Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΝΑ ΠΕΤΑΛΟ ΤΗΝ ΑΥΓΗ

     Ο Λευτέρης, ίσως να ήταν από τους πρώτους που το είδε, καθώς είναι από κείνους τους τύπους που πίνουν τον πρωινό τους καφέ μόλις ανατείλει ο ήλιος. Αυτή την συνήθεια ο Λευτέρης την απέκτησε λες και ήθελε υποσυνείδητα να θυμάται τον παππού του, που χειμώνα καλοκαίρι, έκανε το ίδιο, στο χωριό τους όμως. 
    Τώρα ο Λευτέρης, είχε βγει στο μπαλκόνι του εκεί στο Χαλάνδρι και ακουμπώντας το φλιτζάνι με τον καφέ που άχνιζε και το πιατάκι με τις δύο φέτες κέικ στο τραπέζι ετοιμάστηκε να καθίσει στην συνηθισμένη του θέση για να πιει το καφεδάκι του. Τότε κάτι  το αλλιώτικο στο φως που άρχιζε να φωτίζει τον φθινοπωριάτικο  ουρανό του τράβηξε την προσοχή. 
    Σήκωσε το κεφάλι του να δει και έμεινε έτσι σκυμμένος όπως ήταν πάνω από το φλιτζάνι στο τραπέζι κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό.
    «Μα τι στο διάολο είναι τούτο!» φώναξε
Όρθωσε το κορμί του και κοίταξε καλύτερα. «Τι στο διάολο είναι αυτό!» Ξαναφώναξε. 
Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να φωτίζει και άρχισε σιγά- σιγά να φαίνεται το γαλάζιο του ουρανού. 
    Η γυναίκα του η Έλλη που τον άκουσε, ήρθε με πρόθεση να του κάνει παρατήρηση που φώναζε και θα ξυπνούσε τον κόσμο. Μόλις όμως βγήκε έξω στο μπαλκόνι και έστρεψε το βλέμμα της προς το σημείο που κοίταζε ο άντρας της απλώς ψιθύρισε: 
«Έλα Θεέ μου! Τι ναι τούτο πάλι!»
    Σε πολύ λίγη ώρα στον δρόμο που περνούσε μπροστά από την πολυκατοικία τους τα αυτοκίνητα με όσους πήγαιναν στις δουλειές τους, σταματούσαν σχεδόν όπου έβρισκαν οι οδηγοί  και όλοι τους έβγαιναν έξω. Στέκονταν πλάι στις ανοιχτές πόρτες των αμαξιών και με σηκωμένα τα κεφάλια κοίταζαν ψηλά τον ουρανό που όσο πήγαινε φωτιζόταν από τον ήλιο που ερχότανε στην ώρα του. 
    Μέσα σε πολύ λίγο χρόνο τα μπαλκόνια όλων των πολυκατοικιών τριγύρω είχαν γεμίσει κόσμο που αμίλητοι κοίταζαν ψηλά. Ορισμένοι έκαναν τον σταυρό τους. Η κίνηση στον δρόμο είχε μπλοκάρει πια αφού οι οδηγοί ήταν έξω από τα οχήματα με αναμμένες τις μηχανές και ο τόπος μύριζε έντονα καυσαέριο.  
    Ο Λευτέρης που ήταν ίσως από τους πρώτους που το είδε, τώρα κοίταζε κάτω τον δρόμο που ήταν πηγμένος από αμάξια, ταξί, φορτηγά μεγάλα και μικρά, απορριμματοφόρα του Δήμου, μοτοσυκλέτες με τους οδηγούς τους αμίλητους να κοιτάζουν με απορία ψηλά τον ουρανό.
    Εκείνο πάντως που πρόσεξε έτσι όπως παρακολουθούσε τόσο κόσμο μαζεμένο, ήταν μια αυτόματη ομαδοποίηση. Όσοι είχαν μεγάλα και ακριβά αυτοκίνητα ασυναίσθητα σχεδόν, στέκονταν δίπλα σε άλλους που είχαν του ίδιου μεγέθους και αξίας αμάξια. 
     Το άλλο πράγμα επίσης που τόσο καιρό δεν είχε αντιληφθεί ήταν το με πόση περιφρόνηση οι  γυναίκες που ήταν ντυμένες απλά κοίταζαν εκείνες που το ντύσιμό τους έμοιαζε ακριβό. Θυμόταν μάλιστα την Ελλη που του είχε πει πριν από μέρες, την αντιπάθεια και τα βλέμματα επιτίμησης που αντιμετώπιζαν όσες  και όσοι έβγαιναν από ακριβά σουπερμάρκετ με γεμάτες και πολλές σακούλες με ψώνια. «Δύσκολα χρόνια, παράξενες συμπεριφορές» σκέφτηκε. 
    Τώρα  όμως του έκανε εντύπωση η απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Ούτε κόρνες ούτε φωνές. Τίποτα. Όλοι κοιτούσαν ψηλά στον ουρανό. Τα πρόσωπα τους πάντως είχαν εκείνη την μόνιμη ξινίλα και την μελαγχολία που κυριαρχούσε στις εκφράσεις σχεδόν όλων τα τελευταία χρόνια.
Η Ελλη τον πλησίασε και πιάνοντας τον από το μπράτσο τον ρώτησε:
    «Τι είναι αυτό πράγμα Λευτέρη;»
Εκείνος σήκωσε ξανά το κεφάλι κοίταξε ψηλά εκεί πάνω από τα δέντρα και δεν απάντησε, αφού δεν ήξερε τι να πει. Τότε ακούστηκαν οι σειρήνες των περιπολικών. Προφανώς δεν μπορούσαν να περάσουν καθώς ο δρόμος ήταν πηγμένος από σταματημένα αμάξια. Σε λίγο εμφανίστηκαν οι άνδρες της ομάδας ΔΙΑΣ που κατάφεραν με ακροβατικές μανούβρες να φτάσουν στο σημείο που ήταν η πολυκατοικία του Λευτέρη. 
    «Παρακαλώ αδειάστε τον δρόμο! Παρακαλώ αδειάστε τον δρόμο!» έλεγαν μονότονα στους οδηγούς. Με απροθυμία οι οδηγοί άρχισαν σιγά- σιγά να φεύγουν από το σημείο εκείνο όταν εμφανίστηκε ένα ελικόπτερο στον ουρανό. Οι οδηγοί σταμάτησαν πάλι και αγνοώντας τις παρακλήσεις ή ακόμη και τις εντολές των οργάνων της τάξης ξαναβγήκαν να δουν το ελικόπτερο. 
    Ήταν ένα ελικόπτερο της αστυνομίας και είχε αρχίσει να κάνει κύκλους γύρω από κείνο το πράγμα. 
Τώρα βρήκε ο Λευτέρης την ευκαιρία, πήγε μέσα στο δωμάτιο του όπου είχε κάτι παλιά κιάλια χωμένα σε ένα ράφι. Ήρθε έξω και τα έστρεψε ψηλά. Είδε πρώτα το ελικόπτερο που έμοιαζε σαν μύγα μπροστά στο μέγεθος αυτού του πράγματος. Όταν με τα κιάλια διέτρεξε  το σχήμα του αντικειμένου εκεί ψηλά είπε μονολογώντας: «Ένα πέταλο!»

