Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΙΛΕΡ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΙΛΕΡ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΜΠΡΕΛΑ [2]

Σύνδεση με [Νο 1]

«Θεέ μου!!» φώναξα και σωριάστηκα στο κάθισμα μη μπορώντας να πάρω τα μάτια μου από την φωτογραφία όπου ολοκάθαρα εικονιζόταν ένας άνδρας που είχε καρφώσει ένα μαύρο μαχαίρι,  βαθιά στο στήθος μιας  γυναίκας που στεκότανε μπροστά του.   
Η γυναίκα - ήμουν σίγουρος - ήταν εκείνη με την κόκκινη ομπρέλα, και τα μαύρα μαλλιά, που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα, είχε σηκώσει τα μάτια, με κοίταξε και μου χαμογέλασε μέσα στην  βροχή, λίγο πριν μπει στο αμάξι.    Ο  άνδρας που την μαχαίρωνε ...... ήμουν εγώ!

*********************************************************


     «Μα πως Θεέ μου;» φώναξα λες και ήθελα η φωνή μου να φτάσει εκεί ψηλά στα ουράνια. 
Το παράξενο είναι ότι δεν άφηνα την φωτογραφία από το χέρι μου, αλλά ούτε και από τα μάτια μου. Με είχε σαγηνέψει με έναν νοσηρό τρόπο το θέαμα του εαυτού μου να μαχαιρώνει κατάστηθα μια πανέμορφη γυναίκα!  Αρρωστημένα πράγματα!
    «Ας την χάμω την φωτογραφία. Μη την κοιτάς άλλο!» μου ψιθύρισε ο κάποιος που κρυβόταν μέσα από τους διαδρόμους του μυαλού μου.
Βρήκα πως είχε δίκιο και αποφάσισα να αφήσω την φωτογραφία στο τραπέζι δίπλα στο πιάτο με ξυλιασμένα μακαρόνια.  Άκουσα την βροχή που τώρα είχε δυναμώσει να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου, λες και ήθελε να της ανοίξω να μπει. 
Γύρισα και κοίταξα. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. 
    Κοίτα λοιπόν φίλε μου! Μόλις το μυαλό μου ξεκόλλησε για δευτερόλεπτα από την φωτογραφία, άρχισε πάλι να λειτουργεί. Και όχι μόνο αυτό αλλά και ο κάποιος εκεί μέσα είχε διάθεση να καθίσουμε να ξεδιαλύνουμε το θέμα. 
Πρώτα- πρώτα, πως είναι δυνατόν τούτη η γυναίκα να έχει μαχαιρωθεί από τον οποιονδήποτε -πόσο μάλλον από μένα που δεν κούνησα από το σπίτι μου ούτε ρούπι- αφού ούτε μισή ώρα δεν είχε περάσει από την στιγμή που  μπήκε σε ένα αμάξι, εδώ μπροστά από την πολυκατοικία μου, αφού πρώτα σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε και μου χαμογέλασε;
Δε θα ξεχάσω πάντως την ανατριχίλα που μου προκάλεσε τούτο το χαμόγελο. Γιατί όμως αλήθεια;
     «Μήπως την έχεις ξαναδεί;» ρώτησε ο κάποιος
    «Μπαααα! Δε νομίζω. Μπαα!» είπα λες και είχα παρέα στο δωμάτιο. Με βοηθάει όμως να λύνω προβλήματα όταν λέω φωναχτά τις σκέψεις μου. 
Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα ότι κοιτάζοντας προηγουμένως την φωτογραφία, σοκαρίστηκα από το θέαμα και δεν κάθισα να την μελετήσω καλύτερα.
    «Σωστή σκέψη» λέει ο κάποιος
Σηκώνομαι και πάω στο στενάχωρο μπάνιο μου, που το πάτωμά του είναι γεμάτο πετσέτες και εσώρουχα πετάμενα. Πρέπει να κάτσω κάποια στιγμή να μαζέψω εκεί μέσα. Πως στο διάολο έγινα έτσι! 
    Έρριξα λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου, έσκυψα χάμω βρήκα την πιο στεγνή πετσέτα και σκουπίστηκα. Βγήκα και πήγα στην κουζίνα. Σε κάποιο ντουλάπι πρέπει να είχε ένα μπουκάλι με λίγο ουίσκι. Το βρήκα.  Δυο δάχτυλα είχαν μείνει ακόμη. Πήγα στο σαλόνι και κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. Ρούφηξα μια γουλιά πιοτό και πήρα την φωτογραφία.  Την έβαλα πάνω στο τραπέζι και την κοίταζα από πάνω.  Μα από από που είχε έλθει; 
    Πρώτα κοίταξα την κοπέλα. Την μελέτησα καλά. Ναι! Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν αυτή με την κόκκινη ομπρέλα που είδα νωρίτερα. Ήταν πανέμορφη παρόλο που   τώρα το βλέμμα της ήταν γεμάτο τρόμο και τα χείλη της συσπασμένα. Με τα χέρια προτεταμένα προσπαθούσε να...με σπρώξει. Φορούσε ένα μαύρο, σαν τα μαλλιά της  μακρύ φόρεμα, σαν να ήταν έτοιμη να πάει κάπου επίσημα ή να έχει γυρίσει απο κάποια έξοδο. 
    «Κοίτα εσένα προσεκτικά.» είπε ο κάποιος.
Δε χρειαζόταν να μου το πει. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στην εικόνα μου και ...θύμωσα. Αν μπορούσα θα χαστούκιζα τον εαυτό μου! Μα είναι δυνατόν να κάθομαι και να σκέφτομαι: «Δεν είμαι κι άσχημος...» τέτοιες ώρες; 
    Τέλος πάντων. Ο θυμός μου όμως με έκανε να δω καλύτερα! Άπλωσα το δεξί μου χέρι και το κοίταξα. Ύστερα άπλωσα και το αριστερό μου και το κοίταξα κι αυτό. Ε λοιπόν ναι! Δεν έχω ρολόι! Χρόνια τώρα δε φοράω ρολόι. 
    Στην φωτογραφία πάντως φορούσα ένα τεράστιο ρολόι σαν το Μπιγκ Μπέν  ήταν - αυτά που είναι της μόδας τώρα τελευταία-   και μάλιστα στο δεξί μου χέρι. Με το χέρι που είχα καρφώσει το μαχαίρι στο στήθος της. Που βρήκα εγώ τέτοιο ρολόι; Και μάλιστα να το φοράω στο δεξί; 
    «Και μοιάζει και πανάκριβο. Το κουστούμι; Το είδες το κοστούμι;» είπε ο κάποιος.  
Δίκιο είχε.  Εγώ ο -«όχι και τόσο άσχημος»- εαυτός μου στην φωτογραφία,  φορούσε ένα καλοραμμένο μαύρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο,  με κόκκινη μονόχρωμη γραβάτα και μαντηλάκι στο ίδιο χρώμα με την γραβάτα.  Λοιπόν σας ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό ότι 
μαύρο κουστούμι δεν είχα φορέσει ποτέ μου. Μπλε ναι και γκρι και καφέ ναι, όταν δούλευα στην διαφημιστική εταιρεία πριν κλείσει τον περασμένο Γενάρη και μας διώξουν όλους. Πριν από τέσσερις μήνες δηλαδή. Μαύρο όμως ποτέ! 
Καλά γραβάτα  κόκκινη μπορεί να είχα κάποια που να μοιάζει αλλά μαντηλάκι; Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω φορέσει μαντηλάκι στο τσεπάκι. Ούτε άσπρο, ούτε κόκκινο, ούτε άλλο χρώμα.
    Το χειρότερο όμως ήταν το χαμόγελο μου. Με πάγωσε τούτο το χαμόγελό μου. Το καταλαβαίνετε; Εγώ ο Άρης σκότωνα χαμογελώντας!
    «Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο!» είπε ο κάποιος νομίζοντας πως είχα όρεξη για αστεία τέτοια ώρα.
    «Σκάσε!» του φώναξα αλλά εκείνος έπνιξε ένα γέλιο. 
Χτυπάει το κινητό μου. Το σταθερό το είχα καταργήσει πια εδώ και μήνες. Δε μπορούσα να πληρώνω για δυο τηλέφωνα.
Σηκώνομαι και πηγαίνω στον πάγκο της κουζίνας όπου το είχα αφήσει. Κοίταξα την οθόνη:
ΑΠΟΡΡΗΤΗ ΚΛΗΣΗ, έγραφε. Συνήθως δεν απαντώ σε τέτοιες κλήσεις γιατί είναι από τράπεζες ή από κάτι εταιρείες προβολής. Τα ξέρω. 
Κάτι  όμως με ώθησε να απαντήσω. 
    «Ναι;» λέω
    «Ο κύριος Άρης Ζενέκος;» ρωτάει μια βραχνή ανδρική φωνή.
    « Ποιος είναι;» λέω φροντίζοντας να δείξω εκνευρισμό.
    «Είσαι o Ζενέκος;» λέει με αναίδεια
    «Ναι ο Ζενέκος είμαι. Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου.
    «Χα, χα χα ένας θαυμαστής σου είμαι. Τι στυλ ρε φίλε!» απάντησε με ειρωνεία
    «Λέγε τι θέλεις που να πάρει ο διάολος;»
    «Ε, ε ήρεμα! Για το καλό σου παίρνω. Δε μου λές; Ωραία η φωτογραφία ε; χα χα χα»
Ομολογώ ότι εδώ κόμπλαρα που λένε. «Ξαναρώτα τον τι θέλει» συμβούλεψε ο κάποιος.
     «Τι θέλεις επιτέλους; Ποια φωτογραφία;» 
    «Ελα, έλα Ζενέκο. Ξέρεις για ποια φωτογραφία μιλάω. Ε! Λοιπόν είσαι φοβερός. Εκανες σπουδαία δουλειά και καθαρή. Ούτε επαγγελματίας να ήσουνα! Άκου τώρα σε μισή ώρα να έχεις κατέβει στην είσοδο της πολυκατοικίας σου. Θα περάσει ένα αμάξι να σε πάρει. Εχουμε πολλά να πούμε.»
    «Δεν υπάρχει περίπτωση να κατέβω.» είπα με πείσμα.
    «Ακου Ζενέκο, δεν έχω όρεξη για παιχνίδια. Γι αυτό γύρνα, κοίτα προς το παράθυρό σου, και μέτρα ώς το τρία. Τώρα!»
Δεν πρόλαβα να γυρίσω και το τζάμι έγινε κομμάτια και κάτι καρφώθηκε στον τοίχο  απέναντι με δύναμη τινάζοντας σοβάδες και κομμάτια από τούβλο. 
Δεν είχα καμιά αμφιβολία για το ήταν αυτό που καρφώθηκε στον τοίχο.
    «Κατάλαβες τώρα γιατί πρέπει να κατέβεις Ζενέκο; Λοιπόν κλείνω τώρα. Η ώρα είναι οχτώ και τέταρτο. Στις εννιά παρά τέταρτο να είσαι κάτω. Και κοίτα βάλε κάτι της προκοπής. Έτσι; Όχι σαν  λέτσος που είσαι τώρα. Στη φωτογραφία είσαι κούκλος άντε γεια τώρα.... »
Έμεινα με το βουβό τηλέφωνο στο αυτί. 
    Μα τι συνέβαινε; Με έβλεπε κιόλας; Από που; Αφού δεν είχε πολυκατοικία απέναντι. Ήταν το τρίγωνο παρκάκι. Μήπως είχαν βάλει κάμερα στο διαμέρισμα; Θα έψαχνα μετά.
Πήγα στο τοίχο στο σημείο που καρφώθηκε η σφαίρα. Είπα να την τραβήξω να την βγάλω. «Οχι μη!»  είπε ο κάποιος. Δίκιο είχε. Μα από που πυροβόλησαν; Να πάρει έπρεπε τώρα να βάλω και καινουργιο τζάμι...!
    Κοίταξα την ώρα στο ρολόι της κουζίνας. Ήταν οκτώ και είκοσι. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. «Νομίζω καλύτερα να υπακούσεις. Δεν ξέρεις τι έιναι αυτός. Και μη ξεχνάς ότι έχει και φωτογραφία στα χέρια του που σε δείχνει να σκοτώνεις μια κοπέλα» είπε ο κάποιος.
