Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

8X5 = 40







ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟΥ Νο 2

Η παρακάτω ιστορία "μικροσκοπίου" ίσως να φαίνεται και με έναν απλό μεγενθυντικό φακό!
_________________________________________________________________




    ¨Ήταν καινούργια η μανία του Περικλή να μετράει  τώρα στα πενήντα πέντε του, τα πλακάκια του μπάνιου, κάθε πρωί την ώρα που καθόταν στον….  γνωστό  θρόνο της τουαλέτας  του.
Άρχιζε:
      «Μήκος: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 λευκά πλακάκια. Πλάτος: 1, 2, 3, 4, 5 κόκκινα πλακάκια άρα 8 Χ 5 ίσον 40 πλακάκια!»
    Αυτό ξεκίνησε  μετά από κείνο το πρωινό που κάνοντας το καθιερωμένο του  περπάτημα άκουσε κάποια στιγμή άκουσε ένα: «Εϊ ! Κύριος! Κύριος!». Σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Εκεί κάτω από έναν φουντωτό θάμνο, είδε καθισμένο έναν γεράκο που του έκανε νόημα να πάει κοντά του.
    Ο Περικλής δεν εκνευρίστηκε. Αντιθέτως μάλιστα,  κίνησε να πάει  προς τον γέροντα. Εκείνος του έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του. Όταν έκατσε, είδε αμέτρητες ρυτίδες να διασχίζουν  σαν ρυάκια το πρόσωπό του. Τα φουντωτά γκρίζα του μαλλιά, θύμιζαν τρελο-επιστήμονα.  
    Ο γέρος τον κοίταξε. Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο φωτιζόταν από δυό κατάμαυρα ολοζώντανα μάτια.
     «Ξέρεις γιατί γερνάμε;» ρώτησε ξαφνικά.
     «Ε… εμμ… φαντάζομαι… γιατί  με τον χρόνο εξασθενούν και λιγοστεύουν τα κύτταρά μας ή κάτι τέτοιο....» απάντησε ο Περικλής απορημένος από την αναπάντεχη ερώτηση.
    «Λάθος φίλε μου. Λάθος! Γερνάμε γιατί ο χώρος μας, ο προσωπικός μας χώρος, συρρικνώνεται και πιέζει μέχρις ασφυξίας τα κύτταρά μας. Αυτό δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Έχει σχέση με ποια ταχύτητα έχει προγραμματιστεί η συρρίκνωση του χώρου του καθενός μας. Και δεν μετράει μόνο τον ρυθμό που γερνάμε αλλά και το πόσο μας απομένει να ζήσουμε. Άντε φύγε τώρα.  Κουράστηκα να μιλάω»,  είπε ο γέρος και ξάπλωσε στο γρασίδι κλείνοντας τα μάτια.
    Ο Περικλής ξαφνιασμένος από τούτη την συμπεριφορά, σηκώθηκε, έριξε μια ματιά στον γέροντα που έμοιαζε να τον έχει πάρει βαθιά ο ύπνος και κίνησε να φύγει. Μόλις έκανε δυό βήματα, άκουσε μια φωνή από πίσω του.
    «Αν έχεις ένα χώρο κάπου, που να μπορείς να μετράς τις διαστάσεις του καθημερινά, κάνε το!»
   Ο Περικλής γύρισε να δει. Αλλά ο γέρος κοιμόταν σε εμβρυική στάση πάνω στο γρασίδι.     
  Από  κείνη λοιπόν τη μέρα ο Περικλής, ένιωθε επιτακτική την ανάγκη όταν καθόταν κάθε πρωί στην λεκάνη της τουαλέτας για μια άλλη επιτακτική  ανάγκη, να  μετράει τα πλακάκια του μπάνιου: «8Χ5=40.»