      «Τι είπες;» ρώτησε η Έλλη 
      «Είναι ένα ροζ πέταλο» είπε ο Λευτέρης «Να πάρε να δεις κι εσύ.»
Η Έλλη πήρε τα κιάλια και αφού βρήκε το τρόπο να εστιάσει κατάφερε να το δει. 
     «Δίκιο έχεις! Μοιάζει με  πέταλο αλόγου!» είπε συνεχίζοντας να κοιτάζει το αντικείμενο στον ουρανό. 
Τώρα είχε προστεθεί και δεύτερο ελικόπτερο που δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν στρατιωτικό και πιο μεγάλο. Αυτό μπήκε στο άνοιγμα ανάμεσα στα σκέλη του πετάλου που κοιτούσαν προς την Πάρνηθα. 
    «Θα πάρω την Γιώτα που μένει πάνω στην Κηφισιά να μου πει αν το βλέπουν κι αυτοί.» είπε η Έλλη. 
    «Μια που πας μέσα, άναψε και την τηλεόραση να δούμε αν λέει τίποτα», της φώναξε ο Λευτέρης παρακολουθώντας το πέταλο στον ουρανό
Η Έλλη πήρε από το τραπεζάκι το  ασύρματο τηλέφωνο, με το τηλεκοντρόλ άναψε την τηλεόραση στο σαλόνι και βγήκε έξω. Πληκτρολόγησε τον αριθμό της φίλης της, της  Γιώτας και περίμενε. Στην κλήση απάντησε ο άντρας της Γιώτας ο Χρήστος. 
    «Έλα Χρήστο καλημέρα η Έλλη είμαι. Τι κάνετε;»
    «Έλλη μου, καλά είμαστε, αλλά υπάρχει κάτι παράξενο εδώ στον ουρανό της περιοχής κι έχουμε όλοι βγει και το παρακολουθούμε.» είπε ο Χρήστος
    «Το ίδιο κι εμείς εδώ στο Χαλάνδρι. Να τώρα είμαστε στο μπαλκόνι του σαλονιού μας με τον Λευτέρη και το βλέπουμε. Είναι και δυο ελικόπτερα.»
    «Έλλη» είπε ο Λευτέρης, «ρώτησε τον Χρήστο να σου πει τι σχήμα νομίζει ότι έχει το πράγμα αυτό;»
    «Τον άκουσα τον άντρα σου» είπε ο Χρήστος «εδώ όλοι λένε ότι είναι κάτι σαν ένα ροζ  πέταλο αλόγου!»
    «Ροζ πέταλο λέει ο Χρήστος» είπε η Έλλη στον Λευτέρη
    «Μα πως; Για δώσε μου το τηλέφωνο!» ζήτησε ο Λευτέρης και το άρπαξε άρπαξε από τα χέρια της γυναίκας του. 
    «Ρε συ Χρήστο για πες μου τα πόδια αυτού του πετάλου που λες, προς τα που βλέπουν;»
    «Προς τα που βλέπουν; Μα βλέπουν προς την Πάρνηθα!» απάντησε ο Χρήστος. 
    «Μα είναι δυνατόν;» έβαλε τις φωνές ο Λευτέρης «άρα θα είναι τεράστιο αυτό το...το πράγμα! Μήπως είναι σύννεφο;»
    «Μπα! Δεν βλέπεις τα ελικόπτερα πως αποφεύγουν να το πλησιάσουν πολύ; Δεν είναι σύννεφο. Κάτι άλλο είναι.  Έλα τώρα Λευτέρη σε κλείνω γιατί κάποιος άλλος με καλεί. Τα λέμε.»
Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ο Λευτέρης  γύρισε προς την Έλλη ρώτησε:
    «Άναψες την τηλεόραση;»
    «Ναι την άναψα» είπε εκείνη παρακολουθώντας τον κόσμο που όλο και μαζευόταν από κάτω κοιτάζοντας αμίλητοι με δέος αλλά και με κείνη την μελαγχολία την εγκατεστημένη στα πρόσωπα, το παράξενο αυτό πράγμα στον ουρανό. 
     Ο Λευτέρης πήγε μέσα στο σαλόνι και πήρε το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Άρχισε να πατάει τα πλήκτρα  για να βρει κανάλι αλλά δεν υπήρχε κανένα κανάλι σε λειτουργία. Όλα είχαν χιόνι. Πήγε στην κουζίνα και πήρε το ραδιοφωνάκι και το άναψε. Έψαξε σε όλους τους αποθηκευμένους σταθμούς αλλά δεν άκουγε παρά ένα βόμβο. Πήρε το κινητό του και κάλεσε το γραφείο του. Τίποτα. Κοίταξε την συσκευή του και είδε ότι δεν είχε σήμα. Φαίνεται ότι μόνο τα σταθερά τηλέφωνα δούλευαν. 
    «Δεν μας έφταναν όλα τα προβλήματα που κουβαλάμε έχουμε τώρα και πέταλα στον ουρανό. Με κάτι μας ψεκάζουν. Δεν μπορεί! Εκτός κι αν είναι τίποτα εξωγήινοι όπως οι πολιτικοί μας!» είπε 
    «Λευτέρη! Λευτέρη! Έλα γρήγορα να δεις! Γρήγορα όμως!» φώναξε η γυναίκα του από το μπαλκόνι.
Κοντεύοντας να πέσει πάνω σε όποιο έπιπλο βρισκόταν εκεί μέσα ο Λευτέρης κατάφερε να βγει έξω. 
    «Τι είναι; Τι είναι;» ρώτησε ξέπνοος. 
Εκείνη σήκωσε το χέρι της και του έδειξε προς τα πάνω.  Τότε ο Λευτέρης είδε το  "πέταλο" να ανοίγει αργά- αργά τα σκέλη του, τρομοκρατώντας τα δυο ελικόπτερα που το περιτριγύριζαν. 
Ήταν τόσο αργή η κίνηση του αυτή που κράτησε ώρες. Κάτω στον δρόμο όμως κανείς δεν έλεγε να φύγει. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά που πήγαιναν σχολείο, γέροι και γριές με τα καροτσάκια τους για την λαϊκή, όλοι είχαν τα κεφάλια σηκωμένα και παρακολουθούσαν την σε αργή κίνηση  αλλαγή του σχήματος εκείνου του ροζ πράγματος, πάνω από τα κεφάλια τους.
    Ήταν τόση η ησυχία που  επικρατούσε την ώρα εκείνη που η  Έλλη περίμενε ότι κάτι θα έσκαγε εκεί όπου να ναι. Τα δύο ελικόπτερα είχαν αποχωρήσει και τώρα τα μόνα πράγματα που υπήρχαν στον καταγάλανο ουρανό ήταν ο ήλιος στην ανατολή και το ροζ εκείνο μυστηριώδες πέταλο που άλλαζε σχήμα πάνω από τα κεφάλια τους.
Κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον ήλιο. 
    Όσο περνούσε η ώρα, το παράξενο αντικείμενο εκεί πάνω αργά- αργά έπαυε να μοιάζει με πέταλο. Τα σκέλη του είχαν αρχίσει να εκτείνονται δεξιά και αριστερά αντίστοιχα. 
Όση ώρα γινόταν αυτή η αλλαγή, κανείς μα κανείς δεν έβγαζε τσιμουδιά. Μόνο τα φύλλα των δέντρων ψιθύριζαν παίζοντας με το ελαφρύ αεράκι που είχε σηκωθεί. 
    Ο Λευτέρης και η  Έλλη στέκονταν εκεί στο μπαλκόνι τους χωρίς καν να νιώσουν την ανάγκη να καθίσουν στις καρέκλες. Τα κιάλια ήταν αφημένα πάνω στο τραπέζι  καθώς δεν τα είχε ανάγκη πια κανείς για να βλέπει εκείνο το ροζ πρώην πέταλο που κυριαρχούσε στον καταγάλανο ουρανό. 
    Κάποια στιγμή, η Έλλη, έτσι όπως κοίταζε το αντικείμενο, ένιωσε κάτι που είχε πολύ καιρό να νιώσει. Της φάνηκε μάλιστα πως αναγνώριζε το σχήμα εκείνο. Δεν ήθελε να πει τίποτα στον Λευτέρη ακόμη, αλλά ένιωσε κάποιους μυς του προσώπου της να τονίζουν την παρουσία τους μετά από καιρό με κάποια μυρμηγκιάσματα, πονάκια και μικρο-σπασμούς.  
    Ο Λευτέρης κοίταξε κάτω τον κόσμο που ήταν μαζεμένος και  τα αυτοκίνητα που είχαν τις μηχανές αναμμένες ακόμη, όσες είχαν ακόμη καύσιμα, και του φάνηκε ότι οι περισσότεροι δεν είχαν το ίδιο ύφος πια με κείνο που είχαν έρθει το πρωί. Κάτι είχε χαλαρώσει στα πρόσωπά τους; Κάτι σαν είχε λυθεί; 
Πάντως σίγουρα κάτι είχε αλλάξει. 
    Γύρισε και κοίταξε την γυναίκα του. Ξαφνιάστηκε τόσο πολύ με την έκφρασή της που ετοιμάστηκε να της βάλει τις φωνές. «Μα τι ύφος είναι αυτ....» Εκείνη όμως τον διέκοψε σηκώνοντας το δεξί της χέρι δείχνοντάς του το ροζ πράγμα στον ουρανό που τώρα ήταν μια απαλή  καμπύλη με τις άκρες της δεξιά κι αριστερά ανασηκωμένες προς τα πάνω. 
     Ο Λευτέρης γύρισε να κοιτάξει το ροζ πράγμα. Αμέσως σκέφτηκε: «Σαν λεπτό τεράστιο οριζόντιο ροζ μισοφέγγαρο έγινε»  
Ταυτόχρονα είδε σχεδόν όλους κάτω εκεί στον δρόμο να το δείχνουν με το χέρι  - έτσι όπως έκανε η γυναίκα του - . Εκείνη την στιγμή ένιωσε κι εκείνος την αίσθηση ότι κάτι πάνω στο πρόσωπό του χαλάρωνε και ταυτόχρονα μέσα του σαν να υπήρχε μια φωνή που του υπενθύμιζε τα προβλήματα που θα είχε να αντιμετωπίσει σήμερα. Η ίδια φωνή όμως μέσα του, ψιθύρισε: «Δεν έχουν αξία» 
    Τότε σήκωσε κι εκείνος το χέρι, έδειξε την ροζ οριζόντια καμπύλη στον γαλανό ουρανό, που τώρα την φώτιζε το φως του ήλιου και αμέσως λες και ένας μαέστρος έδωσε την εντολή,  "πάμε παιδιά", όλοι μαζί άρχισαν να φωνάζουν: 
    «Ένα χαμόγελο! 
    «Ένα χαμόγελο στον ουρανό!»
    «Ένα ροζ χαμόγελο!» 
Μια καταιγίδα ξέσπασε. Μια καταιγίδα γέλιου. Πρόσωπα σκυθρωπά έλαμψαν. Δάκρυα έτρεχαν από μάτια τώρα γελαστά. Άγνωστοι αγκαλιάζονταν και γελούσαν χαρούμενοι που βρίσκονταν μαζί εκείνη την ώρα. Χάθηκαν οι διαχωριστικές γραμμές: "Τζιπουράδες και Χιλιοδιακοσάριδες» (τα κυβικά των αμαξιών τους). 
Ακόμη και οι αναμμένες μηχανές των αυτοκινήτων άλλαξαν τόνο. Το ρελαντί τους σαν να έγινε πιο ανάλαφρο.
    Ο Λευτέρης κοίταξε την γυναίκα του που γελούσε δείχνοντας ακόμη το ροζ τεράστιο χαμόγελο στον ουρανό και αφήνοντας τους μυς του προσώπου του ελεύθερους, πλημμύρισε το πρόσωπό του από ένα χαμόγελο που φώτισε τον τόπο. Πονούσαν λίγο οι από καιρό αδρανοποιημένες μυικές ίνες, αλλά ήταν ένα πόνος γλυκός.         Αγκάλιασε την γυναίκα του λες και ήταν η πρώτη φορά, την κοίταξε στα μάτια γελώντας μαζί της και της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί. 
    «Κανείς ποτέ δεν θα ξαναπαγώσει το χαμόγελο μας!»
Σήκωσαν το βλέμμα τους ψηλά στον ουρανό, αλλά η ροζ καμπύλη είχε πλέον ξεθωριάσει και χανόταν μέσα στο φως του ήλιου αφού έβρεξε χαμόγελα στους ανθρώπους κάτω και έσπειρε τον σπόρο της ελπίδας και της αποφασιστικότητας. 



ΤΕΛΟΣ




Y.Γ. Επιτρέψτε μου να παραθέσω εδώ μια  Κρητική μαντινάδα που κάπου την άκουσα τελευταία - δεν θυμάμαι που - και μου άρεσε πολύ. Μπορεί να μην έχει σχέση με το παραπάνω κείμενο, αλλά μπορεί και να έχει

Ο πλουσιότερος της γης
είναι όποιος μπορέσει 
με του εχθρού του τον καημό
και κείνος να πονέσει.


    

    
     
    



     

    

13 σχόλια:

  1. Αν και είμαι Κρητικιά, δεν μου βγαίνει σε μαντινάδα. Θα το πως όπως το νιώθω. Ο σοφότερος της γης, είναι αυτός που σηκώνει το βλέμμα του στον ουρανό, σε καιρούς ζόρικους. Όταν όλοι έρπονται στις λάσπες και στο βόρβορο. Και είναι μαγικά μεταδοτικό. Αν υψώσεις τη ματιά σου ψηλά, όλοι σιγά -σιγά κάνουν το ίδιο.
    Υπόκλιση στη γεμάτη νοήματα & αισιοδοξία, ιστορία σου Χαράλαμπε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Maria Kanellaki
      Μια συντέκνισσα εδώ μέσα είναι δώρο υπέροχο για μένα. Εγώ έχω βέβαια ρίζες μακρινές από την Κρήτη αλλά η γυναίκα μου είναι βέρα Κρητικιά. Εκεί έχω ζήσει τα πιο όμορφα και πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής μου. Το λατρεύω το νησί και τους ανθρώπους του.
      Είναι αληθινά υπέροχα όσα έγραψες στο σχόλιο σου κι ας μην είναι μαντινάδα. Εχουν την σοφία της μαντινάδας και την φρεσκάδας του νησιού. Μου έδωσες μεγάλη χαρά με την επίσκεψή σου. Μια μικρή διόρθωση θέλω να κάνω μόνο. Το όνομα μου είναι Χριστόφορος. Μέσα στο επώνυμό μου υπάρχει το "Χαράλαμπος". Σε μπέρδεψα! χα χαχα Σε ευχαριστώ κορίτσι μου για την επίσκεψη και σου εύχομαι μια όμορφη Κυριακή.

      Διαγραφή
  2. Είμαι απαράδεκτη!
    Χίλια συγνώμη ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΕ :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. καλημερα αγαπημένε φίλε Χριστόφορε! καλή εβδομάδα εύχομαι ολόψυχα!

    καταρχάς να πω πως δε περίμενα ποτέ ότι ένα πέταλο θα μπορούσε να γίνει μια τόσο ομορφη ιστορία και μάλιστα να εξελιχθεί σε ένα ροζ χαμόγελο που μπορεί να ξεθώριασε στον ουρανό όμως υπήρξε και μάλιστα το είδαν πολλοί!!!

    εύχομαι σύντομα να καταφέρουμε όλοι μας να δούμε το δικό μας πεταλο να λαμπει καπου στον ουρανο! :)

    για αλλη μια φορα η ιστορια σου με κερδισε!

    επισης, πολυ καλη η μαντιναδα που μοιραστηκες μαζι μας! να εισαι καλα φιλε μοΥ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αποτελεί μεγάλη πηγή χαράς και τιμής η κάθε επίσκεψή σου εδώ. Σε ευχαριστώ θερμότατα για το όμορφο σχόλιο σου και δεν σου κρύβω και απο εδώ πόση ικανοποίηση λαμβάνω όποτε εγώ σε επισκέπτομαι. Καλή σου μέρα και καλές ιδέες με χαμόγελο στο κέντρο.

      Διαγραφή
    2. καλε μου φιλε Χριστοφορε σε βρισκω οπως παντα πολυ γενναιοδωρο μαζι μου! σ ευχαριστω πολυ για τα καλα σου λογια και εννοειται πως παντα χαιρομαι να ερχομαι εδω και να διαβαζω τις ομορφες ιστοριες σου.

      οποτε εχεις χρονο περνα να διαβασεις ενα διηγημα που ανεβασα σημερα. το χαστουκι της μοιρας ονομαζεται. θα ηθελα την αποψη σου. οταν εχεις χρονο περνα. σ ευχαριστω προκαταβολικα! καλο σου βραδυ!

      Διαγραφή
    3. @ΕΚΦΡΑΣΟΥ Θα περάσω έτσι κι αλλιώς οπωσδήποτε μόλις απαλλαγώ με μεγάλη χαρά από την υπηρεσία baby sitting των 2 εγγονών μου (αγόρια 4 & 5 ετών). Είναι η δική μου βάρδια απόψε μέχρι να έρθουν οι γονεις τους να τα πάρουνε για ύπνο αργότερα. Οπότε να με περιμένεις προς το πρωί όταν θα έχω συνέλθει! χα χα χα

      Διαγραφή
  4. Πολύ αισιόδοξη η ιστορία σου!
    Δεν διανοούμαι να πρέπει να σκαρώνουμε ολόκληρες ιστορίες φαντασίας για να σκάει λίγο το χειλάκι μας τους δύσκολους καιρούς που ζούμε!

    Σε αντίδραση αυτής της λογικής
    σου στέλνω πολλά δροσερά θαλασσινά
    εμπλουτισμένα με αμέτρητα χαμόγελα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @zoyzoy
      Μα άν δεν καθόμουν να σκαρώνω ιστορίες φαντασίας τότε πως θα κατανάλωνα τα «πολλά δροσερα θαλασσινά»; Δεν θα είχα την απαιτούμενη ενέργεια!χα χα χα
      Ευχαριστώ Ζουζού μας να σαι καλά για τις πολύτιμες αποστολές σου.

      Διαγραφή
  5. Xριστόφορε, μόλις έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει με την εξέλιξη της ιστορίας και με την μεταμόρφωση του πέταλου.
    Μακάρι να μας αφήνεις συχνότερα τα πέταλά σου στον ουρανό μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @FLORA GIA
      Πανέμορφη η ευχή σου Φλώρα! Όχι μόνο χαμογέλασε το χειλάκι μου αλλά γέμισες χαμόγελα την ψυχή μου. Ευλογία ήταν η διέλευσή σου απο το κονάκι μου. Σε ευχαριστώ. θερμά!

      Διαγραφή
  6. Υπέροχο!
    Ενθουσιάζομαι όταν διαβάζω με αγωνία πολλά κείμενά σου μέχρι να φτάσω στο τέλος που συνήθως μου χαρίζει ένα τεράστιο χαμόγελο!

    Εύχομαι αμέτρητα "ροζ πέταλα" να βλέπεις στο δικό σου ουρανό, πάντα να χαμογελάς και να μας το μεταδίδεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή