Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΚΙΣΣΟΣ BELLUCCI (του CHRISTOBAL)

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ:   "ΠΑΛΙ  ΕΚΕΙ;
Οι δύο τύποι μέσα στην βάρκα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ",  κουνούσαν τα χέρια τους. Μα τι στο καλό ήθελαν πια! Βοήθεια ζητούσαν; Ή με χαιρετούσαν;
Και πως βρέθηκα πάλι εκεί; 
***********************************************************************
     Αλήθεια! Πως μέσα από το φλεγόμενο σχολείο μου, που κάηκε την ώρα που εγώ ξεκινούσα να απαγγέλλω το χριστουγεννιάτικο ποίημα πριν από πενήντα τόσα χρόνια βρέθηκα πάλι στην ακροθαλασσιά; 
   Τώρα βέβαια το μέρος που βρισκόμουν δεν θα το έλεγα και ειδυλλιακή παραλία. Η περιβόητη πια βάρκα "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ" θαλασσόδερνε μέσα στα κύματα με τους δυο παράξενους επιβάτες της που δεν μπορούσα να καταλάβω αν κουνούσαν τα χέρια τους για να με χαιρετίσουν ή για να μου ζητήσουν βοήθεια. Το περίεργο δε - εκείνη την στιγμή το πρόσεξα - ήταν πως δεν άκουγα τίποτα. Εντάξει, από ανέκαθεν το αριστερό μου αυτί ήταν κουφό. Το δεξί μου όμως έκανε για δύο. 
Δεν άκουγα όχι μόνο τις φωνές των δυο στην βάρκα -αν φώναζαν-  αλλά ούτε τον ήχο των κυμάτων που έσκαγαν στην παραλία, ούτε  και κανέναν άλλον ήχο. Τι διάολο κουφάθηκα τελείως; 
    Κάποια στιγμή ένα τεράστιο κύμα έκρυψε την βάρκα. Και όταν κατακάθισε  η θάλασσα, την έχασα. Είχε βουλιάξει η βάρκα έτσι στα καλά καθούμενα;  
Για να πω όμως την αλήθεια δεν θα άρχιζα και τα κλάματα που χάθηκε η συγκεκριμένη βάρκα. Γιατί από την στιγμή που την αντίκρισα μου συνέβηκαν όλα τα παράξενα του κόσμου. Τώρα για τους δύο επιβάτες τι να πω. Καλύτερα τίποτα. Να μη πω τίποτα. 
     Γύρισα την πλάτη στην θάλασσα για να δω που βρισκόμουν και αυτό που είδα δεν μου άρεσε καθόλου. Ήμουν σε μια στενή λωρίδα άμμου που μπρος είχε την θάλασσα και πίσω την έκλεινε μια πανύψηλη, κάθετη  βραχώδης βουνοπλαγιά με γκρίζο πέτρωμα που οι άκρες φτάναν μέχρι τα κύματα. Πήγα μπρος πίσω, για να δω μπας και υπήρχε κάποια στενωπός που θα μπορούσα να πάρω για φύγω από κει. Τίποτα. Γκρίζο κάθετο πέτρωμα πίσω μου, ταραγμένη θάλασσα μπροστά. Και δεν ήμουν ούτε ο μεγάλος κολυμβητής που μπορούσα να κάνω μια βουτιά στη θάλασσα ψάχνοντας να βρω διέξοδο, αλλά ούτε και κανένας ορειβάτης απ ' αυτούς που σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες! Αλλά και αυτοί ακόμη κάποιον εξοπλισμό χρησιμοποιούν. 
    Ήταν βέβαια μέρα ακόμη, είχα καιρό να βρω μια λύση. Οι τελευταίες μου όμως εμπειρίες, μου έμαθαν πως τίποτα δεν ήταν όπως φαινόταν. Μπορεί ας πουμε ξαφνικά να νυχτώσει και εμφανιστεί το παράξενο ανάποδο μισοφέγγαρο σε σχήμα U.
    Έπεισα τον εαυτό μου να παραμείνει ψύχραιμος και να προσπαθήσει με ηρεμία να βρει διέξοδο. Άρχισα να πηγαίνω πάνω, κάτω στην παραλία κοιτώντας μήπως και βρώ κανένα μονοπάτι έστω κι αν το χρησιμοποιούσαν αγριοκάτσικα - αν υπήρχαν βέβαια.  Δε φαινόταν τίποτα. Το να πέσω στη θάλασσα το είχα αποκλείσει τελείως γιατί εκτός του ότι ήμουν κάκιστος κολυμβητής, δεν μου έφευγε από το μυαλό ότι κάπου εκεί στα ταραγμένα νερά θα καραδοκούσε η "ΜΗ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ" και ένας θεός ξέρει τι άλλα μπλεξίματα θα αντιμετώπιζα. 
    Στάθηκα σε ένα σημείο που όπως υπολόγιζα ήταν το νοητό κέντρο του ημικυκλίου που σχημάτιζε ο βράχος που ορθωνόταν μπροστά μου και άρχισα να τον εξετάζω με προσοχή  αργά - αργά από πάνω μέχρι κάτω και από δεξιά προς τα αριστερά. Τέτοια ομοιομορφία, λες και ήταν τοίχος και όχι πλαγιά. Άρχισα να απογοητεύομαι όταν.... το βλέμμα μου έπεσε σε ένα σημείο αυτού του φυσικού τείχους που το χρώμα του διέφερε κάπως από το υπόλοιπο. 
    Πλησίασα και σηκώνοντας το κεφάλι μου κοίταξα με προσοχή το σημείο που είχα εντοπίσει. Πράγματι εκεί σε ύψος γύρω στα δύο με τρία από το σημείο που στεκόμουν πάνω στον κάθετο βράχο, ένα αναρριχητικό φυτό σχημάτιζε μια πράσινη παραφωνία διαμέτρου ενός περίπου μέτρου, στο μονότονο γκρίζο του πετρώματος. 
    Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που μου ήρθα να φωνάξω: "Ένα φυτό, ένα φυτό". Συγκρατήθηκα όμως. Αυτό μας έλειπε. Και λοιπόν; Τι έγινε ένα φυτό ήταν, δεν ήταν δα και η Μόνικα Μπελούτσι!! 
   Και το αστείο είναι  πως ενώ κανονικά τρέμω να ανέβω  σε καρέκλα να αλλάξω  μια λάμπα τώρα μου καρφώθηκε στο μυαλό πως έπρεπε να σκαρφαλώσω εκεί πάνω. Τι με είχε πιάσει; Ιδέαν δεν έχω. Και όμως έπρεπε να βρω τρόπο να σκαρφαλώσω τα δύο με τρία μέτρα που με χώριζαν από τον κισσό - σαν τέτοιος μου φαινόταν.
    Ήταν τόση η πρεμούρα μου που δεν κάθισα καν να το σκεφτώ. Πλησίασα στον κάθετο βράχο, κοίταξα πάνω και χωρίς καθυστέρηση άρχισα την προσπάθεια να αναρριχηθώ προς τον κισσό. Ε ρε γέλια που θα έκαναν αν υπήρχαν άνθρωποι εκεί τριγύρω. Είμαι άτσαλος γενικά. Σε τέτοιες δραστηριότητες όμως ήμουν απερίγραπτος. Τα χέρια μου δεν έβρισκαν από που να κρατηθούν και όλες μου προσπάθειες να γραπωθώ από κάποια πέτρα ή εξόγκωμα κατέληγαν σε πτώσεις με την πλάτη στην άμμο. Όμως δεν το έβαζα κάτω. Με είχε πιάσει λύσσα. Έπρεπε να φτάσω εκεί στον κισσό. Υπολόγιζα ότι πάλευα με πάθος γύρω στη μισή ώρα. Και το παράξενο ήταν ότι όσες φορές και να έπεφτα δεν γκρίνιαζα  ούτε βλαστημούσα αλλά ξανάρχιζα από την αρχή. 
    Σε κάποια από τις αναρίθμητες προσπάθειές μου ανακάλυψα μια μικρή γούβα και μια άλλη και μια άλλη. Μα πως; Που ήταν τόση ώρα; Έχωσα τα δάχτυλά μου μέσα και τραβήχτηκα λίγο. Προσπάθησα να βρω και κάπου να στερεώσω το ένα τουλάχιστον πόδι μου για να σπρώξω προς τα πάνω και  μια βολικότατη προεξοχή του βράχου υποδέχτηκε το πόδι μου. Παράξενο. Τόση ώρα και.... Μα είναι απίστευτο! Κοίταξα πάνω και όλη η απόσταση από το σημείο που είχα τώρα κρεμαστεί είχε γεμίζει γούβες και προεξοχές σε όλη την διαδρομή μέχρι τον κισσό. Και το πιο παράξενο. Ενώ μέχρι εκείνη την ώρα δεν άκουγα τίποτα νομίζοντας πως είχα κουφαθεί, τώρα άκουγα ακόμη και τα μικρά πετραδάκια που κατρακυλούσαν στην άμμο. Άσε πια τα κύματα της θάλασσας που τώρα με ξεκούφαιναν. Σκαρφάλωνα την κάθετη πέτρινη πλαγιά λες και όλη μου την ζωή έκανα αυτό! 
   Έφτασα πολύ γρήγορα στο ύψος του κισσού. Στάθηκα να πάρω ανάσα. Εκείνη τη στιγμή δεν αναρωτήθηκα τι είχε συμβεί. Αρκεί που έφτασα στο κισσό. Θα τον ονομάσω "Κισσό Bellucci".
Τώρα στεκόμουν πολύ άνετα μπροστά του αφού ακριβώς κάτω από κει που φύτρωνε ο bellucci, υπήρχε ένα πλάτωμα  ικανό να σηκώσει το βάρος μου. Από που ξεφύτρωσε ένας θεός ξέρει ή μήπως όχι!
    Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα τα μικρά πράσινα οβάλ φύλλα του με την μυτερή ακρούλα. Ήταν χνουδωτά και ευχάριστα στην αφή. Πλησιάσα το πρόσωπό μου να μυρίσω και είχαν μια μυρωδιά που δεν μπορούσα να εντοπίσω. Δεν ήταν δυσάρεστη βέβαια αλλά θύμιζε λίγο ψάρι στα καρβουνα. 
    Ωραία έφτασα λοιπόν εκεί στον κισσό με κάποια βοήθεια, άγνωστο από που και τώρα τι; Εκεί θα έμενα; Όσο αναρωτιόμουν για το τι θα έπρεπε να κάνω, ένοιωσα στο πρόσωπό μου κάτι σαν ρεύμα αέρα να βγαίνει μέσα από το φύλλωμα του φυτού. Ανάσαινε το φυτό; Ο αέρας αυτός κουνούσε απαλά τα μικρά χνουδωτά φύλλα και μύριζε και αυτός ψάρι στα κάρβουνα. 
    Έβαλα διστακτικά το χέρι μου λίγο πιό βαθιά στα φύλλα και ένιωσα κενό πίσω από τον bellucci. Χρησιμοποιώντας και το άλλο μου χέρι σιγά σιγά παραμέρισα τα φύλλα και βρέθηκα μπροστά σε ένα άνοιγμα του βράχου. Από κει ερχόταν ο αέρας. Σπηλιά; Ίσως. Να μπω; Αφού έβγαινε αέρας από κει λογικά θα πρέπει από κάπου να έμπαινε. Άρα έξοδος. Συμπέρασμα ειδικού(..)
    Κράτησα τα φύλλα μακρυά από το άνοιγμα με το ένα χέρι και τραβήχτηκα προς τα μέσα. Μπορώ να σας βεβαιώσω ότι δεν χρειάστηκε να βάλω  καθόλου δύναμη. Κάτι με βοήθησε να χωθώ μέσα.  Τα φύλλα μείναν όπως τα είχα τραβήξει στο πλάι, ανοιχτά.
Όταν βρέθηκα μέσα χρειάστηκα λίγα λεπτά να συνηθίσω στο ημίφως. Ήμουνα σε μια σπηλιά. Ο αέρας που ερχότανε από το βάθος ήταν δροσερός με την ίδια μυρωδιά του ψαριού. 
    Έκανα ένα δυο βήματα σκυφτός αλλά γρήγορα διαπίστωσα πως μπορούσα να σταθώ τελείως όρθιος. Σταμάτησα. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα. 
Όμως ....ένα μακρόστενο σχήμα διακρινόταν στο βάθος ακριβώς απέναντι από την είσοδο.      
    Προχώρησα διστακτικά και σταμάτησα πάλι. Δεν είχα καλό προαίσθημα. Κάτι μου έλεγε να γυρίσω και να φύγω από κει μέσα. Κάτι άλλο πιο ισχυρό μου επέβαλε να προχωρήσω. Προχώρησα με μικρά βήματα. Όσο πλησίαζα προς το σχήμα τόσο ήθελα να φύγω πηδώντας από το άνοιγμα.  Όμως συνέχισα. Κάτι σκίασε το φως που ερχόταν από την είσοδο. Τρομαγμένος στράφηκα προς τα εκεί. Τίποτα ίσως κάποιο περαστικό σύννεφο. Προχώρησα κι άλλο. Έφτασα στο μακρόστενο σχήμα. Το κοίταξα με τρόμο. Έφερα το χέρι μου στόμα για να μη βάλω τις φωνές αλλά έβαλα τις φωνές.
Εκεί μπροστά μου ήταν ένα σκούρο, καλογυαλισμένο, ακριβό, πολυτελές φέρετρο.... που το είχα ξαναδεί.
   
 
 

5 σχόλια:

  1. Ο Christobal γράφει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ! Η ποιότητα του έχει συνέχεια είτε βουτά σε προωπικές μνήμες είτε στο φανταστικο. Είτε μας προσφέρει δραματικές στιγμές είτε δόσεις καλιεργημένου, έμεσου χιούμορ (το καλύτερο για τα γούστα μου).

    Δεν λέω "συνέχισε έτσι". Θα το κάνει. Είμαι σίγουρος !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. CRISTOBAL με μαύρο χιουμορ και σασπενς. Τα λεει με απλότητα που είναι όμως απατηλή. Έχω πολύ περιέργεια που θα μας παει μετά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η αγωνια κορυφωνεται σιγα σιγα στο κειμενο του CRISTOBAL. Ωραιο λεπτο χιουμορ,και πολυ θριλερ.
    Το φιναλε ειδικα ηταν τελεια απροβλεπτο και αρκετα ανατριχιαστικο. ΟC CRISTOBAL μοιαζει επαγγελματιας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Είχα λίγο καιρό να μπω στο μπλογκ κι έπεσα στα κειμενα του gip kai critobal. Ομολογώ πως ο μεν gip με την πιο λογοτεχνικό του ύφος που το παντρεύει έξοχα με την φαντασία αλλά και την αγωνία, αλλά και cristobal με το πιο ανάλαφρο τόνο αλλά με το παράξενο χιούμορ που σε παεο μπρος πίσω στο χρό΄νο με γοήτευσαν.
    Μπράβο σας.Αληθινή απόλαυση

    ΑπάντησηΔιαγραφή