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ΝΙΚΟΛΑΕ,
    Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και το σχόλιο.
    Ορισμένα από τα γεγονότα της ζωής μου, μου είναι πιο εύκολο να τους δίνω φανταστική διάσταση και ο σημερινός εαυτός μου να επισκέπτεται τον "κάποτε" εαυτό μου και να τον παρακολουθεί.
    Αυτή η "εαυτοδιχοτόμηση" μου δίνει την ευχέρεια να βλέπω από απόσταση τις αναμνήσεις μου. Δεν εννοώ χρονική.
    Να είσαι καλά και να έχεις ένα δημιουργικό Σαββατοκύριακο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Το κειμενο του CRISTOBAL βαθια συγκινη τικο αποκοσμο και ανθρωπινο ταυτοχρονα σε κανει να θελεις να κλαψεις αλλα ταυτοχρονα σου δινει και μια αισθηση γαληνης.ΜΠΡΑΒΟ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. εξαιρετικο!!!!!!!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Μαράκι ευχαριστώ πολύ για τα πολλαααα θαυμαστικά
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. ΠΕΡΑΣΑ ΝΑ ΑΦΗΣΩ ΜΙΑ ΖΕΣΤΗ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΩ ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ :)))

    ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή