Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Η ΠΥΛΗ

     Δεν είχε καταλάβει ακόμη ο νεαρός άντρας με το απορημένο βλέμμα πώς βρέθηκε πρωί – πρωί σε κείνη την πορεία κρατώντας μάλιστα και το κράνος του στο χέρι.
Καθώς σχεδόν αυτόματα ακολουθούσε τους μπροστινούς του, άκουγε κάποιον από πίσω του να του φωνάζει:
«Λουκάα!  Έϊ Λουκάα! Χωρίς την Ιθάακηη δεν θα ‘βγαινες στον δρόομοοο!». Η φωνή είχε και ηχώ λες κι ερχόταν από ξεχασμένο όνειρο.
Σταμάτησε και γύρισε να δει. Όσοι έρχονταν από πίσω του έπεσαν πάνω του χάνοντας τον βηματισμό τους. Κανείς δεν τον στραβοκοίταξε. Κανείς δεν του έκανε παρατήρηση.
«Μα τι σχέση έχει η Ιθάκη;» μονολόγησε συνεχίζοντας την πορεία του με όλους εκείνους γύρω,  χωρίς να  έχει ιδέα που πηγαίνανε και γιατί.
    Έκανε ψύχρα παρόλο που  το καλοκαίρι  δεν είχε αποχαιρετίσει ακόμη. Κοίταξε τους διπλανούς του. Είχαν όλες και όλοι μια έκφραση, σαν να  είχαν περάσει μια νύχτα γεμάτη παθιασμένο έρωτα  και περπατούσαν τώρα αναπολώντας τις ηδονές που είχαν νιώσει.
Αναρωτιόταν αν και ο ίδιος είχε την αυτήν την έκφραση αλλά ήξερε ότι όχι ερωτική βραδιά δεν είχε περάσει, αλλά είχε να αγγίξει γυναικείο χέρι εδώ και καιρό.
    Την τελευταία φορά που γυναίκα πήρε στο χέρι της το δικό του ήταν πριν από μήνες, σε ένα ταξίδι  του σε κείνο το άθλιο λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας.  Μια χοντρή μελαψή γυναίκα με όμορφο πρόσωπο και φωτεινό βλέμμα, τον είχε πλησιάσει, όταν εκείνος περιφερόταν στα ζεστά, υγρά σοκάκια της πόλης. Αφού στάθηκε εμπρός του, τον κοίταξε με κείνα τα όλο φως μάτια της και πήρε το αριστερό του χέρι χωρίς καν να τον ρωτήσει. Ο Λουκάς δεν αντέδρασε και την άφησε να του ανοίξει απαλά την παλάμη. Εκείνη αφού διέτρεξε σιωπηλή για λίγο με το δάχτυλο της γραμμές του χεριού του, σήκωσε το βλέμμα, τον κοίταξε κατάματα και του είπε:
«Toi pas vieux!» (Eσυ όχι γέρος). Ο Λουκάς γαλλικά δεν ήξερε, όμως τα μάτια της τα πρόσεξε. Δεν ήταν φωτεινά πια! 

    Η Ευγενία ήταν ξυπόλυτη όταν για κάποιο άγνωστο λόγο αναγκάστηκε να βγει στο δρόμο ανάμεσα σε όλη εκείνη την μάζα ανθρώπων που προχωρούσε σιωπηλή. Το πρόωρο κρύο της περόνιαζε τα κόκκαλα αφού το μόνο που φορούσε ήταν ένα λεπτό νυχτικό.
Εντάξει δεν ήταν νέα πια, αλλά δεν ήταν δα και τόσο γριά για να κρυώνει έτσι πριν ακόμη έρθει το φθινόπωρο.
Η αλήθεια είναι ότι και τους άλλους δίπλα της τους έβλεπε να κρυώνουν. Το ότι ήταν ξυπόλητη δεν την ενοχλούσε, γιατί  πολλοί  γύρω της δεν φορούσαν τίποτα στα πόδια κι άλλοι ήταν σχεδόν γυμνοί.
    Δίπλα της πήγαινε ένας νεαρός. Αυτός φορούσε παπούτσια και κρατούσε μάλιστα και ένα κράνος. Κάθε τόσο τον έβλεπε να γυρίζει πίσω του λες και κάποιον γύρευε. Μα που πήγαιναν; Μήπως γινόταν καμιά γιορτή πουθενά; Μήπως πήγαιναν σε καμιά πολιτική συγκέντρωση;
«Μα εγώ δεν νοιάζομαι για τα πολιτικά.»  μονολόγησε η Ευγενία. Η μόνη έγνοια που είχε τώρα ήταν ο άντρας της. Τι θα έκανε μόλις ξυπνούσε; Τον είχε επιτέλους πιάσει το υπνωτικό και κάποια στιγμή αργά κοιμήθηκε. Μόλις ξυπνούσε όμως ποιος θα του έδινε τα φάρμακά του; Ήταν γέρος και βαριά άρρωστος.  
Τώρα όπου να ναι θα ξύπναγε  και θα έπρεπε να πάρει εκείνο το μεγάλο χάπι με το κεχριμπαρένιο χρώμα. Ποιος θα του το έδινε όταν εκείνη τριγύριζε  ξυπόλυτη και σχεδόν γυμνή σε πορείες πρωϊνιάτικα;
    Ένα χέρι πήρε το δικό της. Γύρισε να δει. Ήταν ο νεαρός με το κράνος που πήγαινε δίπλα της. Δεν τράβηξε το χέρι της. Το άφησε έτσι  χαλαρό μέσα στην μεγάλη παλάμη του νεαρού. Γύρισε και τον κοίταξε.
    «Πως σε λένε;» τον ρώτησε
    «Λουκά.» απάντησε εκείνος κοιτάζοντας την.
    «Λουκά; Ωραίο όνομα!» είπε εκείνη και έσφιξε το χέρι του.
    «Εσένα;» ρώτησε ο Λουκάς
    «Ευγενία» απάντησε εκείνη νιώθοντας σαν παιδούλα.
    «Πολύ όμορφο και το δικό σου όνομα Ευγενία» της χαμογέλασε ο Λουκάς και της έσφιξε και εκείνος το χέρι.
 Η Ευγενία τώρα δεν αισθανότανε πια το κρύο, ούτε σκεφτόταν το κεχριμπαρί χάπι που έπρεπε να πάρει ο άντρας της. Ένιωθε λες και είχε φύγει για ταξίδι μακρινό και δεν είχε μείνει κανένας πίσω που να τον νοιάζεται.
Ήταν ένα κοριτσάκι τώρα η Ευγενία, με τα γυμνά του πόδαράκια και πήγαινε εκδρομή!  Που όμως;   
    Ο Λουκάς έπαψε πια να γυρίζει να δει ποιος τον φώναζε διαρκώς από κάπου εκεί πίσω με την σαν ηχώ φωνή. Ένιωθε την ζεστασιά του χεριού της Ευγενίας και θυμήθηκε για μια στιγμή εκείνη την μελαψή χοντρούλα σε κείνο το λιμάνι που του είχε πιάσει το χέρι και αφού μελέτησε τις γραμμές, του είχε πει κάτι στα Γαλλικά με βλέμμα σκοτεινιασμένο.
     Δεν τον ενδιέφερε  καν που  η Ευγενία θα μπορούσε να είναι  και μάνα του. Το χεράκι της τον ένοιαζε και τα ξυπόλητα  ποδαράκια  της που πρόβαλαν κάτω από το λεπτό νυχτικό. Σαν κοριτσάκι ήταν.
    «Λουκά! Που πηγαίνουμε μαζί με όλους αυτούς;» ρώτησε.
    «Δεν έχω ιδέα! Και δε με νοιάζει αφού είμαστε μαζί!» απάντησε εκείνος και πέταξε μακριά το κράνος. Άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε από την μέση. Προχώρησαν μαζί. Χαμογελούσαν.
Μια πυκνή ομίχλη τώρα κάλυπτε τα πάντα.
    Κάποια στιγμή λες και είχε δοθεί παράγγελμα, το πλήθος άρχισε να επιταχύνει τον βηματισμό του. Σχεδόν έτρεχαν.
Η ομίχλη γύρω τους πύκνωνε ολοένα. Ο Λουκάς κρατώντας αγκαλιά την Ευγενία που γέλαγε σαν κοριτσόπουλο, τρέχοντας χώθηκαν κι αυτοί βαθιά στην ομίχλη.
    Ξαφνικά εκεί μέσα από την καταχνιά πρόβαλε απρόσμενα μπροστά τους, μια τεράστια Πύλη που το μέγεθος της και μόνο, τους ξάφνιασε όλους και σταμάτησαν. ‘Ήταν ένα απίστευτο θέαμα.
Η ομίχλη τώρα είχε γίνει γλυκό φως και τύλιγε την θεόρατη, πανέμορφη Πύλη που έμοιαζε να ήταν φτιαγμένη από αμέτρητων αιώνων όνειρα.
    Γρήγορα το πλήθος ξεπέρασε τον φόβο του. Όλοι αλαλάζοντας  από χαρά, πέταγαν ότι φορούσαν και τρέχοντας πέρναγαν μέσα από το άνοιγμα, στην φωτεινή πλευρά της Πύλης. 
    Ο Λουκάς και η Ευγενία αγκαλιασμένοι κι ολόγυμνοι  διάβηκαν μέσα στο φως της Πύλης και κοιτάχτηκαν. Ένιωθαν σαν να βρήκαν ο ένας στον άλλον την ψυχή που γύρευαν σε όλη τους την ζωή.
    Ψιθύριζαν λόγια αγάπης, όταν σηκώθηκε ένας δυνατός  άνεμος που πήρε για πάντα μαζί του το άχρηστο πια βάρος των κορμιών τους. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά κι ένας υπέρτατος οργασμός λευτέρωσε για πάντα τις ψυχές τους στον πηγαιμό για την αιώνια  τους Ιθάκη.


5 σχόλια:

  1. Δεν έχω να πω τίποτα... Απολύτως τίποτα.
    Μόνο απόλαυσα το ταξίδι προς την αιώνια Ιθάκη.
    Μακάρι σ' αυτό το ταξίδι να είχαν όλοι ένα χέρι ζεστό
    για να διαβούν την Πύλη χαρούμενοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @FLORA GIA
      Νομίζω Φλώρα μου ότι ίσως η καλύτερη ευχή για όλους μας είναι αυτή η υπέροχη που εξέφρασες στο σχόλιο σου. Σε ευχαριστώ πολύ που μας την έφερες εδώ.

      Διαγραφή
  2. Λες να είναι τόσο γαλήνια και ερωτική η "επιστροφή";
    Υπέροχα παρήγορο Χριστόφορε!

    ΑΑΦιλιά καρδιάς! (Άπειρα και Αληθινά!)...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Άιναφετς
      Δεν ξέρω ειλικρινά γιατί έχω αυτήν την αίσθηση. Αλλά την έχω από μικρό παιδί. Να σαι καλά που ήρθες να μου τα πεις αυτά.
      Τα ΑΑ ήρθαν και με γέμισαν αισιοδοξία!

      Διαγραφή
  3. Μου άφησες ένα ληθαργικό συναίσθημα τόσο υπέροχο, ελπίζω να είναι έτσι με μένα όταν ολοκληρωθώ αυτό το ταξίδι και να ξεκινήσω το άλλο ...
    ...αλλά είμαι σίγουρη ότι θα είναι το χέρι του συζύγου μου αυτή που θα βρω, γιατί θα περιμένω σε ένα σύννεφο μέχρι να έρχεται, δεν υπάρχει τίποτα θερμότερο από το χέρι του.

    Un beso y muchas gracias por este texto. Lo guardaré como un tesoro toda mi vida. Gracias.

    ΑπάντησηΔιαγραφή