Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΗΦΟΡΑ Νο 9 - Το Ουρλιαχτό της Βροχής

Η ΑΝΗΦΟΡΑ Νο 9

Το Ουρλιαχτό της Βροχής


Εκείνο το «Μαρία … άνθη» που εκστόμισε ο «Χωρίς Όνομα» νεαρός, αναστάτωσε αφάνταστα τον Κώστα.
Ο ανελέητος και μόνιμος ήλιος του έκαιγε το δέρμα. Τα γέρικα πνευμόνια πάλευαν να ανταποκριθούν στην απαίτηση του εαυτού του να βρίσκεται σε όσο πιο μικρή απόσταση γινόταν από τον νέο που φορούσε την μωρουδιακή κουβέρτα στη μέση. «Μα τι στο καλό είχε γίνει το μωρό μου;» αναρωτιόταν διαρκώς, απαντώντας όμως στην ερώτηση ο ίδιος: «Μα γιατί  το λέω μωρό μου; Σε μια γούβα εκεί πιο κάτω το βρήκα!»
            Όσο προχωρούσαν όμως, δεν μπορούσε να μην ρίχνει τακτικά ματιές στη δεξιά ωμοπλάτη του νέου για να δει αν οι τρεις μαύρες ελιές που σχημάτιζαν τις γωνίες του ισόπλευρου τριγώνου παρέμεναν στη θέση τους. Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν μια φαντασίωσή του, σε κείνον τον παράξενο κόσμο όπου είχε βρεθεί, μέσα από μια τουαλέτα που την αποκαλούσαν «τουαλέτα Ρίχτερ», οι γέροι εκεί κάτω απ’ όπου ξεκίνησε.
Το γεγονός ότι αυτές τις ελιές τις είχε ξαναδεί σε κάποια άλλη φάση της ζωής του ή σε κάποια άλλη … τι να πει τώρα … διάσταση; Αστεία πράγματα δηλαδή.
Δεν αμφέβαλε όμως ούτε στο ελάχιστο, ότι εκείνη η πανέμορφη νεαρή γυναίκα που χτενιζόταν κάποτε απέναντι του, είχε τις ίδιες ακριβώς ελιές, στο ίδιο ακριβώς σημείο που τις είχε και τούτος ο νεαρός εδώ δίπλα. Αυτό δεν  μπορεί, κάτι θα σήμαινε.
 Ποια να ήταν κείνη η γυναίκα; Που να ήταν; Πότε ήταν; Ερωτηματικά, ερωτηματικά, ερωτηματικά!
            Όσο προχωρούσαν ανεβαίνοντας, τόσο ο Κώστας ένιωθε πως η θέα εκείνου το …ισοσκελούς τριγώνου με τις τρεις ελιές, στην δεξιά ωμοπλάτη του νέου, του  είχε χαρίσει ενέργεια. Πιο πριν, έμενε διαρκώς πίσω, έτοιμος να νιώσει ανά πάσα στιγμή τον ύστατο χτύπο της καρδιάς του.
Παρά την θετική αυτή εξέλιξη, έβλεπε τώρα στην έκφραση του νέου  να κυριαρχεί μια ανησυχία. Κάθε τόσο, σταματούσε για να δει κάτι ψηλά εκεί στην Ανηφόρα,
            «Τι έχεις; Γιατί ανησυχείς;» τον ρώτησε κάποια στιγμή, έκπληκτος για την σταθερότητα της φωνής του. Ούτε λαχανιασμένος ήταν, ούτε οι καρδιακοί παλμοί του είχαν αφύσικα επιταχυνθεί.
            «Η βροχή!» απάντησε ο νέος
            «Η βροχή; Τι θα γίνει με τη βροχή;»
Ο νεαρός δεν απάντησε . Απλώς του έδειξε πέρα στο βάθος ένα κτίσμα.
            «Τι στο καλό είναι τούτο πάλι; Πως βρέθηκε εκεί; Αφού δεν υπήρχε τίποτα προηγουμένως;» ρώτησε ο Κώστας
            «Βροχή!»
            «Έχει νερό εκεί;»
            «Νερό;» γύρισε ο νεαρός και  τον ρώτησε με έκπληξη κοιτώντας τον παράξενα. «Τι νερό;»
            «Θα πιούμε νερό εκεί;» Είπε ο Κώστας.
Ο άλλος κάθισε χάμω. Έμοιαζε απελπισμένος.
            «Μα πες μου! Τι έχεις. Τι είναι εκεί πέρα;» Είπε ο Κώστας αφού έκατσε κι αυτός δίπλα του.
            «Να μην αργήσουμε. Δεν πρέπει.»
            «Μα για τι πράγμα; Τι θα γίνει δηλαδή;»
            «Τίποτα. Δε θα γίνει τίποτα. Η βροχή θα πει!»
            «Μα … μα μιλάει η βροχή;» ρώτησε ο Κώστας έτοιμος σχεδόν να γελάσει με τον παιδιάστικο τρόπο του νεαρού.
            «Όχι δεν μιλάει.»
            «Αφού δε μιλάει, τότε πως θα μας πει;» είπε ο Κώστας έχοντας χάσει την υπομονή του
            «Με σιωπή ….αλλά …ουρλιάζει!»
Ο τρόπος που είπε αυτό το « ουρλιάζει» έφερε ανατριχίλα στον Κώστα.
            «Σιωπή; Ουρλιάζει; Η βροχή; Μα τι είναι αυτά;»
            «Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ουρλιάζει σιωπηλά  και στέλνει πίσω! Να κοίτα….» Έδειξε ταραγμένος με το δάχτυλο προς το κτίριο εκεί ψηλά.»
Ο Κώστας γυρνώντας να δει, αντίκρισε ένα κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε ρυθμικά.
            «Πάμε» είπε ο νεαρός και σηκώθηκε. Τακτοποίησε την μωρουδίστικη κουβέρτα που του κάλυπτε τη μέση και τους γλουτούς, λες και ήθελε να είναι ευπαρουσίαστος. «Σήκω. Πάμε. Τώρα όμως!» Το τελευταίο το είπε με αυταρχικότητα που δεν ταίριαζε στην ηλικία του.
Ο Κώστας σηκώθηκε. Ο άλλος χωρίς καν να τον κοιτάξει ξεκίνησε να ανηφορίζει. Τον ακολούθησε. Δεν παρέλειπε βεβαίως να ρίχνει διαρκώς ματιές στις ελιές του ισοσκελούς τριγώνου στην ωμοπλάτη του νεαρού.
Αλλά και η εικόνα  που του ‘ρχόταν διαρκώς στο νου,  εκείνης γυναίκας που είχε ακριβώς τις ίδιες ελιές, να κουρνιάζει στην θέρμη της αγκαλιάς του, όχι μόνο του έδινε την σωματική και ψυχική δύναμη να προχωράει, αλλά και μια αίσθηση αισιοδοξίας πως όλα θα πήγαιναν καλά.
Μήπως όμως βιαζότανε πολύ;      
            Ήταν τόσο απορροφημένος απ τις εικόνες που έφερνε ο νους του –ψεύτικες ή αληθινές – ώστε δεν κατάλαβε για πότε βρέθηκαν μπροστά σε ένα τεράστιο κτίριο. Όχι. Δεν ήταν ψηλό. Αλλά η έκταση που καταλάμβανε ήταν ασύλληπτη. «Καλά και το τείχος; Λες να είναι μέρος του τείχους;» Αναρωτήθηκε.
Σταθήκανε κι οι δυο αμίλητοι μπρος στο γιγαντιαίο οικοδόμημα. Δεν υπήρχε – τουλάχιστον δεν φαινόταν – ούτε πόρτα ούτε παράθυρο πουθενά. Μόνο το κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε. Ο νεαρός είχε καρφώσει τα μάτια του στο φως αυτό. Από την στάση του κορμιού φαινόταν να βρίσκεται σε υπερένταση. Λες και κάτι περίμενε.  
Ο Κώστας παρασυρμένος από την αγωνία του νεαρού, παρακολουθούσε κι αυτός το ρυθμικό αναβόσβησμα του κόκκινου φωτός.
Κάποια στιγμή αιώνες μετά – όπως φάνηκε στον Κώστα – το φωτάκι εκείνο έσβησε,  λες και ότι ήταν να πει, το είπε. Το κορμί του νεαρού σφίχτηκε με τόση ένταση που ο Κώστας σχεδόν άκουσε το τρίξιμο των μυϊκών του ινών και τότε …άναψε ένα μαύρο ‘’λαμπερό’’ φως αν είναι δυνατόν!
Δεν είχε φανταστεί ο Κώστας πως υπήρχαν λάμπες που εξέπεμπαν μαύρο, κατάμαυρο φως. Αν υπήρχαν πάντως εκείνος δεν έτυχε ποτέ να τις δει ούτε να ακούσει γι αυτές.
            «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κώστας
            «Μελανόφως!» απάντησε ο νέος
Δεν πρόλαβε ο Κώστας να ρωτήσει τι στο διάολο είναι το …μελανόφως, όταν ένα μικρό άνοιγμα, σαν καταπακτή άνοιξε ακριβώς κάτω από την λάμπα που εξέπεμπε αυτό… το …το ….μαύρο φως… !
            Ο νεαρός τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε με φοβερή δύναμη. Ο Κώστας ούτε καν που πρόλαβε να αντισταθεί. Σκύβοντας και οι δύο χώθηκαν μέσα στην σκοτεινή καταπακτή και βρέθηκαν σ’ έναν χώρο τεράστιο και ολόφωτο. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα τυφλώθηκαν  από την ένταση του φωτός.
            Μόλις τα μάτια του Κώστα, συνήθισαν το δυνατό, εκτυφλωτικό φως έκπληκτος είδε πως βρίσκονταν μέσα σε κάτι που έμοιαζε με εργοστάσιο που δεν είχε όμως ούτε ένα μηχάνημα ή εξάρτημα. Ο απέραντος ολόφωτος χώρος,  ήταν τόσο μεγάλος που ο Κώστας όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να δει μέχρι που έφτανε.
             Επικρατούσε μια τόσο απόλυτη ησυχία που ο Κώστας είχε την αίσθηση πως ο ήχος την καρδιάς του θα ακουγόταν εκκωφαντικά. Όπου και να γύρισε να κοιτάξει, δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Ο φωτισμός όμως ήταν έντονος και ενοχλητικός για τα μάτια του.
            Ο «Χωρίς Όνομα», στεκόταν εντελώς ακίνητος σε στάση προσοχής λες και είχε λάβει κάποιο παράγγελμα. Τα χέρια του τεντωμένα κι  άκαμπτα ακουμπούσαν στο πλάι του κορμιού του και τα πόδια ενωμένα στις φτέρνες.
Ο Κώστας γύρισε και σκύβοντας προς το μέρος του νεαρού είπε:
            «Μα τι είναι εδώ;»
Έκπληκτος όμως αντιλήφθηκε ότι η φωνή του δεν ακούστηκε καν. Καθάρισε τον λαιμό του με ένα βηχαλάκι, που όμως ούτε στα ίδια του τα αυτιά δεν έφτασε ο ήχος του. Αποφάσισε να φωνάξει:
            «Εϊ ! Τι είναι εδώωωω!;» έκανε με όλη τη δύναμη της φωνής του.
Τίποτα! Ούτε καν άκουσε τι φώναξε. Άρχισε ν’ ανησυχεί! Μήπως τα αυτιά του είχαν πάθει κάτι; Ο νεαρός ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει. Προφανώς ούτε κι αυτός τον είχε ακούσει.
            Κάποια στιγμή, κάτι άλλαξε στον φωτισμό εκεί μέσα. Ο Κώστας σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε πάνω. Δεν είδε κάτι που να δικαιολογεί την αλλαγή αυτή … όμως εκεί στο βάθος κάτι ….
            Σήκωσε το χέρι του και φώναξε: «Σύννεφαααα!» Τίποτα δεν ακούστηκε αλλά μια βαριά σκοτεινή συννεφιά ερχόταν προς το μέρους τους από το βάθος της αχανούς εκείνης αίθουσας.
            Ο νεαρός γύρισε το κεφάλι. Τα χείλη του κουνήθηκαν σαν να έλεγε κάτι, αλλά τίποτα δεν ακουγόταν.
Τώρα κι οι δυό τους παρακολουθούσαν την συννεφιά που πύκνωνε όσο τους πλησίαζε. «Μα σύννεφα μέσα σε κτίριο;» μονολόγησε ο Κώστας.
            Τότε ήρθε η πρώτη αστραπή!
Ήταν τόσο δυνατό το γαλάζιο της φως που ο Κώστας το ένιωσε να χώνεται σα καρφί στις κόρες των ματιών του. Έφερε τα χέρια του και κάλυψε τα μάτια. Περίμενε ν’ ακούσει την βροντή. Βροντή όμως δεν ακούστηκε.
            Η βαριά συννεφιά, όσο πήγαινε και τους πλησίαζε. Τα σύννεφα λες και κυλούσαν κάτω από την οροφή σαν όγκοι από τεράστιες μπάλες σκούρου γκρίζου βαμβακιού. Οι αστραπές ξεπηδούσαν από μέσα και καρφώνονταν στο δάπεδο το χτιρίου με σιωπηλή ορμή. Ο Κώστας δεν μπορούσε να ξέρει αν εκεί όπου κατέληγαν οι αστραπές προκαλούσαν ζημιές στο πάτωμα. Αλλά τέτοια δύναμη όμως κάτι δεν θα ‘κανε;
            Πολύ σύντομα η συννεφιά ήρθε πάνω απ τα κεφάλια τους και στάθηκε εκεί. Ο Κώστας είχε την περίεργη αίσθηση ότι μάτια, πολλά μάτια κρυμμένα μέσα στα σύννεφα τους παρακολουθούσαν.
Οι αστραπές σταμάτησαν. Η ακινησία του όγκου αυτού εκεί πάνω, αλλά και  η έλλειψη οποιασδήποτε μορφής ήχου έδινε στον Κώστα την αίσθηση ότι κάτι θα γινόταν. Και δεν είχε άδικο.
Απλά πολύ απλά, άρχισε να βρέχει. Το νερό έπεφτε με φοβερή ορμή παντού γύρω τους. Ο νεαρός είχε κιόλας γίνει μούσκεμα και άρχισε να τρέμει λες και κρύωνε. Ο Κώστας  όμως … δεν δέχτηκε ούτε μια σταγόνα νερού, σαν να βρισκόταν μέσα σε διάφανο υδατοστεγές κουβούκλιο.
«Μας πως; Εγώ; Γιατί;» μονολογούσε.
            Λυπόταν τον νεαρό που έτρεμε ο φουκαράς σαν φύλλο στην καταιγίδα. Από το ακίνητο, σε στάση προσοχής κορμί του, που γυάλιζε απ την υγρασία της βροχής, τα νερά που τον έλουζαν δεν έπεφταν στο δάπεδο, αλλά ήταν σαν να τα ρουφούσε το ίδιο του το κορμί.
Ο Κώστας ολόστεγνος όπως ήταν, αλλά και προβληματισμένος,  πλησίασε τον νέο, ψάχνοντας να βρει έναν τρόπο να τον προστατεύσει. Στάθηκε από πίσω του και άπλωσε το χέρι. Το ακούμπησε στον ώμο του. Ήταν στεγνός!
«Αδύνατον!» φώναξε χωρίς ν΄ ακούγεται η φωνή του. «Μα που πάει το νερό;» Ξαναφώναξε!
Τότε ήταν που είδε ή του φάνηκε πως είδε πως οι τρεις ελιές του ισοσκελούς τριγώνου εκεί δεξιά μεγάλωναν. 
Όχι, όχι! Λάθος έκανε! Δεν μεγάλωναν οι ελιές! Το κορμί εκεί απέναντί του μίκραινε!
            «Μα που να πάρει ο διάολος! Το παιδί! Μα τι….» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την άηχη φράση και όταν το εφηβικό κορμί βρέθηκε χάμω μούσκεμα και άρχισε να κλαίει.
Μόνο που τώρα δεν ήταν πια ένας έφηβος.
Ήταν το μωρό που είχε βρει εκεί στη γούβα πιο κάτω τυλιγμένο σε κουρέλια. Το μωρουδίστικο κλάμα του ήταν ο πρώτος ήχος που ακούστηκε εκεί μέσα.
            Ο Κώστας έσκυψε να σηκώσει το πλασματάκι αλλά ένα φοβερό στριγκό ουρλιαχτό αντήχησε που έμοιαζε να έρχεται από την ίδια την βροχή.
            «ΜΗΗΗ!  ΟΧΙΙΙΙ ΑΚΟΜΑΑΑΑ …..» ακούστηκε εκκωφαντικά.
Ο Κώστας έμεινε εκεί μισοσκυμμένος. Το μωρό σώπασε. Μια καταπακτή άνοιξε πίσω του. Η βροχή σταμάτησε. Τα σύννεφα διαλύθηκαν.
Ο Κώστας προχώρησε προς την καταπακτή χωρίς το μωρό …μονολογώντας:
«Όχι ακόμα; Δηλαδή;»
Τώρα την άκουγε και πάλι την φωνή του…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ         
           


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου