Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΛΑΚΚΟΥΒΑ


     Αν θυμάμαι καλά θα πρέπει να ήταν μια Τετάρτη πρωί εκεί γύρω στις επτά και μισή όταν την συνάντησα.
Δεν έβρεχε κείνη την ώρα αλλά την νύχτα είχε ρίξει καρεκλοπόδαρα.
Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και έμοιαζε σαν να είχε όρεξη να στραγγίξει μερικά από τα γκρίζα σύννεφα που τον κάλυπταν.
    Ως συνήθως έφυγα από το σπίτι χωρίς να πάρω ομπρέλα και τώρα τάχυνα το βήμα μου  για να φτάσω στο μαγαζί πριν αρχίσει να βρέχει.
Έστριψα στο δεύτερο στενό δεξιά για να αποφύγω την κίνηση του κεντρικού δρόμου και έτσι συνέχισα ανέμελος την πορεία μου.
    Άνοιξα το βηματισμό μου λίγο ακόμη μπας και κάψω καμιά θερμίδα παραπάνω.
Ελπίζω να μην με διαβάζει ο καρδιολόγος μου και βάλει τις φωνές:
«Με μέτρο, Με μέτρο όλα!» τονίζει κάθε φορά που με βλέπει.
 Ο αέρας που ερχόταν από τα βόρεια ήταν αρκετά κρύος και έβλεπα την ανάσα μου να βγαίνει αχνιστή λες και ήταν καπνός.
    Κάποια στιγμή μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι κάποιος ερχόταν πίσω μου βιαστικός.  Γύρισα το κεφάλι μου να δω, αλλά δεν υπήρχε κανείς.  Άλλωστε ήταν πολύ νωρίς ακόμη και τις Τετάρτες δεν είχε λαϊκή.  
Συνέχισα την πορεία μου με τον ίδιο ρυθμό και ένιωθα όμορφα. Ο καιρός αυτός μου αρέσει έτσι κι αλλιώς είτε είμαι σπίτι είτε έξω, αλλά ζεστά ντυμένος.
    Τώρα πάλι όμως είχα εκείνη την αίσθηση ότι κάποιος ήταν ακριβώς πίσω μου. Σταμάτησα έτσι όμως ήμουν και έκανα απότομη μεταβολή. Δεν υπήρχε στην κυριολεξία ψυχή πίσω μου. Κοίταξα καλά γύρω μου να δω μήπως κανένας σκύλος πήγαινε κάπου στο πεζοδρόμιο. Τίποτα. Καμιά γατούλα ίσως; Περιστέρι; Τίποτα. Ούτε δίποδο ούτε τετράποδο ον βρισκόταν εκεί.
Μα τότε γιατί είχα αυτήν την παράξενη –όχι αίσθηση αλλά βεβαιότητα- ότι  κάποιος ήταν εκεί και με παρακολουθούσε;
Έκανα μερικά βήματα προς την κατεύθυνση από την οποίαν είχα έρθει και κοίταξα πίσω από κάτι μουσκεμένους από την νυχτερινή  βροχή θάμνους. Μόνο σκουπίδια, λιωμένες παντόφλες και  υπολείμματα από παλιά ρούχα σκέπαζαν το γρασίδι.
Παράτησα τους υγρούς θάμνους και συνέχισα τον δρόμο μου απολαμβάνοντας την πρωινή ησυχία.
Όμως ύστερα από λίγο είχα την αίσθηση ή μάλλον την βεβαιότητα ότι όχι μόνο κάποιος ερχόταν από πίσω μου, αλλά με ακολουθούσε κατά πόδας μάλιστα.
Στάθηκα! Έμεινα για μια στιγμή  εντελώς ακίνητος. Ούτε καν ανάσαινα. Ύστερα σαν σε αργή κίνηση, γύρισα και κοίταξα πίσω μου.  Μα  τι στο διάβολο πια. Δεν υπήρχε κανείς, μα κανείς εκεί εκτός…. εκτός από μια λακκούβα με νερό. Και κοίτα φίλε μου, το νερό αυτής της λακκούβας σε αντίθεση με τις άλλες που υπήρχαν διάσπαρτες εκεί γύρω ήταν πεντακάθαρο. Λες και βρισκόταν μέσα σε λεκάνη σπιτίσια.
Χαμογέλασα. Και χαμογελώντας είπα: «Καλημέρα λακκουβίτσααα!»  και έκανα να γυρίσω την πλάτη μου και να φύγω. Όμως το διάφανο νερό της λακκούβας, έκανε κάτι σαν κυματάκι κάτω από τα πόδια μου.  
    Φυσικά ήταν η φαντασία μου ή το βοριαδάκι που φύσαγε εκείνη την ώρα. Συνέχισα τον δρόμο μου και έστριψα αριστερά σε έναν δρόμο που μου άρεσε γιατί είχε ακόμη μερικά παλιά σπίτια. Τα παλιά πέτρινα σπίτια είναι η αδυναμία μου. Μπορώ να στέκομαι εκεί απέξω να τα κοιτώ και με την σκέψη να ξαναζωντανεύω το   παρελθόν τους.
     Δυστυχώς τα περισσότερα ήταν ερειπωμένα και βάνδαλοι είχαν συμβάλει στην καταστροφή τους.  Σε ένα από αυτά μερικοί άστεγοι που προσπαθούσαν να βρουν κατάλυμα  είχαν καρφώσει στα παραθυρόφυλλα σανίδες για να προφυλάσσονται όσο γίνεται από το κρύο. Δεν ενοχλούσαν ποτέ κανέναν.
Ένας από αυτούς μάλιστα περνούσε κατά διαστήματα από το μαγαζί. Δεν είχε ποτέ δεχτεί χρήματα ή ρούχα. Το μόνο που ζητούσε ήταν ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού πορτοκάλι που το έτρωγε όλο εν ριπή οφθαλμού.
Θα πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα πενήντα με γυαλιά και όσο γινόταν καθαρός. Πάντα κρατούσε ένα βιβλίο στα χέρια και διάβαζε ακόμη και όταν περπατούσε.
      Σε τούτο τον δρόμο που βρισκόμουν τώρα, ο βοριάς ξύριζε στην κυριολεξία. Αφού ακόμη και με το κασκέτο που φόραγα το κεφάλι μου με  τα λιγοστά μαλλιά είχε παγώσει.
Τάχυνα αρκετά το βήμα μου, κι ας με μαλώσει ο καρδιολόγος μου – αν με διαβάσει - .  
    Να όμως που ένιωσα και πάλι εκείνη την αίσθηση πως κάποιος ήταν πίσω μου. Σταμάτησα απότομα μήπως κι ακούσω βήματα. Δεν άκουσα τίποτα.
Όχι, όχι ψέματα. Κάτι άκουσα. Όχι βήματα, αλλά νομίζω κάποιον ελαφρύ παφλασμό! Γύρισα απότομα και κοίταξα. Πίσω μου δεν υπήρχε απολύτως κανείς. Χάμω όμως, στην άσφαλτο υπήρχε μια λακκούβα με πεντακάθαρο νερό ...πάλι!
    «Και λοιπόν;» είπα φωναχτά
Το νερό στην λακκούβα ανατρίχιασε λες και ψιχάλισε μόνο εκεί μέσα. Ύστερα έμεινε εντελώς ακίνητο. Τώρα γιατί είχα την αίσθηση ότι κάτι περίμενε;
    «Παραλογίζομαι!»  είπα στην ...λακκούβα.
    «Σας συμβαίνει τίποτα κύριε;» Μια ηλικιωμένη κυρία είχε σταθεί μερικά βήματα πιο πέρα και με κοίταζε. Ντράπηκα. Μα πως δεν την άκουσα;
    «Όχι, όχι κυρία μου!» είπα με περισσότερη έμφαση από όση θα ήθελα. Εκείνη με κοίταξε κάπως παράξενα και συνέχισε το δρόμο της. Λίγο πιο πάνω γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε. Της χαμογέλασα. Εκείνη σήκωσε τους ώμους  και συνέχισε τον δρόμο της.
Έσκυψα. Η λακκούβα με το διαυγές νερό εξακολουθούσε φυσικά να είναι εκεί δίπλα στα πόδια μου.
    Χωρίς δεύτερη σκέψη γύρισα και με αποφασιστικότητα συνέχισα τον δρόμο μου. Αλλά που να πάρει η ευχή εκείνο τον ελαφρύ παφλασμό τον άκουγα πίσω μου. Γύρισα το κεφάλι χωρίς να σταματήσω και είδα ή νόμισα ότι είδα την λακκούβα να με ακολουθεί.
Μάλλον εκτός από καρδιολόγο να χρειαζόμουν και ψυχίατρο πλέον.
Με έπιασε ταχυπαλμία. Άρχισα να αλλάζω στενά και κατευθύνσεις. Η λακκούβα το ίδιο.
    «Μήπως ονειρεύομαι;» μονολόγησα. Αμέσως άκουσα τον παφλασμό από πίσω μου να γίνεται πιο έντονος λες και διαφωνούσε. 