    Δεν είχε άδικο ο κάποιος. Πήγα στο υπνοδωμάτιό μου να βρω κανένα ρούχο να φορέσω. Άνοιξα την ντουλάπα. Παράξενο γιατί,  σαν να πλανιόταν γυναικείο άρωμα εκεί μέσα. Γυναίκα είχα καιρό να φέρω. Στα χάλια που ήμουν τον τελευταίο καιρό δεν είχα διάθεση για έρωτες.  
    Πάντως όλα κι όλα, μπορεί στο σπίτι μου γενικά να είμαι τελείως ακατάστατος στην ντουλάπα μου όμως έχω απόλυτη τάξη. Ξέρω στα τυφλά που είναι το κάθε τι. Είναι μια ιδιοτροπία που την έχω από μικρός. Δεν χρειάζεται να ψάχνω για βρω τα ρούχα που ήθελα να φορέσω. 
    Άπλωσα λοιπόν το χέρι μου, παραμέρισα τις κρεμάστρες γυρεύοντας να βρω  το γκρι μου παντελόνι. Όταν το βρήκα μου φάνηκε παράξενο, γιατί αντί για κρεμάστρα με παντελόνι έπιασα κρεμάστρα με σακάκι. Την τράβηξα και έβγαλα το ρούχο έξω.  
    «Διάολε» σκέφτηκα.  «Τι είναι τούτο;» Το κοιτάω στο φως και βλέπω πως στο κάτω μέρος της κρεμάστρας κρεμόταν και το παντελόνι. Κουστούμι.  
Ένα μαύρο κουστούμι!
    «Μα δεν έχω μαύρο κουστούμι!» είπα φωναχτά. Γυναικείο άρωμα αναδυόταν από το ύφασμα. Έφερα το σακάκι στη μύτη μου και ήταν λες και κάποια γυναίκα που είχε λουστεί σε βαρύ άρωμα είχε τριφτεί στα πέτα του σακακιού. 
Απ το τσεπάκι  πρόβαλε ένα κόκκινο μεταξωτό μαντήλι. «Μα τι γίνεται; Πως βρέθηκε εδώ που να πάρει ο διάολος;» αναρωτήθηκα.
«Το κοστούμι που φοράς στη φωτογραφία!» ψέλλισε ο κάποιος μέσα μου με δέος. 
    Χωρίς να το πολυσκεφτώ  και χωρίς να ξέρω γιατί, βάλθηκα να το φορέσω.  Είναι απίστευτο το πόσο καλά εφάρμοζε πάνω μου και το παντελόνι και το σακάκι. Έβαλα ένα λευκό  πουκάμισο και βγήκα από το δωμάτιο. Η ώρα είχε κιόλας πάει εννιά παρά τέταρτο. Έπρεπε να βιαστώ γιατί ομολογώ ότι δεν ήξερα τι και ποιόν είχα να αντιμετωπίσω και γιατί. 
    Βγήκα βιαστικός στο σαλόνι, είδα την τηλεόραση αναμμένη και πήγα να την σβήσω και έμεινα με ανοιχτό το στόμα αλλά άφωνος. 
Πάνω στην συσκευή αναπαυόταν ένα τεράστιο ρολόι χεριού, το ίδιο με αυτό που φορούσα στην φωτογραφία την ώρα που μαχαίρωνα την γυναίκα. Μια παρόρμηση με ώθησε να το φορέσω κι αυτό και μάλιστα στο δεξί - αν είναι δυνατόν!!.
    Χωρίς να χασομερήσω άλλο, βγήκα έτσι επίσημα ντυμένος, και χωρίς να περιμένω το ασανσέρ πήρα τις σκάλες.  Όταν βγήκα στο πεζοδρόμιο, ένα μαύρο αμάξι με περίμενε. Ο οδηγός που κάπνιζε,  μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να μπω στο πίσω κάθισμα. 
Μπήκα. Κάθισα και η μυρωδιά του τσιγάρου μου έφερε βήχα γιατί το είχα κόψει εδώ κι ένα χρόνο το ρημάδι.
    «Δε θα πάμε μακρυά. Καμιά ωρίτσα το πολύ. Καθίστε αναπαυτικά» είπε ο οδηγός.
Σαν να μου φάνηκε όχι και τόσο ανδροπρεπής ο τρόπος της ομιλίας του. 
Όταν ξεκίνησε έβαλε και μουσική. Σαν τζαζ μου ακούστηκε. Κοίταξα γύρω μου. Μετακινήθηκα στο κάθισμα για να βολευτώ καλύτερα, αλλά ένιωσα κάτι να σκαλώνει στα παπούτσια μου. Έσκυψα και το έπιασα. Το τράβηξα και το έφερα πάνω. Το κοίταξα και έπνιξα την φωνή που μου ήρθε να βάλω. 
Κρατούσα στα χέρια μου μια κλειστή κόκκινη ομπρέλα!!
    Την προηγούμενη φορά που την είδα έβρεχε, ήταν ανοιχτή και την κρατούσε μια γυναίκα που σήκωσε τα μάτια,  με κοίταξε και χαμογέλασε λίγο πριν μπει σε τούτο ίσως το αμάξι και λίγο πριν χάσει την ζωή της...... απ τα δικά μου χέρια.
    Κρατούσα την κόκκινη ομπρέλα της!




ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΜΠΡΕΛΑ [1]

     
    Έχει πια βραδιάσει και έχω ανάψει τo φως της τραπεζαρίας. Η  τηλεόραση, ένα αρχαίο μοντέλο, κάτι παίζει εκεί στο βάθος. Την έχω πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα, γιατί το τραπεζάκι της είναι σπασμένο εδώ και καιρό. Το έχω ακουμπισμένο δίπλα στον τοίχο, μήπως και θυμηθώ να το πάω για επισκευή. Πάνε βέβαια μερικοί μήνες τώρα!
  Είμαι ο Άρης Ζενέκος, ένας αξύριστος σαρανταπεντάρης, άπλυτος εδώ και μέρες, με ρούχα που μυρίζουν «ανθρωπίλα», σωριασμένος σε μια ξεχαρβαλωμένη όλο ξέφτια πολυθρόνα,  και πολύ  προβληματισμένος. Μα πάρα πολύ! Πίστευα πια ότι κάτι έπρεπε να κάνω για να βγω από αυτό το τέλμα όπου είχα χωθεί.
Κάποια στιγμή, φώναξα: 
     «Ας κάτσω βρε αδελφέ να γράψω κάτι. Τόσες και τόσοι γράφουνε. Γιατί δηλαδή να μη γράψω κι εγώ...»
Αποφάσισα λοιπόν να κάτσω να γράψω. Πολύ ωραίααα!! Θαυμάσια!
Όμως; Να γράψω τι;
     «Την αυτοβιογραφία μου!».  Αναφώνησα ενθουσιασμένος. 
Μα ο  ενθουσιασμός  μου κράτησε μου λίγο. Δευτερόλεπτα ίσως.
   «Ποιος νοιάζεται για το τι έκανα ή τι δεν έκανα στη ζωή μου; Μήπως με κάποια πράξη  μου ή με κάτι που είπα άλλαξε τίποτα στον κόσμο; Στην πόλη μου έστω; Άντε στη γειτονιά μου; Στην πολυκατοικία μου; Στον όροφό μου; Έστω, στο σπίτι μου;» μουρμούρισα.
     Μα εδώ -μια που μιλάμε για το σπίτι μου - τόσα χρόνια έχουν περάσει από τον σεισμό της Αθήνας και δεν έχω καταφέρει ούτε τους σοβάδες που ράγισαν να ξύσω και να φτιάξω. Ούτε ένα βαψιματάκι δεν κατάφερα  να ρίξω. Ερείπιο έχει καταντήσει τούτο διαμέρισμα. Κάθε φορά που μια πόρτα κλείνει δυνατά σπρωγμένη απ τον αέρα, κομμάτια από ταβάνι πέφτουν στο κεφάλι μου. 
    Και δε φτάνουν αυτά αλλά είναι και μέσα στο μυαλό  μου ένας «κάποιος» που όλο παρατηρήσεις και υποδείξεις μου κάνει. Με  έχει τρελάνει με τις ιδέες του αυτός ο κάποιος εκεί χωμένος μέσα στις έλικες του νου μου.
    «Ρε συ», μου λέει αυτός ο κάποιος συχνά «ζεις τόσα χρόνια εδώ μέσα και δεν κατάφερες ούτε ένα φρεσκαρισματάκι να του κάνεις του σπιτιού. Γιατί άραγε;»
Την σκέφτομαι την ερώτηση του. 
    «Μα γιατί απλούστατα γιατί δε μου περισσεύουν τα λεφτά για φρεσκαρίσματα» απαντάω.
    «Ναι αλλά»  μου λέει ο κάποιος «αυτό από μόνο του θα μπορούσε να γίνει μια θαυμάσια ιδέα για θρίλερ»
    «Θρίλερ που δεν έβαψα το σπίτι μου;» ρωτάω
   «Μα και βέβαια βρε χαζέ!» μου λέει «Φαντάσου έναν που ξεκινά να βάψει το σπίτι του που είναι παλιό, με παράξενη και σκοτεινή ιστορία.»
   «Ωραία και λοιπόν;» ξαναρωτάω
   «Απλό!» λέει ο κάποιος. «Φαντάσου τον να βάφει όλη μέρα με κέφι και γεμάτος όρεξη για δουλειά, έχοντας διαλέξει ένα ωραίο χαρούμενο χρώμα, και το βράδυ να πέφτει ψόφιος από την κούραση για ύπνο.»
    «Και λοιπόν;» Πάλι ερώτηση εγώ.
   «Μη με διακόπτεις» λέει ο κάποιος αυστηρά. Έχει πάρει και θάρρος!! «Είναι λοιπόν ο τύπος τόσο κουρασμένος από το βάψιμο όλη μέρα, που ούτε η έντονη μυρωδιά της μπογιάς δεν τον ενοχλεί. Εκεί όμως γύρω στα μεσάνυχτα ξυπνάει για άγνωστο λόγο και αντιλαμβάνεται ότι δεν μυρίζει  πια μπογιά στο δωμάτιο...αλλά κάτι άλλο... Θα στέγνωσε η μπογιά σκέφτεται. Διψάει όμως. Σηκώνεται. Μόλις όμως πατάει στο πάτωμα γλιστράει σε μια γλοιώδη ουσία και πέφτει. Παλεύει πανικόβλητος να σηκωθεί. Βρίσκει τον διακόπτη του πορτατίφ και ανάβει το φως. Κοιτάζει το δωμάτιο γύρω του. Ο τοίχος που έβαφε όλη μέρα είναι εντελώς άβαφτος. Όπως ήταν χθες, προχθές και  όλα τα προηγούμενα χρόνια. Όμως..... το πάτωμα.... το πάτωμα είναι  κατακόκκινο, πλημμυρισμένο στο αίμαααα!!!»
    «Μπλιάχ......Αηδίες αμερικάνικες και  κακής ποιότητας μάλιστα....»  φωνάζω έξαλλος.
Εγώ όμως κάτι πρέπει να γράψω. Δε γίνεται. Πλησιάζει το Πάσχα και έχω πει σε κάτι φίλους ότι έχω μια ιδέα και  θα μείνω εδώ στην Αθήνα μόνο και μόνο για να κάτσω να γράψω. Καλά τα ειρωνικά χαμογελάκια από μερικούς και μερικές τα είδα.
Μη νομίσουν ότι είμαι και χαζός.
     «Κοίτα γύρω σου και θα κατεβάσεις ιδέες» λέει ο κάποιος «τι βλέπεις λοιπόν;»
Ωραία θα του κάνω την χάρη. Κοιτάζω. Τι βλέπω; Ορίστε λοιπόν. Τρεις σαραβαλιασμένες καρέκλες τραπεζαρίας, ένα τραπέζι ανάμεσά τους που το ένα του πόδι είναι πιο κοντό και έχω βάλει ένα χοντρό κομμάτι χαρτόνι για να μη παίζει, μια......
     «Πάνω στο τραπέζι» πετάγεται ο κάποιος «τι βλέπεις πάνω στο τραπέζι;»
Πάνω στο τραπέζι βλέπω ένα σταχτοδοχείο τίγκα στα αποτσίγαρα, ένα βαθύ πιάτο με ξεραμένη σάλτσα ντομάτα,  κάτι ξυλιασμένα μακαρόνια - που δεν θυμάμαι από πότε είναι εκεί - και ένα μπολ για φρούτα με ένα σάπιο μήλο  μέσα που σιχαίνομαι να το πιάσω για να το πετάξω. Βρωμάει κιόλας το άτιμο!!
   «Να η ιδέα σου» φωνάζει μέσα μου ο κάποιος.
   «Το σάπιο μήλο και τα ξυλιασμένα μακαρόνια;» αντιλέγω
   «Μα ακριβώς. Για πες μου; Γιατί βρίσκονται στο τραπέζι;» ρωτάει
   «Γιατί απλούστατα βαριέμαι να πλύνω το πιάτο, να αδειάσω το σταχτοδοχείο και να πετάξω το μήλο στα σκουπίδια. Γι αυτό! Ιδέα είναι αυτό; Άντε παράτα με» φώναξα.
    «Ωραία» λέει ο κάποιος, «τότε κάνε κάτι άλλο. Σήκω από την αυτήν την ρημάδα την πολυθρόνα που έχεις ριζώσει πια πάνω της,  πήγαινε στο παράθυρο και κοίτα έξω. »
 Τι να κάνω σηκώνομαι κι εγώ με το πάσο μου και πάω προς το παράθυρο.
    «Άνοιξέ το» λέει ο κάποιος
Το ανοίγω. 
    «Κοίτα έξω και πες μου τι βλέπεις»  με διατάζει. Ακούτε; Με διατάζει κιόλας!
    «Μα τι να δω! Την απέναντι πολυκατοικία βλέπω.» απαντάω
    «Συμβαίνει τίποτα έξω;» ρωτάει τώρα.
    «Νυχτώνει και βρέχει» απαντάω. Τώρα μόνο πήρα είδηση ότι βρέχει.
    «Κάτω στο δρόμο, βλέπεις τίποτα;»
    «Τη σκεπή του περιπτέρου απέναντι» λέω
    «Υπάρχει κανένας στο δρόμο;» ξαναρωτάει με εκνευριστική επιμονή.
Σκύβω να δω καλύτερα εκεί από τον τρίτο που είναι το διαμέρισμά μου. Ο δρόμος είναι ήσυχος ούτε ένα αμάξι δεν περνάει. Το μόνο που βλέπω είναι εκείνα τα  ψωριάρικα δέντρα απέναντι που υποτίθεται ότι ήταν σχηματίζουν ένα  τρίγωνο «παρκάκι.» 
Κάνω να κλείσω το παράθυρο γιατί έκανε και λίγη ψύχρα και βρεχόμουνα,  αλλά σταμάτησα καθώς είδα μέσα από τα λιγοστά δέντρα να προβάλει τρέχοντας μια ..... κατακόκκινη ομπρέλα. Στάθηκα να την κοιτάζω γιατί με τράβηξε το θέαμα. Μέσα στο γκρίζο βροχερό σούρουπο λίγο ζωηρό χρώμα.
    Η κατακόκκινη ομπρέλα τρέχοντας έφτασε στο ύψος του περιπτέρου και στάθηκε στην άκρη του δρόμου. Όποιος ή μάλλον όποια, την κρατούσε έμοιαζε σαν να περιμένει να περάσει ταξί.  Χωρίς να ξέρω γιατί, έμεινα εκεί, παρόλο που κρύωνα. Κοίταζα την κόκκινη ομπρέλα. 
    Κάποια στιγμή είδα τα φώτα ενός αμαξιού να φωτίζουν το μουσκεμένο οδόστρωμα. Το αυτοκίνητο κινήθηκε αργά και σταμάτησε μπρόστα στην κόκκινη ομπρέλα. Η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε. Η κόκκινη ομπρέλα έκλεισε κι έγινε μια κόκκινη γραμμή και .......
Ωωω!!! Μια πανέμορφη γυναίκα με μαύρα μαλλιά που τώρα άρχισαν να βρέχονται ήταν από κάτω. Λίγο πριν μπει στο αμάξι,  σήκωσε το κεφάλι της,  κάρφωσε τα μάτια της πάνω μου ...... και χαμογέλασε. 
Ανατρίχιασα! 
Μπήκε στο αμάξι κι έφυγε. 
   Έμεινα ακίνητος εκεί μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, αψηφώντας τις σταγόνες της βροχής που με μούσκευαν. 
Μα γιατί; Τι ήταν αυτό που με έκανε να ανατριχιάσω στην θέα τούτου του χαμόγελου; Στη θέα τούτης της γυναίκας; 
    Χτυπάει το κουδούνι. Η πόρτα! Κλείνω το παράθυρο και τότε μόνο αντιλήφθηκα πόσο βρεγμένο ήταν το πρόσωπό μου. Πάω κι ανοίγω,  έτσι μούσκεμα όπως ήμουν.  Ο γείτονας από δίπλα ήτανε.
   «Βρε Άρη πως είσαι έτσι; Από το μπάνιο σε έβγαλα;»
   « Όχι μωρέ Μήτσο. Στο παράθυρο ήμουν και χάζευα τη βροχή!»
Με κοίταξε κουνώντας το κεφάλι. Ήταν λίγο πιο νέος από μένα.
  «Μούσκεμα είσαι. Τέλος πάντων. Κοίτα, βρήκα στο γραμματοκιβώτιο  αυτόν τον φάκελλο για σένα.»
Πήρα τον μακρόστενο φάκελο. Είχε το όνομά μου: «Κύριο Άρη Ζενέκο». 
    «Μάλλον τώρα πριν από λίγο θα τον φέρανε, γιατί κοίταξα νωρίτερα το  πρωί και δεν υπήρχε.» είπε ο Μήτσος
    «Να σαι καλά ρε Μήτσο ευχαριστώ πολύ.»
Έφυγε. Έκλεισα την πόρτα και πήγα στο τραπέζι με το κουτσό πόδι. Κοίταξα τον φάκελο που κρατούσα. Τον γύρισα από την πίσω πλευρά για να δω αν είχε αποστολέα. 
Δεν είχε.       
  Τον ζύγιασα στην παλάμη μου. Δεν μου αποκάλυψε τίποτε. Άπλωσα το χέρι μου στο τραπέζι  και πήρα ένα μαχαίρι του φαγητού που ήταν πεταμένο εκεί πάνω  ποιος ξέρει από πότε,  γιατί  στην κόψη του είχε πετρωμένα υπολείμματα κρέατος. 
  Την ώρα που πήγαινα να ανοίξω τον φάκελο,  ο κάποιος που καραδοκούσε μέσα στο μυαλό μου και που τόση ώρα το είχε βουλώσει,  ξύπνησε.
  «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να δεις τι έχει μέσα;» ρώτησε.
  «Γιατί; Φοβάσαι μην είναι παγιδευμένος;Οι Πυρήνες της Φωτιάς; Λες;» είπα και γέλασα σχίζοντας παράλληλα το πάνω μέρος  του φακέλου άτσαλα. Έβαλα τα δάχτυλά μου μέσα κι έβγαλα ένα άλλο φάκελο, πιο μικρό.  Αυτός δεν έγραφε τίποτα απ έξω. Σήκωσα το χέρι μου και τον έφερα μπροστά στη λάμπα που κρεμόταν πάνω από το τραπέζι μήπως και διαγραφόταν κάτι. Πάντως κάτι σαν χαρτόνι πρέπει να είχε μέσα. Από την αφή το καταλάβαινα.
    «Μα άνοιξε τον τι περιμένεις» με πίεσε ο κάποιος. 
Τώρα με είχε πιάσει κι μένα ανυπομονησία. Βάζω το μαχαίρι και τον ανοίγω. Είδα την πάνω πλευρά του χαρτονιού και πιάνοντας το με τα δάχτυλα το τραβάω και το βγάζω. 
Ήταν μια φωτογραφία. Την γυρίζω προς το φως για να δω καλύτερα και..........
   «Θεέ μου!!» φώναξα και σωριάστηκα στο κάθισμα μη μπορώντας να πάρω τα μάτια μου από την φωτογραφία όπου ολοκάθαρα εικονιζόταν ένας άνδρας που είχε καρφώσει ένα μαύρο μαχαίρι,  βαθιά στο στήθος μιας  γυναίκας που στεκότανε μπροστά του. 
    Η γυναίκα - ήμουν σίγουρος - ήταν εκείνη με την κόκκινη ομπρέλα, και τα μαύρα μαλλιά, που ελάχιστα λεπτά νωρίτερα, είχε σηκώσει τα μάτια, με κοίταξε και μου χαμογέλασε μέσα στην  βροχή, λίγο πριν μπει στο αμάξι.
   Ο  άνδρας που την μαχαίρωνε ...... ήμουν εγώ!


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