Σύνδεση με [Νο 1]
«Θεέ μου!!» φώναξα και σωριάστηκα στο κάθισμα μη μπορώντας να πάρω τα μάτια μου από την φωτογραφία όπου ολοκάθαρα εικονιζόταν ένας άνδρας που είχε καρφώσει ένα μαύρο μαχαίρι, βαθιά στο στήθος μιας γυναίκας που στεκότανε μπροστά του.
Η γυναίκα - ήμουν σίγουρος - ήταν εκείνη με την κόκκινη ομπρέλα, και τα μαύρα μαλλιά, που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα, είχε σηκώσει τα μάτια, με κοίταξε και μου χαμογέλασε μέσα στην βροχή, λίγο πριν μπει στο αμάξι. Ο άνδρας που την μαχαίρωνε ...... ήμουν εγώ!
*********************************************************
«Μα πως Θεέ μου;» φώναξα λες και ήθελα η φωνή μου να φτάσει εκεί ψηλά στα ουράνια.
«Μα πως Θεέ μου;» φώναξα λες και ήθελα η φωνή μου να φτάσει εκεί ψηλά στα ουράνια.
Το παράξενο είναι ότι δεν άφηνα την φωτογραφία από το χέρι μου, αλλά ούτε και από τα μάτια μου. Με είχε σαγηνέψει με έναν νοσηρό τρόπο το θέαμα του εαυτού μου να μαχαιρώνει κατάστηθα μια πανέμορφη γυναίκα! Αρρωστημένα πράγματα!
«Ας την χάμω την φωτογραφία. Μη την κοιτάς άλλο!» μου ψιθύρισε ο κάποιος που κρυβόταν μέσα από τους διαδρόμους του μυαλού μου.
Βρήκα πως είχε δίκιο και αποφάσισα να αφήσω την φωτογραφία στο τραπέζι δίπλα στο πιάτο με ξυλιασμένα μακαρόνια. Άκουσα την βροχή που τώρα είχε δυναμώσει να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου, λες και ήθελε να της ανοίξω να μπει.
Γύρισα και κοίταξα. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά.
Κοίτα λοιπόν φίλε μου! Μόλις το μυαλό μου ξεκόλλησε για δευτερόλεπτα από την φωτογραφία, άρχισε πάλι να λειτουργεί. Και όχι μόνο αυτό αλλά και ο κάποιος εκεί μέσα είχε διάθεση να καθίσουμε να ξεδιαλύνουμε το θέμα.
Πρώτα- πρώτα, πως είναι δυνατόν τούτη η γυναίκα να έχει μαχαιρωθεί από τον οποιονδήποτε -πόσο μάλλον από μένα που δεν κούνησα από το σπίτι μου ούτε ρούπι- αφού ούτε μισή ώρα δεν είχε περάσει από την στιγμή που μπήκε σε ένα αμάξι, εδώ μπροστά από την πολυκατοικία μου, αφού πρώτα σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε και μου χαμογέλασε;
Δε θα ξεχάσω πάντως την ανατριχίλα που μου προκάλεσε τούτο το χαμόγελο. Γιατί όμως αλήθεια;
«Μήπως την έχεις ξαναδεί;» ρώτησε ο κάποιος
«Μπαααα! Δε νομίζω. Μπαα!» είπα λες και είχα παρέα στο δωμάτιο. Με βοηθάει όμως να λύνω προβλήματα όταν λέω φωναχτά τις σκέψεις μου.
Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα ότι κοιτάζοντας προηγουμένως την φωτογραφία, σοκαρίστηκα από το θέαμα και δεν κάθισα να την μελετήσω καλύτερα.
«Σωστή σκέψη» λέει ο κάποιος
Σηκώνομαι και πάω στο στενάχωρο μπάνιο μου, που το πάτωμά του είναι γεμάτο πετσέτες και εσώρουχα πετάμενα. Πρέπει να κάτσω κάποια στιγμή να μαζέψω εκεί μέσα. Πως στο διάολο έγινα έτσι!
Έρριξα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου, έσκυψα χάμω βρήκα την πιο στεγνή πετσέτα και σκουπίστηκα. Βγήκα και πήγα στην κουζίνα. Σε κάποιο ντουλάπι πρέπει να είχε ένα μπουκάλι με λίγο ουίσκι. Το βρήκα. Δυο δάχτυλα είχαν μείνει ακόμη. Πήγα στο σαλόνι και κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Ρούφηξα μια γουλιά πιοτό και πήρα την φωτογραφία. Την έβαλα πάνω στο τραπέζι και την κοίταζα από πάνω. Μα από από που είχε έλθει;
Έρριξα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου, έσκυψα χάμω βρήκα την πιο στεγνή πετσέτα και σκουπίστηκα. Βγήκα και πήγα στην κουζίνα. Σε κάποιο ντουλάπι πρέπει να είχε ένα μπουκάλι με λίγο ουίσκι. Το βρήκα. Δυο δάχτυλα είχαν μείνει ακόμη. Πήγα στο σαλόνι και κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Ρούφηξα μια γουλιά πιοτό και πήρα την φωτογραφία. Την έβαλα πάνω στο τραπέζι και την κοίταζα από πάνω. Μα από από που είχε έλθει;
Πρώτα κοίταξα την κοπέλα. Την μελέτησα καλά. Ναι! Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν αυτή με την κόκκινη ομπρέλα που είδα νωρίτερα. Ήταν πανέμορφη παρόλο που τώρα το βλέμμα της ήταν γεμάτο τρόμο και τα χείλη της συσπασμένα. Με τα χέρια προτεταμένα προσπαθούσε να...με σπρώξει. Φορούσε ένα μαύρο, σαν τα μαλλιά της μακρύ φόρεμα, σαν να ήταν έτοιμη να πάει κάπου επίσημα ή να έχει γυρίσει απο κάποια έξοδο.
«Κοίτα εσένα προσεκτικά.» είπε ο κάποιος.
Δε χρειαζόταν να μου το πει. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην εικόνα μου και ...θύμωσα. Αν μπορούσα θα χαστούκιζα τον εαυτό μου! Μα είναι δυνατόν να κάθομαι και να σκέφτομαι: «Δεν είμαι κι άσχημος...» τέτοιες ώρες;
Τέλος πάντων. Ο θυμός μου όμως με έκανε να δω καλύτερα! Άπλωσα το δεξί μου χέρι και το κοίταξα. Ύστερα άπλωσα και το αριστερό μου και το κοίταξα κι αυτό. Ε λοιπόν ναι! Δεν έχω ρολόι! Χρόνια τώρα δε φοράω ρολόι.
Τέλος πάντων. Ο θυμός μου όμως με έκανε να δω καλύτερα! Άπλωσα το δεξί μου χέρι και το κοίταξα. Ύστερα άπλωσα και το αριστερό μου και το κοίταξα κι αυτό. Ε λοιπόν ναι! Δεν έχω ρολόι! Χρόνια τώρα δε φοράω ρολόι.
Στην φωτογραφία πάντως φορούσα ένα τεράστιο ρολόι σαν το Μπιγκ Μπέν ήταν - αυτά που είναι της μόδας τώρα τελευταία- και μάλιστα στο δεξί μου χέρι. Με το χέρι που είχα καρφώσει το μαχαίρι στο στήθος της. Που βρήκα εγώ τέτοιο ρολόι; Και μάλιστα να το φοράω στο δεξί;
«Και μοιάζει και πανάκριβο. Το κουστούμι; Το είδες το κοστούμι;» είπε ο κάποιος.
Δίκιο είχε. Εγώ ο -«όχι και τόσο άσχημος»- εαυτός μου στην φωτογραφία, φορούσε ένα καλοραμμένο μαύρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο, με κόκκινη μονόχρωμη γραβάτα και μαντηλάκι στο ίδιο χρώμα με την γραβάτα. Λοιπόν σας ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό ότι
μαύρο κουστούμι δεν είχα φορέσει ποτέ μου. Μπλε ναι και γκρι και καφέ ναι, όταν δούλευα στην διαφημιστική εταιρεία πριν κλείσει τον περασμένο Γενάρη και μας διώξουν όλους. Πριν από τέσσερις μήνες δηλαδή. Μαύρο όμως ποτέ!
Καλά γραβάτα κόκκινη μπορεί να είχα κάποια που να μοιάζει αλλά μαντηλάκι; Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω φορέσει μαντηλάκι στο τσεπάκι. Ούτε άσπρο, ούτε κόκκινο, ούτε άλλο χρώμα.
Το χειρότερο όμως ήταν το χαμόγελο μου. Με πάγωσε τούτο το χαμόγελό μου. Το καταλαβαίνετε; Εγώ ο Άρης σκότωνα χαμογελώντας!
«Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο!» είπε ο κάποιος νομίζοντας πως είχα όρεξη για αστεία τέτοια ώρα.
«Σκάσε!» του φώναξα αλλά εκείνος έπνιξε ένα γέλιο.
Χτυπάει το κινητό μου. Το σταθερό το είχα καταργήσει πια εδώ και μήνες. Δε μπορούσα να πληρώνω για δυο τηλέφωνα.
Σηκώνομαι και πηγαίνω στον πάγκο της κουζίνας όπου το είχα αφήσει. Κοίταξα την οθόνη:
ΑΠΟΡΡΗΤΗ ΚΛΗΣΗ, έγραφε. Συνήθως δεν απαντώ σε τέτοιες κλήσεις γιατί είναι από τράπεζες ή από κάτι εταιρείες προβολής. Τα ξέρω.
Κάτι όμως με ώθησε να απαντήσω.
«Ναι;» λέω
«Ο κύριος Άρης Ζενέκος;» ρωτάει μια βραχνή ανδρική φωνή.
« Ποιος είναι;» λέω φροντίζοντας να δείξω εκνευρισμό.
«Είσαι o Ζενέκος;» λέει με αναίδεια
«Ναι ο Ζενέκος είμαι. Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου.
«Χα, χα χα ένας θαυμαστής σου είμαι. Τι στυλ ρε φίλε!» απάντησε με ειρωνεία
«Λέγε τι θέλεις που να πάρει ο διάολος;»
«Ε, ε ήρεμα! Για το καλό σου παίρνω. Δε μου λές; Ωραία η φωτογραφία ε; χα χα χα»
Ομολογώ ότι εδώ κόμπλαρα που λένε. «Ξαναρώτα τον τι θέλει» συμβούλεψε ο κάποιος.
«Τι θέλεις επιτέλους; Ποια φωτογραφία;»
«Ελα, έλα Ζενέκο. Ξέρεις για ποια φωτογραφία μιλάω. Ε! Λοιπόν είσαι φοβερός. Εκανες σπουδαία δουλειά και καθαρή. Ούτε επαγγελματίας να ήσουνα! Άκου τώρα σε μισή ώρα να έχεις κατέβει στην είσοδο της πολυκατοικίας σου. Θα περάσει ένα αμάξι να σε πάρει. Εχουμε πολλά να πούμε.»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβω.» είπα με πείσμα.
«Ακου Ζενέκο, δεν έχω όρεξη για παιχνίδια. Γι αυτό γύρνα, κοίτα προς το παράθυρό σου, και μέτρα ώς το τρία. Τώρα!»
Δεν πρόλαβα να γυρίσω και το τζάμι έγινε κομμάτια και κάτι καρφώθηκε στον τοίχο απέναντι με δύναμη τινάζοντας σοβάδες και κομμάτια από τούβλο.
Δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ήταν αυτό που καρφώθηκε στον τοίχο.
Δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ήταν αυτό που καρφώθηκε στον τοίχο.
«Κατάλαβες τώρα γιατί πρέπει να κατέβεις Ζενέκο; Λοιπόν κλείνω τώρα. Η ώρα είναι οχτώ και τέταρτο. Στις εννιά παρά τέταρτο να είσαι κάτω. Και κοίτα βάλε κάτι της προκοπής. Έτσι; Όχι σαν λέτσος που είσαι τώρα. Στη φωτογραφία είσαι κούκλος άντε γεια τώρα.... »
Έμεινα με το βουβό τηλέφωνο στο αυτί.
Μα τι συνέβαινε; Με έβλεπε κιόλας; Από που; Αφού δεν είχε πολυκατοικία απέναντι. Ήταν το τρίγωνο παρκάκι. Μήπως είχαν βάλει κάμερα στο διαμέρισμα; Θα έψαχνα μετά.
Πήγα στο τοίχο στο σημείο που καρφώθηκε η σφαίρα. Είπα να την τραβήξω να την βγάλω. «Οχι μη!» είπε ο κάποιος. Δίκιο είχε. Μα από που πυροβόλησαν; Να πάρει έπρεπε τώρα να βάλω και καινουργιο τζάμι...!
Πήγα στο τοίχο στο σημείο που καρφώθηκε η σφαίρα. Είπα να την τραβήξω να την βγάλω. «Οχι μη!» είπε ο κάποιος. Δίκιο είχε. Μα από που πυροβόλησαν; Να πάρει έπρεπε τώρα να βάλω και καινουργιο τζάμι...!
Κοίταξα την ώρα στο ρολόι της κουζίνας. Ήταν οκτώ και είκοσι. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. «Νομίζω καλύτερα να υπακούσεις. Δεν ξέρεις τι έιναι αυτός. Και μη ξεχνάς ότι έχει και φωτογραφία στα χέρια του που σε δείχνει να σκοτώνεις μια κοπέλα» είπε ο κάποιος.
Δεν είχε άδικο ο κάποιος. Πήγα στο υπνοδωμάτιό μου να βρω κανένα ρούχο να φορέσω. Άνοιξα την ντουλάπα. Παράξενο γιατί, σαν να πλανιόταν γυναικείο άρωμα εκεί μέσα. Γυναίκα είχα καιρό να φέρω. Στα χάλια που ήμουν τον τελευταίο καιρό δεν είχα διάθεση για έρωτες.
Πάντως όλα κι όλα, μπορεί στο σπίτι μου γενικά να είμαι τελείως ακατάστατος στην ντουλάπα μου όμως έχω απόλυτη τάξη. Ξέρω στα τυφλά που είναι το κάθε τι. Είναι μια ιδιοτροπία που την έχω από μικρός. Δεν χρειάζεται να ψάχνω για βρω τα ρούχα που ήθελα να φορέσω.
Άπλωσα λοιπόν το χέρι μου, παραμέρισα τις κρεμάστρες γυρεύοντας να βρω το γκρι μου παντελόνι. Όταν το βρήκα μου φάνηκε παράξενο, γιατί αντί για κρεμάστρα με παντελόνι έπιασα κρεμάστρα με σακάκι. Την τράβηξα και έβγαλα το ρούχο έξω.
«Διάολε» σκέφτηκα. «Τι είναι τούτο;» Το κοιτάω στο φως και βλέπω πως στο κάτω μέρος της κρεμάστρας κρεμόταν και το παντελόνι. Κουστούμι.
Ένα μαύρο κουστούμι!
«Μα δεν έχω μαύρο κουστούμι!» είπα φωναχτά. Γυναικείο άρωμα αναδυόταν από το ύφασμα. Έφερα το σακάκι στη μύτη μου και ήταν λες και κάποια γυναίκα που είχε λουστεί σε βαρύ άρωμα είχε τριφτεί στα πέτα του σακακιού.
Απ το τσεπάκι πρόβαλε ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι. «Μα τι γίνεται; Πως βρέθηκε εδώ που να πάρει ο διάολος;» αναρωτήθηκα.
«Το κοστούμι που φοράς στη φωτογραφία!» ψέλλισε ο κάποιος μέσα μου με δέος.
Χωρίς να το πολυσκεφτώ και χωρίς να ξέρω γιατί, βάλθηκα να το φορέσω. Είναι απίστευτο το πόσο καλά εφάρμοζε πάνω μου και το παντελόνι και το σακάκι. Έβαλα ένα λευκό πουκάμισο και βγήκα από το δωμάτιο. Η ώρα είχε κιόλας πάει εννιά παρά τέταρτο. Έπρεπε να βιαστώ γιατί ομολογώ ότι δεν ήξερα τι και ποιόν είχα να αντιμετωπίσω και γιατί.
Βγήκα βιαστικός στο σαλόνι, είδα την τηλεόραση αναμμένη και πήγα να την σβήσω και έμεινα με ανοιχτό το στόμα αλλά άφωνος.
Πάνω στην συσκευή αναπαυόταν ένα τεράστιο ρολόι χεριού, το ίδιο με αυτό που φορούσα στην φωτογραφία την ώρα που μαχαίρωνα την γυναίκα. Μια παρόρμηση με ώθησε να το φορέσω κι αυτό και μάλιστα στο δεξί - αν είναι δυνατόν!!.
Χωρίς να χασομερήσω άλλο, βγήκα έτσι επίσημα ντυμένος, και χωρίς να περιμένω το ασανσέρ πήρα τις σκάλες. Όταν βγήκα στο πεζοδρόμιο, ένα μαύρο αμάξι με περίμενε. Ο οδηγός που κάπνιζε, μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να μπω στο πίσω κάθισμα.
Μπήκα. Κάθισα και η μυρωδιά του τσιγάρου μου έφερε βήχα γιατί το είχα κόψει εδώ κι ένα χρόνο το ρημάδι.
«Δε θα πάμε μακρυά. Καμιά ωρίτσα το πολύ. Καθίστε αναπαυτικά» είπε ο οδηγός.
Σαν να μου φάνηκε όχι και τόσο ανδροπρεπής ο τρόπος της ομιλίας του.
Όταν ξεκίνησε έβαλε και μουσική. Σαν τζαζ μου ακούστηκε. Κοίταξα γύρω μου. Μετακινήθηκα στο κάθισμα για να βολευτώ καλύτερα, αλλά ένιωσα κάτι να σκαλώνει στα παπούτσια μου. Έσκυψα και το έπιασα. Το τράβηξα και το έφερα πάνω. Το κοίταξα και έπνιξα την φωνή που μου ήρθε να βάλω.
Κρατούσα στα χέρια μου μια κλειστή κόκκινη ομπρέλα!!
Την προηγούμενη φορά που την είδα έβρεχε, ήταν ανοιχτή και την κρατούσε μια γυναίκα που σήκωσε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε λίγο πριν μπει σε τούτο ίσως το αμάξι και λίγο πριν χάσει την ζωή της...... απ τα δικά μου χέρια.
Κρατούσα την κόκκινη ομπρέλα της!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Πάντως όλα κι όλα, μπορεί στο σπίτι μου γενικά να είμαι τελείως ακατάστατος στην ντουλάπα μου όμως έχω απόλυτη τάξη. Ξέρω στα τυφλά που είναι το κάθε τι. Είναι μια ιδιοτροπία που την έχω από μικρός. Δεν χρειάζεται να ψάχνω για βρω τα ρούχα που ήθελα να φορέσω.
Άπλωσα λοιπόν το χέρι μου, παραμέρισα τις κρεμάστρες γυρεύοντας να βρω το γκρι μου παντελόνι. Όταν το βρήκα μου φάνηκε παράξενο, γιατί αντί για κρεμάστρα με παντελόνι έπιασα κρεμάστρα με σακάκι. Την τράβηξα και έβγαλα το ρούχο έξω.
«Διάολε» σκέφτηκα. «Τι είναι τούτο;» Το κοιτάω στο φως και βλέπω πως στο κάτω μέρος της κρεμάστρας κρεμόταν και το παντελόνι. Κουστούμι.
Ένα μαύρο κουστούμι!
«Μα δεν έχω μαύρο κουστούμι!» είπα φωναχτά. Γυναικείο άρωμα αναδυόταν από το ύφασμα. Έφερα το σακάκι στη μύτη μου και ήταν λες και κάποια γυναίκα που είχε λουστεί σε βαρύ άρωμα είχε τριφτεί στα πέτα του σακακιού.
Απ το τσεπάκι πρόβαλε ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι. «Μα τι γίνεται; Πως βρέθηκε εδώ που να πάρει ο διάολος;» αναρωτήθηκα.
«Το κοστούμι που φοράς στη φωτογραφία!» ψέλλισε ο κάποιος μέσα μου με δέος.
Χωρίς να το πολυσκεφτώ και χωρίς να ξέρω γιατί, βάλθηκα να το φορέσω. Είναι απίστευτο το πόσο καλά εφάρμοζε πάνω μου και το παντελόνι και το σακάκι. Έβαλα ένα λευκό πουκάμισο και βγήκα από το δωμάτιο. Η ώρα είχε κιόλας πάει εννιά παρά τέταρτο. Έπρεπε να βιαστώ γιατί ομολογώ ότι δεν ήξερα τι και ποιόν είχα να αντιμετωπίσω και γιατί.
Βγήκα βιαστικός στο σαλόνι, είδα την τηλεόραση αναμμένη και πήγα να την σβήσω και έμεινα με ανοιχτό το στόμα αλλά άφωνος.
Πάνω στην συσκευή αναπαυόταν ένα τεράστιο ρολόι χεριού, το ίδιο με αυτό που φορούσα στην φωτογραφία την ώρα που μαχαίρωνα την γυναίκα. Μια παρόρμηση με ώθησε να το φορέσω κι αυτό και μάλιστα στο δεξί - αν είναι δυνατόν!!.
Χωρίς να χασομερήσω άλλο, βγήκα έτσι επίσημα ντυμένος, και χωρίς να περιμένω το ασανσέρ πήρα τις σκάλες. Όταν βγήκα στο πεζοδρόμιο, ένα μαύρο αμάξι με περίμενε. Ο οδηγός που κάπνιζε, μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να μπω στο πίσω κάθισμα.
Μπήκα. Κάθισα και η μυρωδιά του τσιγάρου μου έφερε βήχα γιατί το είχα κόψει εδώ κι ένα χρόνο το ρημάδι.
«Δε θα πάμε μακρυά. Καμιά ωρίτσα το πολύ. Καθίστε αναπαυτικά» είπε ο οδηγός.
Σαν να μου φάνηκε όχι και τόσο ανδροπρεπής ο τρόπος της ομιλίας του.
Όταν ξεκίνησε έβαλε και μουσική. Σαν τζαζ μου ακούστηκε. Κοίταξα γύρω μου. Μετακινήθηκα στο κάθισμα για να βολευτώ καλύτερα, αλλά ένιωσα κάτι να σκαλώνει στα παπούτσια μου. Έσκυψα και το έπιασα. Το τράβηξα και το έφερα πάνω. Το κοίταξα και έπνιξα την φωνή που μου ήρθε να βάλω.
Κρατούσα στα χέρια μου μια κλειστή κόκκινη ομπρέλα!!
Την προηγούμενη φορά που την είδα έβρεχε, ήταν ανοιχτή και την κρατούσε μια γυναίκα που σήκωσε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε λίγο πριν μπει σε τούτο ίσως το αμάξι και λίγο πριν χάσει την ζωή της...... απ τα δικά μου χέρια.
Κρατούσα την κόκκινη ομπρέλα της!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