Σε ένα σημείο του δρόμου που από χρόνια τώρα υπήρχε ένα μεγάλο και κακότροπο άνοιγμα της ασφάλτου, που όταν περνούσες με το αμάξι από κει μπορούσες να πάθεις και λουμπάγκο από το άγριο τράνταγμα, αποφάσισα να περπατήσω μέσα στα νερά του ανοίγματος μπας και χαθεί εκεί μέσα εκείνη η παλιολακκούβα με το γάργαρο νερό που με ακολουθούσε.
Όχι όμως! Ήταν και πονηρή! Πήγε γύρω – γύρω από το άνοιγμα και ξαναβρέθηκε από πίσω μου με το νερό της να κάνει κινήσεις που με λίγη φαντασία θύμιζαν ουρά του σκύλου που κάνει χαρές στο αφεντικό του.
    Μα ήμουν εγώ το αφεντικό της λακκούβας; Μα τι βλακείες λέω. Οι λακκούβες ανήκουν στους Δήμους.
Τώρα προχώρησα, έφτασα έξω από το μαγαζί και στάθηκα. Η λακκούβα  ήταν εκεί δίπλα μου και το νερό της φούσκωνε και ξεφούσκωνε ελαφρά λες και ανάσαινε.
    Μπήκα στο μαγαζί. Στάθηκα πίσω από τις γρίλιες και κοίταξα έξω. Η λακκούβα ήταν εκεί που την άφησα και είμαι σίγουρος πως αν είχε μάτια θα κοιτούσε προς την μεριά μου.
Φώναξα την κυρία που κάτι ζύμωνε στον  πάγκο να έρθει εκεί κοντά μου και ανοίγοντας πιο πολύ τις γρίλιες την ρώτησα αν βλέπει την λακκούβα με το κρυστάλλινο νερό.
    Η γυναίκα με ατένισε παράξενα αλλά κοίταξε εκεί που της έδειξα. Ύστερα από λίγο με διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε καμιά λακκούβα έξω εκεί στον δρόμο, μπροστά από το μαγαζί.
    Εκνευρισμένος άνοιξα την πόρτα και της ζήτησα να βγει έξω. Η κοπέλα κρύωνε αλλά βγήκε. Της δείχνω με το χέρι.
    «Και αυτό εκεί τι είναι; Λακκούβα δεν είναι;» Φώναξα.
    «Αυτό; Μα..μα αυτό είναι αγριολούλουδο!» είπε και μπήκε μέσα τουρτουρίζοντας.
    Και είχε δίκιο!  Εκεί δίπλα στην λακκούβα που η κοπέλα δεν έβλεπε, υπήρχε ένα κίτρινο αγριολούλουδο. Όχι! Υπήρχαν δυο αγριολούλουδα.  
    «Καλημέρα σαας.» ακούω. Γυρίζω και βλέπω τον άστεγο που σας έλεγα πιο πάνω. Η φωνή του είχε μια παράξενη μελωδική χροιά. Μου θύμιζε ψάλτη βυζαντινής μουσικής.
Κουβαλούσε ένα καταταλαιπωρημένο σακίδιο στον ώμο, και ήταν ντυμένος τόσο ελαφρά που μόνο που τον έβλεπα κρύωνα.
    «Καλημέρα. Τι κάνετε;» Του μίλαγα πάντα στον πληθυντικό.
    «Καλά είμαι δόξα το Θεό.» Απάντησε. «Κρύο ε;» πρόσθεσε.
    «Αρκετό!» Απάντησα.
    «Γιατί δεν μπαίνετε μέσα και είστε εδώ έξω; Θα κρυώσετε.» μου είπε.
    «Δίκιο έχετε.» είπα. «Θέλετε να πω να σας φέρουν κάτι;» ρώτησα.
    «Λίγο γλυκό του κουταλιού αν έχετε;» είπε.
Πήγα μέσα και το είπα στην κυρία. Και ξαναβγήκα. Εκείνος στο μεταξύ είχε καθίσει σε μια από τις δυο καρέκλες που έχουμε εκεί έξω για τις ηλιόλουστες μέρες και για κείνους που θέλουν να κάνουν ένα τσιγαράκι.
    Κάθισα δίπλα του. Για λίγο κανείς μας δεν μίλαγε. Ο γάτος με το σκυλίσιο όνομα Αζορ, που μας είχε υιοθετήσει ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια μου.
    Κοίταξα με τρόπο πίσω μου. Η λακκούβα με το καθάριο νερό ήταν εκεί και δίπλα  της τα δυο κίτρινα αγριολούλουδα. 

    «Την λακκούβα σας κοιτάτε ε;» ρώτησε άξαφνα άστεγος.
Πήγα να μιλήσω αλλά εκείνη την στιγμή ήρθε η κοπέλα με ένα βαζάκι γλυκό κουταλιού πορτοκάλι και ένα κουταλάκι. Ο τύπος είπε ευχαριστώ με την βυζαντινή φωνή του και βιαστικά ξεβίδωσε το καπάκι και χώνοντας το κουταλάκι στο κιτρινωπό περιεχόμενο άρχισε να το καταβροχθίζει.
    «Την λακκούβα μου;» ρώτησα. «Τι εννοείτε με το: Την λακκούβα σας; Εσείς την βλέπετε;»
    «Όχι κύριε δεν την βλέπω. Βλέπω όμως στο βλέμμα σας ότι την βλέπετε.» είπε.
    «Τι έχει το βλέμμα μου δηλαδή;»
    «Το βλέμμα σας είναι το βλέμμα εκείνων που ταξιδεύουν πίσω. Πολύ πίσω στο παρελθόν. Εκεί στην σκοτεινή γούβα με το νερό από όπου βγήκατε και πήρατε την πρώτη σας ανάσα.»
    Συνέχισε να κατεβάζει τις κουταλιές με το γλυκό όσο εγώ αναλογιζόμουν όσα μου είπε.
    «Δηλαδή» του είπα μετά από σκέψη «αν κοιτάξω μπροστά θα δω την άλλη γούβα την σκοτεινή που θα μπω,  αυτήν την χωρίς νερό;»
    «Όχι, όχι κύριε! Τα δυο μικρά κίτρινα αγριολούλουδα εκεί, που κι εγώ και εσείς και όλοι βλέπουμε, διώχνουν το βλέμμα σας από κείνη την άλλη γούβα.»
Τέλειωσε το βαζάκι με το γλυκό. Σηκώθηκε. «Θα πάρετε το βαζάκι εσείς;»
    «Ναι δώστε το μου.» είπα και το πήρα.
    «Να μου φιλήσετε τα αγριολούλουδα σας όταν τα πάρετε από το σχολείο το μεσημέρι.» είπε κι έφυγε.
    «Τα αγριολούλουδα μου.....» μουρμούρισα!

18 σχόλια:

  1. Να φροντίσεις, τώρα που θα μπει η άνοιξη, να μη "στεγνώσει" η λακκούβα...

    ΧΑΦ! πολλά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Άιναφετς
      Πολύ μα πάρα πολύ χρήσιμη συμβουλή από μια σοφή φίλη. Σε ευχαριστώ πολύ !
      ΧΑΦ εσύ; Ολόκληρα εγώ (παίρνω την Αγγλική εκδοχή του ΧΑΦ) χα χα χαα

      Διαγραφή
  2. ¡¡Qué maravilloso relato!!! Muchísimas gracias, un precioso regalo para este miércoles nublado.

    Φιλιά και καφεδάκι παρέα, στην καρεκλά έξω σε περιμένω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Su palabras son un gran honor para mí. Gracias desde el fondo de mi corazón.
      Με πολλή χαρά θα πιω το καφεδάκι μου μαζί σου εκεί έξω να βλέπουμε τον κόσμο να περνάει και να κουβεντιάζουμε.

      Διαγραφή
  3. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα, να ένοιωσα μιαν ανατριχίλα στον σβέρκο,
    αλλά ξέρω πως ξαφνικά γελά η καρδιά μου...
    κι αυτό το γλυκό πορτοκάλι είναι το αγαπημένο μου....
    Να προσέχεις τα αγριολούλουδά σου Χριστοφόρε μου...
    μπορεί να αποκτήσεις κι άλλα με τον καιρό!
    :-)
    φιλιά
    Καληνύχτα ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @Levina Vil
      Τα ...αγριολούλουδα μου κι εγώ σε ευχαριστούμε που μας ήρθες. Νομίζω ότι με τον καιρό αυτά μάλλον θα προσέχουνε εμένα .....όταν κάθομαι να παίξω μαζί τους και ύστερα παραπονιέμαι για πόνους στη μέση! χα χα χα
      Να είσαι πάντα καλά Λεβίνα μου που πάντα μου φέρνει μεγάλη χαρά αλλά και είναι εξαιρετική τιμή η παρουσία σου εδώ.

      Διαγραφή
  4. Καλημερα Χριστοφορε.
    Αλλα ενα εξαιρετικο διηγημα απο σενα και σε θεμα γραφης μα και σε φαντασια.
    Ειδικα το σημειο με τα αγριολουλουδα υπεροχο!
    Να εισαι καλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. @ΕΚΦΡΑΣΟΥ
      Πόσο σημαντικό είναι λοιπόν για κάποιον που γράφει όταν βλέπει ότι κείνο το σημείο που συγκίνησε εκείνον άγγιξε και κάποιον άλλον. Σε ευχαριστώ πολύ για το ότι μου το ανέφερες. Εχω καιρό να έρθω να σε δω. Και λυπάμαι για αυτό. Με το τέλος της διευθέτησης ορισμένων σοβαρών θεμάτων που αφορούν επαγγελματικά θέματα ελπίζω να μου ανοίξει η όρεξη για ταξίδια σε φιλικούς μου χώρους. Και πάλι σε ευχαριστώ.

      Διαγραφή
  5. Μέχρι το τέλος πίστευα οτι είναι μια από τις παράξενες σου ιστορίες. Θρίλερ είπα..... Κι όμως να η έκπληξη με τ' αγριολούλουδα σου που σε κρατούν μακριά από τις σκοτεινές λακκούβες!!!!! Σε ανταπόδοση σου χαρίζω αυτούς τους όμορφους στίχους του William Blake ( 1757-1827 , Άγγλος ποιητής & ζωγράφος). "Να δεις τον Κόσμο σε έναν κόκκο άμμου,
    και τον Ουρανό σ’ ένα αγριολούλουδο,
    να κρατήσεις το Άπειρο στην παλάμη σου
    και την Αιωνιότητα σε μια ώρα."