    Ένα  πρωινό του Μαρτίου, αφού απόλαυσε τον καφέ του με την Νίκη την γυναίκα του, μπήκε στο μπάνιο για την συνηθισμένη  ρουτίνα. Θρόνος, μέτρημα πλακακιών, σωματική ανάγκη,  ντους και δρόμο για τη δουλειά. Αυτός είχε ακόμη δουλειά.
    Άρχισε το μέτρημα:« Μήκος 1,2 ,3,4,5,6,7,8  λευκά πλακάκια, πλάτος 1,2,3,4 ……μα ….μα τι γίνετ…4 και μισό κόκκινα;»
Σηκώθηκε μισόγυμνος  όπως ήταν από την λεκάνη,  και στάθηκε να ξαναμετρήσει όρθιος.
    «Οχτώ λευκά τέσσερα και μισό κόκκινα; Μα τι διάολο; Το πέμπτο τι έγινε; 8Χ 4,5 = 36; Από σαράντα;»
‘Άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και φώναξε: «Νίκ….»
    Όταν άνοιξε τα μάτια του βρισκόταν κάπου αλλού. Κάτι φιάλες κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του. Ένιωθε αδύναμος. Το πρόσωπο της γυναίκας του κάλυψε το οπτικό του πεδίο. Χαμογελούσε. Τον φίλησε απαλά.
    «Όλα καλά! Όλα καλά!  Αγάπη μου!» είπε με την γλυκιά της τη φωνή. «Ένα μικρό καρδιακό επεισόδιο. Όλα γίναν όπως έπρεπε. Σε λίγες μέρες θα πάμε σπίτι», είπε χαϊδεύοντάς  του τα μαλλιά.
   Εκείνος την κοίταξε. Προσπάθησε να της πει κάτι αλλά το στόμα του ήταν στεγνό. Του έδωσε να πιεί μια γουλιά νερό.
    «Νννίκκη» ψέλλισε, «ππήγαινε σπίτι σε ππαρακαλώ και μέτρα στο μπάνιο τα άσπππρα πλακάκια στο μήκκκος και τα κόκκινα στο πλάτττος».
   «Μα τι….» πήγε να διαμαρτυρηθεί εκείνη.
   «Σςςς» της έκανε «σε παρακαλώ. Τττώρα!.»
Εκείνη πήρε την τσάντα της κι έφυγε.
    Δεν πέρασε μισή ώρα και η Νίκη επέστρεψε. Κρατούσε μάλιστα και ένα χαρτάκι.
    «Θέλεις να σου πω;  » τον ρώτησε τρυφερά
   «Ννναί» είπε.
   «Λοιπόν! Τα λευκά είναι  οκτώ, τα κόκκινα ……»
   «Τα κκκόκκινα; » ρώτησε εκείνος με αγωνία.
   «Κοίτα να δεις. Μόλις έφτασα σπίτι και τα μέτρησα ήταν τέσσερα και μισό. Δηλαδή οχτώ λευκά στο μήκος και τέσσερα και μισό κόκκινα στο πλάτος. Τριάντα έξη, σύνολο!»
Ο Περικλής γύρισε το κεφάλι του προς το παράθυρο για μην δει η γυναίκα του την θλίψη που πλημμύρισε τα μάτια του.
«Αντίο…» σκέφτηκε.
    «Πριν όμως φύγω απ’ το σπίτι», συνέχισε εκείνη «είπα να τα ξαναμετρήσω και να δεις τι περίεργο! Τα λευκά ήταν όπως πριν οχτώ και τα κόκκινα ήταν πέντε ολόκληρα τώρα. Όχι μισό το τελευταίο.  Παράξενο!  Ε;»
Εκείνος γύρισε την κοίταξε, χαμογέλασε και της είπε με ζωηρή φωνή:
    «Οχτώ επί πέντε ίσον σαράντα! Ο αριθμός της ζωής μου ξαναγύρισε. Είχε δίκιο ο γέρος!»
    «Ποιος γέρος;» ρώτησε η Νίκη
     «Ο χώρος ρυθμίζει τη ζωή μας. Όχι ο χρόνος που μας έχουν πρήξει!» φώναξε με δυνατή φωνή.
   Εκείνη τον κοίταζε έκπληκτη!



   
   




Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ......

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟΥ

Ξεκινώντας με την σημερινή ιστορία σκέφτηκα να γράψω μια σειρά από πολύ μικρά διηγήματα που αν ήταν έντομα ίσως να χρειαζότανε μικροσκόπιο για να τα δεις. Ελπίζω
 να τα καταφέρω. 
______________________________________________________________

    Η ξαφνική μπόρα τον βρήκε καταμεσής του ερημικού δρόμου. Τη μια στιγμή ο ουρανός έλαμπε σαν καταγάλανο πέπλο στον ήλιο και την άλλη σκεπάστηκε με σκούρα σύννεφα κι άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Παράξενος καιρός. 
   Εκεί στο βάθος του δρόμου έβλεπε ένα κτίσμα. Βάλθηκε να τρέχει.
Το καθημερινό τζόκινγκ, τον βοήθησε να φτάσει εκεί χωρίς ούτε καν να λαχανιάσει, παρά τα πενήντα πέντε του χρόνια. 
Με την πρώτη κατάλαβε πως  βρισκόταν σε ένα εγκαταλειμμένο, ερειπωμένο, παλιό βενζινάδικο. 
    Η πόρτα της εισόδου κειτόταν καταγής διαλυμένη. Μπήκε μέσα μούσκεμα όπως ήταν. Έλπιζε να βρει κανένα πανί να σκουπιστεί κάπως.
Το πάτωμα ήταν γεμάτο από  ένα σωρό σκουπίδια και ακαθαρσίες ζώων που η μυρωδιά τους του 'φερε αναγούλα. Δε γινόταν όμως έπρεπε να περιμένει να καταλαγιάσει η νεροποντή για να βγει.  Υπήρχε μια σαραβαλιασμένη καρέκλα εκεί σε μια γωνία. Πήγε, κάθισε με προσοχή και όταν βεβαιώθηκε πως δεν κινδύνευε να πέσει στο αηδιαστικό δάπεδο,  αφέθηκε, με τα χέρια να κρέμονται προς τα κάτω μπας φύγουν τα πολλά νερά από πάνω του.
    Σκισμένα εξώφυλλα περιοδικών και κιτρινισμένων εφημερίδων, είχαν γεμίσει το τόπο τριγύρω.  Τα κοίταξε αδιάφορα και σήκωσε το κεφάλι του να δει από την σπασμένη βιτρίνα του μαγαζιού αν η βροχή λιγόστεψε  
    Όμως... κάτι τράβηξε το βλέμμα του εκεί χάμω. Έσκυψε με κίνδυνο να πέσει από την καρέκλα. Μια αφίσα! Μια μεγάλη έγχρωμη αφίσα. Από πάνω με τεράστια γράμματα έγραφε: ΚΑΤΑΖΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΦΟΝΟ. 
Ακριβώς από κάτω κυριαρχούσε το πρόσωπό του. Κάτω από την φωτογραφία φιγούραρε το όνομά του με έντονα κόκκινα γράμματα. 
    Μα τι βλακείες! Ποιος ηλίθιος έφτιαξε τούτη την αφίσα. 
«Εγώ για φόνο;» μονολόγησε. 
Έσκυψε ταραγμένος να πάρει το παραλληλόγραμμο μεγάλο χαρτί, αλλά το κάθισμα δεν άντεξε την αλλαγή στάσης και έπεσε φαρδύς πλατύς χάμω, ανάμεσα στα χαρτιά και τις βρωμιές. 
    Πετάχτηκε πάνω αηδιασμένος, και το χέρι του χτύπησε με δύναμη στο κομοδίνο.
    «Ωχχ!» Βόγγηξε.  Άναψε το φως. Ήταν λαχανιασμένος. Προσπάθησε να ηρεμήσει. Κοίταξε γύρω του. Η πολυτέλεια του υπνοδωματίου του με  τα πανάκριβα έπιπλα ήταν το καλύτερο ηρεμιστικό. Χαμογέλασε. 
    Τεντώθηκε χαμογελώντας: 
«Τι σου φταίω εγώ μωρέ Μακρόπουλε; Όλα με το γράμμα του νόμου γίνανε. Χρώσταγες, έχασες το σπίτι. Το πήρα εγώ. Τέρμα! Τι πήγες και κρεμάστηκες στο δάσος; Για φόνο εγώ μωρέ Μακρόπουλε; χα χα χα! Τι όνειρο κι αυτό!»