    Χρόνια Πολλά, καλά κι ευτυχισμένα για τα σημερινά (13/3) γενέθλια σου. Να σε χαίρονται οι δικοί σου και να σε χαιρόμαστε κι εμείς!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @marimar
    Είδα στο ΦΜΠ το υπέροχο ποίημα του Blake και ...θύμωσα. Μα πάντα απορώ που στο καλό βρίσκεις πάντα το κατάλληλο αφιέρωμα για την κατάλληλη περίσταση. Με νευριάζεις τόσο πολύ που δε μου γλυτώνεις θα σου τις βρέξω κάποια μέρα. Είμαι και μεγαλύτερος. Να σαι καλά Μάρω μου για τις ευχές σου. Η είσαι η καλύτερη εία στο σύμπαν όλο Μάρω μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Γενέθλια λοιπόν;
    Ευτυχώς που υπάρχουν και κάτι ψυχές που ενημερώνουν όσους δεν έχουν fb! ;-)
    Χρόνια πολλά Χριστόφορε, να τα εκατοστήσεις και εύχομαι να είναι ολάνθιστα, xαρούμενα, φωτεινά, με υγεία πάνω απ΄όλα και με πολύ (λόγω εποχής!) :)

    Πολλά Αληθινά Φιλιά! (σήμερα είναι special μέρα!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Με πολύ τύχη ήθελα να πω, αλλά δεν στάθηκα τυχερή και κόπηκε η τύχη! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. @Άιναφετς
    To "και με πολύ (λόγω εποχής!)" είναι καλύτερο γιατί ο καθένας μπορεί να συμπληρώσει ότι θέλει... χα χα χα. Να είσαι καλά κορίτσι μου και σεις όλοι σας να είστε υγιείς και δημιουργικοί. Ευχαριστώ με πολλά ΜΑΦ (Μαρτιάτικα Ανοιξιάτικα Φιλιά)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Είμαι "εία" ή Θεία??? χα χα Ανήψι μου νόμιζα τα φτιάξαμε καινούργια τα μάτια χα χα χα
    Πολλά φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Στην πρώτη ανάγνωση, παρασύρθηκα απ' τις περιγραφές σου. Αγαπημένες εικόνες... τα πετρόχτιστα σπίτια, το γλυκό πορτοκάλι, τα αγριολούλουδα και ο αναπάντεχος άστεγος...
    Στη δεύτερη, χρειάστηκε να δω τη λακούβα μέσα απ' τα δικά σου μάτια και να αντιληφθώ αυτό που μπορεί να διακρίνει μια σοφή ματιά, μα όχι η συμβατική μας όραση.
    Χριστόφορε δεν θα σου ευχηθώ Χρόνια Πολλά απλά, αλλά να είναι γεμάτα πνευματώδεις αναζητήσεις, στα μέρη που ξέρεις καλά να ψάχνεις και να ψάχνεσαι διαρκώς. Μακάρι όλα τα αγριολούλουδα του κόσμου, να είχαν τέτοιους πνευματικούς καθοδηγητές στη ζωή τους!...
    Να'σαι καλά Χριστόφορε! Γινόμαστε μια στάλα πιο σοφοί μέσα απ' τις λακουβο-περιηγήσεις σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Πολυ ωραίο το διήγημα σου φιλε μου Χριστόφορε, με ένα συμβολικό στοιχείο πάντα και έναν σουρεαλισμό που θαυμάζω πολυ.
    Καλο σου απογευμα και να εισαι πάντα καλά για να διαβαζουμε τα υπέροχα γραπτά σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή