Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΤΕ;

         «Δε μου λέτε; Γιατί κάθεστε και με κοιτάτε; Σας αρέσω ή μήπως σας θυμίζω κανένα γνωστό σας; ε; Τι στο διάολο σας έπιασε και μαζευτήκατε εδώ και καρφώσατε τα μάτια σας πάνω μου λες και δεν έχετε ξαναδεί ξυπόλητα πόδια; 
Τι; Δεν κοιτάτε εμένα; Αλλά; Α! Τώρα κατάλαβα. Πίσω μου κοιτάτε ε; Σας αρέσει; Εντάξει, δε λέω, ακόμα δεν πρόλαβα να μαζέψω το σακίδιο! Χάλια το σακίδιο πάντως. Εσείς εκεί δεξιά που κουνάτε το κεφάλι συμφωνείτε. Το βλέπω από την έκφραση σιχασιάς που έχει πάρει η μούρη σας. Δεν έχετε άδικο. Η αλήθεια είναι πως βρωμάει μούχλα και ποδαρίλα από τις άπλυτες κάλτσες που έχω μέσα. 
Πως; Τι λέτε εκεί πάνω; Δεν κοιτάτε το σακίδιο; Αλλά; Α! Το παγκάκι! Αχ αυτό το παγκάκι! Σταρ της περιοχής έχει γίνει. Βέεεβαια! Και πως να μην γίνει. Αφού πέρσι τον χειμώνα δυο γεροντάκια - όχι λεβέντες σαν εμένα - πέθαναν εκεί πάνω. Δεν άντεξαν το κρύο. Τους γελοίους. Τι το 'θελαν το παγκάκι όταν δεν άντεχαν το κρύο; Χάθηκαν οι γωνιές εκεί στις εισόδους των κτιρίων;  Εντάξει υπήρχε και κείνος που τον δολοφόνησαν ενώ κοιμόταν εκεί. Ποιοι και γιατί; Κανείς δε ξέρει. Καλά δε μιλάμε και για κείνη την χαζή που κρεμάστηκε από το κλαδί! Το  βλέπετε το σκοινί με θηλιά εκεί που κρέμεται πάνω από το παγκάκι; Χα χα χα χα. Ανατριχιάζετε βλέπω. Ναι δεν σκέφτεστε όμως πως επειδή συνέβηκαν όλα αυτά που σας είπα πιο πάνω, κανείς δεν το θέλει το παγκάκι και έγινε ιδιοκτησία μου. Έχω αφήσει και το σκοινί με την θηλιά να κρέμεται, από το κλαδί έτσι για στολίδι. Έχει μια σουρεαλιστική υπόσταση. Δε νομίζετε;
    Εσείς εκεί πέρα γελάτε ε; Γιατί;  Σας φάνηκε αστεία η λέξη ιδιοκτησία που είπα πιο πάνω; Εντάξει δεν σας αδικώ. Κι εγώ στη θέση σας θα το έβρισκα αστείο. Για φανταστείτε την ερώτηση: "Τι ιδιοκτησία έχετε;" Απάντηση : "Ένα παγκάκι κύριε έφορε!"  χα χα χα χα Γελάω γιατί δεν πάει πολύ καιρός που στην ερώτηση αυτή θα έλεγα: " Έχω ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι κύριε έφορά μου".  Βέβαια το "έφορα μου"  θα ήταν μέσα στο σαβουάρ βίβρ που λέγανε οι παλιότεροι. 
    Εσείς κυρία μου, που κουνάτε το κεφάλι κοιτάζοντας το  παγκάκι, μήπως σκέφτεστε πως είναι δύσκολο να κοιμηθεί εκεί πάνω; Δε λέω, στη αρχή δυσκολεύτηκα.  Πονούσαν τα πλευρά μου πιανόταν η πλάτη μου, είχε πληγιάσει εδώ το κόκκαλο στη λεκάνη, έπεφτα στο χώμα όποτε γύριζα στο ύπνο μου, το σακίδιο ήταν πολύ άβολο για μαξιλάρι. Σιγά- σιγά όμως το συνήθισα. Τώρα δεν το αλλάζω ούτε με κρεβάτι στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία που θα μπορούσα να βλέπω και την βουλή απέναντι. 
    Εντάξει .... τι λέτε κύριε μου εκεί; Τα πόδια μου; Μάλιστα κύριε τα πόδια μου είναι βρώμικα. Μάλιστα κύριε, τα νύχια των ποδιών μου είναι μακριά και ολόμαυρα απ΄την βρώμα. Μα κύριε μου, τα πόδια μου σας μάραναν; Μήπως σας μυρίζουν; Δε νομίζω, γιατί  ανακάλυψα τούτο τον καιρό, πως τα πόδια βρωμούν μόνο στην αρχή, μετά όλη η βρωμιά που μαζεύεται ανάμεσα στα δάχτυλα και στις πατούσες είναι το καλύτερο αποσμητικό. Αν βγάλετε τα παπούτσια και τις κάλτσες σας μπορεί τα δικά σας μπανιαρισμένα πόδια να μυρίζουν πιο άσχημα από τα δικά μου, που στο κάτω- κάτω μοσχοβολούνε φύση.....χα χα χα χα !
Τι λέτε εσείς εκεί; Φυλακή λέτε; Να με βάλουν φυλακή γιατί είμαι άσχημο θέαμα για τον τουρισμό; Δεν έχετε άδικο. Κι εγώ το ίδιο θα έλεγα αν εκεί στο Παγκράτι που έμενα, έβλεπα στο πάρκο έναν τύπο σαν εμένα. Σας λέω κύριε, να εύχεστε να μην φτάσετε σε κατάσταση παγκακίου ή μάλλον το αντίθετο. Να εύχεστε να μπήτε στην "παγκακιοκοινωνία"  γιατί ότι και να λένε εκείνοι οι κουστουμαρισμένοι τύποι στο κτίριο απέναντι από το ξενοδοχείο Grande Bretagne - ωραία το είπα ε;- για πλεονάσματα, για πάταξη φοροδιαφυγών, για σακσές στόρυ, για κατασχέσεις κατοικιών και άλλα ωραία, εσάς δεν θα σας αφορούν. Εγώ ας πούμε χέστηκα - συγγνώμην - για ότι και να λένε, γιατί τώρα πια ευτυχώς δεν τους ακούω κιόλας, αφού το όργανό τους.....όχι όχι μην παρεξηγήτε, την τηλεόραση μου εννοώ, την έχει η τράπεζα που πήρε το διαμέρισμα. Απορώ πάντως,  βρήκε άραγε να το πουλήσει; 
    Πως; Πως είπατε; Γιατί δεν πλένομαι; Που; Α! Σε κείνα τα ιδρύματα για τους αστέγους; Είμαι πολύ βρώμικος ε; Δεν αντέχετε να με βλέπετε ε; Αν σας μυρίζω απλυσιά δεν έχετε άδικο που κλείνετε την μύτη σας. Τα ρούχα αυτά τα φοράω απ΄τον χειμώνα. Ναι, ναι ζεσταίνομαι. Ναι, ναι έχουν ποτίσει ιδρώτα.  Σε κείνα τα ιδρύματα που λέτε, μαζεύονται όλοι οι σαν μένα αλλά και κάτι άλλοι που κοπανάνε οινοπνεύματα και κάτι άλλες ουσίες. Όχι όχι δεν έχω όρεξη να αρχίσω κουβέντες για το πως έφτασα εδώ ή για το πως οι άλλοι έφτασαν εκεί που έφτασαν. Τους μόνους που ζηλεύω είναι εκείνους που έχουν τα μεγάλα χαρτοκιβώτια για να κοιμούνται μέσα. Τουλάχιστον δεν βρέχονται από τη βροχή ή από κάποιους ηλίθιους που κάνουν την πλάκα τους κατουρώντας πάνω μου την ώρα που κοιμάμαι στο παγκάκι. Αυτό μυρίζετε. Τις κατρουλιές των άλλων, που μπορεί να είναι και κανείς τους, ανάμεσά σας. 
Πού κάνω εγώ την ανάγκη μου ρωτάτε κύριε; Αυτό δεν μπορώ να σας το πω δημόσια. Αν θέλετε και αντέχετε την βρώμα μου, ελάτε να σας το πω στο αυτί. Είναι μυστικό. Έχω βρει ...τρόπο. Και να δείτε το παράξενο. Στην προ "παγκακίου" εποχή με είχαν τρελάνει οι αιμορροΐδες.  Τώρα δεν ξέρω πως, αλλά έχουν εξαφανιστεί. Ίσως η υγιεινή διατροφή μου, χα χα χα χα! Φαίνεται πως τα αποφάγια στους κάδους πίσω από τα εστιατόρια έχουν θεραπευτική επίδραση στις αιμορροΐδες. Η Κινέζικη δε κουζίνα, τι να σας πω ....βάλσαμο!
    Η οικογένεια μου; Α! Τώρα μάλιστα! Ούτε ξέρουν που είμαι! Είμαι σίγουρος ότι θα έχουν βγάλει αυτά, τα πως τα λένε, που βγάζουν για τις εξαφανίσεις ηλικιωμένων. Έτσι όπως έχω γίνει όμως τώρα, με τα κιλά που έχασα με τα μαλλιά που έπεσαν τελείως και τα γένια μου, που έχουν γίνει σαν  λευκά στουπιά ποιος να με αναγνωρίσει; Άσε καλύτερα θα βρουν το δρόμο τους. Εγώ βάρος τους ήμουν έτσι κι αλλιώς. 
   Πως; Δεν σας άκουσα; Α! Πως τα πάω με το σεξ;  Χα χα χα χα! Κυρία μου με πεσμένες αξίες θα ασχολούμαι τώρα; Εδώ σκέφτομαι πως να μην βρέχομαι τον χειμώνα και θα ασχολούμαι με το ...πως το είπατε; 

Τώρα που το λέτε όμως θυμάμαι μια βραδιά, μήνες πριν που με πλησίασε μια ...συνάδελφος. Σαν νοικοκυρά που ήταν, είχε τα πράγματα της σε καροτσάκι σούπερ μάρκετ. Ήταν φανερές οι διαθέσεις της, αλλά μόλις έφτασε κι έκατσε στο παγκάκι, της έδειξα προς τα πάνω -με το δάχτυλο φυσικά- και μόλις είδε το σκοινί με τη θηλιά που κρεμόταν από πάνω μας, σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας. Την άλλη μέρα πρωί- πρωί την είδα που πέρασε να δει αν κρεμόμουν, -κλίνγκ κλάνγκ- από την θηλιά. Έκανα πως κοιμόμουν. 
   Όχι κυρία! Όχι κύριε, που ρωτάτε ταυτόχρονα αν φοβάμαι τίποτα. Τι να φοβάμαι; Θυμάστε τι είχε πει ο Καζαντζάκης; "Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος"! Εγώ θα πρόσθετα και το "Δεν έχω τίποτα, είμαι λέφτερος". 
    Την μοναξιά; Αν φοβούμαι την μοναξιά; Χα χα χα χα! Μα τι λέτε τώρα. Ποια μοναξιά; Άκου μοναξιά! 
Οδυσσέα! Εϊ Οδυσσέα! Έλα εδώ μωρέ! Κοιμάσαι ακόμη; Οδυ σσέ ααα! Έλα είπα!
    Τι λέτε λοιπόν: Με τέτοιον φίλο μοναξιά; Εντάξει! Είναι κι αυτός βρώμικος.Μυρίζει άσχημα σαν εμένα. Τα νύχια του θέλουν κι αυτουνού κόψιμο, θέλει ένα καλό λούσιμο. Έχουμε όμως τα ίδια γούστα στο φαγητό. Αν κι αυτός έχει αδυναμία στην Ιταλική κουζίνα. Τρελαίνεται για μακαρόνια μπολονέζ. Ε Οδυσσέα; Μίλα μωρέ; Πες κάτι; Μη ντρέπεσαι! Πες! Είμαστε οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο ναι ή όχι; 
    Γαβ! Γαβ!!Γαβ!!
Είναι και μπάσος ο φίλος μου ο Οδυσσέας! 

    
    

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

ΕΓΩ Ο ΔΟΝ ΣΚΙΩΤΗΣ

     Έχω μια κακή συνήθεια σαν όλους τους κοινούς ανθρώπους. 
Η αντιμετώπιση όμως αυτής της κακής συνήθειας από μένα δεν μπορώ να πω ότι με κατατάσσει στους κοινούς ανθρώπους. 
Όλοι οι συγγενείς μου, οι φίλοι μου, οι απλοί γνωστοί, οι συνεργάτες, όλοι τέλος πάντων δεν ασχολούνται καν στο πως θα χειριστούν το θέμα αυτό. 
      Δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορώ γιατί θα δύσει ο ήλιος σε λίγο οπότε η αιτία του εκνευρισμού μου θα εκλείψει - σε σημαντικό βαθμό- και θα σβήσει η ορμή που έχω να τα καταγράψω, μαζί με τον ήλιο που φεύγει και δεν ξέρω αν θα ξανάχω την ευκαιρία.
   Κοιτάξτε, εγώ το πρωί- πρωί μόλις ξυπνάω έχω το συνήθειο χειμώνα- καλοκαίρι να βγαίνω στο μπαλκόνι μου. Μου αρέσει να βλέπω τον ουρανό σε όποια κατάσταση και να βρίσκεται. Υπάρχει και ένας τεράστιος ευκάλυπτος απέναντι στο άκτιστο -ευτυχώς- οικόπεδο και τρελαίνομαι να βλέπω τα κλαδιά του να λικνίζονται στο απαλό πρωινό αεράκι. 
 Θα μου πείτε: «Μα με την τσίμπλα στο μάτι;» 
Μάλιστα με την τσίμπλα στο μάτι! Γιατί;
Μα που είναι το πρόβλημα θα πείτε! Σωστή ερώτηση και απαντώ αμέσως!
    Το πρόβλημα είναι εκείνος ή.... μάλλον εκείνη -το φύλο είναι θέμα διατύπωσης- 
εκείνη λοιπόν έχει την μανία κάθε φορά που θα ξεμυτίσω στο μπαλκόνι για να απολαύσω το πρωινό, τσουπ, έρχεται και ξαπλώνει στο δάπεδο ακουμπώντας τα απαίσια κατάμαυρα πόδια της στα δικά μου. Από κείνη την στιγμή και πέρα όπως και να σταθώ εκεί έξω, όπως και να στρίψω όπου να και πάω,  αυτή εκεί ξαπλωμένη λεπτή σαν μαύρο τσιγαρόχαρτο, στο μάρμαρο του μπαλκονιού, με ακολουθεί στην κυριολεξία κατά πόδας. Αφού κάνω μερικές μανούβρες, όπως πηδήματα μπρος - πίσω, τρεξίματα σαν κυνηγημένος στο ίδιο μου το μπαλκόνι, μετακίνηση γλαστρών από δω κι από κει για να την αποφύγω, τίποτα. Εκείνη αθόρυβα μεν αλλά με εκπληκτική ταχύτητα βρίσκεται στο πάτωμα με τις πατούσες της ενωμένες με τις δικές μου. Αρχίζω τις χειρονομίες κάνοντας και "ξουτ ξουτ". Εκείνη μιμείται τις χειρονομίες μου με τα κατάμαυρα της χέρια, αλλά ευτυχώς τουλάχιστον... "ξουτ ξούτ" δεν κάνει ή εγώ δεν ακούω. 
    Όταν πια δω από την διπλανή πολυκατοικία και αρχίσουν να μαζεύονται οι γειτόνοι στα μπαλκόνια τους να με παρακολουθούν - και αυτό γίνεται κάθε πρωί- τότε πια αποφασίζω να την παρατήσω εκεί έξω και να μπω μέσα. 
Και τότε είναι που με πιάνει η κατάθλιψη! Δεν έχω όρεξη να πάω ούτε στο μπάνιο να πλυθώ. Ούτε να βάλω να γίνεται ο καφές. Δεν μου κάνει κέφι. Όμως πρέπει, αφού έτσι κι αλλιώς θα πάω στο γραφείο. Και αντί να χαίρομαι που έχω ακόμη την δουλειά μου την ώρα που τόσοι και τόσοι εδώ στην γειτονιά έχουν μείνει άνεργοι εγώ κάθομαι και κλαίγομαι για ....
Δε βαριέσαι! 
    Πηγαίνω στο μπάνιο. Δεν ανάβω το φως γιατί αμέσως εκείνη έρχεται και εκεί μέσα. Όχι βέβαια τόσο μαύρη όσο έξω, αλλά πάντως είναι πάλι εκεί. 
Κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Η μούρη  μου είναι ακόμη πρησμένη από τον ύπνο και νομίζω ότι είναι λίγο αναψοκοκκινισμένη από την μάχη που έδινα λίγο πριν με την... σκιά (ή ίσκιο) μου εκεί έξω στο μπαλκόνι προς τέρψη των γειτόνων. Μα δε πάνε στο διάολο λέω εγώ.
    Βγάζω την γλώσσα μου στον καθρέφτη χωρίς καμιά πρόθεση να φανώ αγενής, απλώς ήθελα να δω αν είναι άσπρη γιατί νιώθω και το στομάχι μου να με ενοχλεί κάπως, ύστερα ρίχνω λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό μου και σκουπίζομαι. Χτενίζω με μια βούρτσα τα λιγοστά μαλλιά μου και πηγαίνω στην κουζίνα να φτιάξω λίγο καφέ. 
Η ηλιόλουστη κουζίνα μου, αντί να είναι το καμάρι μου και να την χαίρομαι, μου σπάει τα νεύρα γιατί εκεί μέσα αυτή η καταραμένη σκιά μου, ζει ζωηρή - ζωηρή από το φως του ήλιου που μπαίνει από την τζαμόπορτα! Και το κακό είναι ότι το εξωτερικό παντζούρι είναι χαλασμένο, έχει μαγκώσει κάπου - δεν κλείνει- και που λεφτά τώρα για μαστόρους με το μισό μισθό κομμένο. Να πιάνανε τουλάχιστον τα δικά μου χέρια, θα μπορούσα να το ξεμαγκώσω. Αλλά όσες φορές προσπάθησα το έκανα χειρότερα. 
     Φτιάχνω τον καφέ μου στα γρήγορα προσπαθώντας μάταια να μη μπερδεύεται η κακάσχημη, κατάμαυρη, σκιά μου στα πόδια μου. Εκείνο δε που με εκνευρίζει περισσότερο είναι όταν καταφέρνει και σκαρφαλώνει στο τραπέζι της κουζίνας ή στο πάγκο που είναι η καφετιέρα και βλέπω το κεφάλι της να με ακολουθεί παντού. Είναι όμως εντυπωσιακό με πόση ευλυγισία διπλώνεται ή σπάει σε διάφορα επίπεδα ανάλογα με την επιφάνεια που καταλαμβάνει. Εγώ δηλαδή γιατί δεν μπορώ να κάνω όλα αυτά τα τσαλίμια, χωρίς να με πιάσει το λουμπάγκο μου, η ισχιαλγία, η τενοντίτις, και όλα τα εις -ίτις μου; 
    Πάω στο σαλόνι  με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι όπου τα πρωινά έχω κλειστά τα εξωτερικά παντζούρια κάθομαι στη συνηθισμένη μου θέση και ανάβω την τηλεόραση. 
    «Η αξιωματική αντιπολίτευση θα ανακοινώσει τα μέλη της σκιώδους κυβέρνησης!» ακούω.
Μπα που να πάρει η ευχή! Σκιώδους! Κλείνω την τηλεόραση πατώντας με μανία το πλήκτρο στο τηλεκοντρόλ  και παίρνω το ραδιοφωνάκι μου. 
    «Το Σαββατοκύριακο η θερμοκρασία στην περιοχή της Αττικής θα ξεπεράσει τους 38 βαθμούς υπό σκιάν.»
«Ε! Αει στο διάολο με τις σκιές και τις σκιώδεις κυβερνήσεις σας πια!»  φωνάζω και πετάω το ραδιόφωνο στο καναπέ απέναντι. Ρουφάω τον καφέ μου που μου  καίει την γλώσσα και σηκώνομαι να πάω να πλυθώ και να ντυθώ. Το κακό είναι ότι στην εταιρεία χειμώνα - καλοκαίρι είμαστε υποχρεωμένοι να φοράμε σκούρα κουστούμια. Και μα την πίστη μου τα απεχθάνομαι τα σκούρα κουστούμια, γιατί μου θυμίζουν την διαβολεμένη σκιά μου.
    Ξέρω ότι το πραγματικό μου μαρτύριο μου θα αρχίσει από εδώ και πέρα, γιατί έχω πουλήσει το αμάξι και πάω με τα πόδια στο γραφείο. Δεν είναι μακριά και έτσι κάνω και το περπάτημα μου που είναι καλό για την καρδιά όπως λέει ο καρδιολόγος. 
Αν όμως ο κύριος καρδιολόγος μου, με έβλεπε πως πηγαίνω στο δρόμο προς το γραφείο μου  ίσως να έμπαινε κι αυτός στην παρέα όλων εκείνων που με βλέπουν τακτικά στο δρόμο τα πρωινά και στέκονται να με ...απολαύσουν. Ιδίως δε τα παιδιά που πάνε στο γειτονικό δημοτικό σχολείο που χωρίς ντροπή  καμία με δείχνουν σκάνε στα γέλια και φωνάζουν στους συνοδούς τους; «Μαμά ή μπαμπά  ή παππού, κοίτα τον κύριο τον πηδηχτούλη!»
Οι συνοδοί παριστάνοντας τους αυστηρούς τους κάνουν: «Σσσσσ! Ντροπή σου παλιόπαιδο!» Αλλά δεν καταφέρνουν να κρύψουν το χαμόγελό τους. Βέβαια δεν νομίζω ότι ξέρουν για ποιο λόγο συμπεριφέρομαι έτσι στον δρόμο. 
Ίσως να νομίζουν ότι κάνω ιδιόρρυθμες ασκήσεις. Δεν πιστεύω ότι αντιλαμβάνονται πως αποφεύγω τη σκιά μου σαν τον διάβολο το λιβάνι. Ελπίζω δηλαδή. 
    Τι θα έλεγε λοιπόν ο καρδιολόγος μου αν με έβλεπε κουστουμαρισμένο καλοκαιριάτικα να χοροπηδάω στο δρόμο, προσπαθώντας να ξεφύγω από την σκιά μου ή παλεύοντας να μην την πατήσω εκεί καταμεσής του δρόμου; Θα γελούσε ή θα με έστελνε με μπιλιετάκι σε συνάδελφό του με ντοκτορά στην ψυχιατρική;   
    Βέβαια αυτή η διαδρομή προς το γραφείο μου, με τόσο χοροπηδητό, με τόσα τζαρτζαρίσματα και ντρίπλες - ούτε ο Μέσι να ήμουνα- με τόσα ξαφνικά ντεμαράζ και τρέξιμο, τελικά ίσως να είναι ότι πρέπει για το καρδιαγγειακό μου  σύστημα. 
Για την δουλειά μου όμως δεν ξέρω πως είναι γιατί όταν φτάνω εκεί - ιδίως τώρα το καλοκαίρι είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα και θέλω να πετάξω από πάνω μου το καταραμένο σκούρο σακάκι. Αλλά δεν γίνεται. Ο κανονισμός βλέπεις!
Τώρα μάλιστα με την κρίση έχουν κλείσει και τον κλιματισμό και κάνει φοβερή ζέστη. Με τους ανεμιστήρες που φέρανε δεν γίνεται τίποτα. 
    Όμως το θέμα δεν είναι τόσο η ζέστη ή το κρύο τον χειμώνα, αλλά η συμπεριφορά των άλλων συναδέλφων εκεί μέσα απέναντί μου. 
Η εταιρεία είναι από αυτές που λέμε "σύμβουλοι επιχειρήσεων" και απασχολεί εκτός από μένα δυο κοπέλες έναν νεαρό, και τον διευθυντή. Δηλαδή όλοι- όλοι πέντε νοματαίοι ήμαστε. Και όλοι μας άνδρες και γυναίκες με τα μαύρα μας κουστούμια. Πόσο με νευριάζουν αυτές οι αμερικανιές πια. Ούτε γραφείο κηδειών να ήμαστε!
    Οι σχέσεις μου βέβαια με τους άλλους δεν γίνεται να είναι ας πούμε στενές φιλικές ή ερωτικές με κάποια από τις συναδέλφους εκεί μέσα. Και είναι λογικό. Πως να κάνει παρέα κανείς με κάποιον που μέσα στο γραφείο, σε κείνο τον περιορισμένο χώρο, για να πάει από το φωτοτυπικό στο ψυγείο για νερό, ας πούμε κινείται χοροπηδώντας στις μύτες των ποδιών του σαν Νουρέγιεφ της κακιάς ώρας. Και όλα αυτά προσπαθώντας να μην πατήσει την σκιά του στην μοκέτα...
    Το δε αφεντικό χωρίς να σέβεται ούτε την διαφορά ηλικίας μας - του ρίχνω καμιά δεκαριά χρόνια-  με φωνάζει ..."Δον Σκιώτη". Έχουν μάλιστα πάρει θάρρος οι άλλες και ο μικρός και αυτές Δον Σκιώτη με ανεβάζουν, Δον Σκιώτη με κατεβάζουν. Εντάξει αυτό το Δον Σκιώτης δε με πειράζει και τόσο. Τι Δον Κιχώτης, τι Δον Σκιώτης. Και κείνος - ο Κιχώτης- ανεμόμυλους κυνηγούσε. Ε! Εγώ κυνηγάω σκιές!
    Κοιτάξτε μη νομίσετε ότι είμαι κανένας βλάκας. Κάθε άλλο μάλιστα. Άλλωστε εσείς θα το έχετε καταλάβει και από τον τρόπο που σας τα γράφω αυτά. Εντάξει μπορεί να έχετε τις αμφιβολίες σας. Το καταλαβαίνω. Αλλά εμένα δεν με πειράζουν οι σκιές γενικώς. Το ξέρω πως αφού υπάρχει φως θα υπάρχουν και σκιές. Ούτε οι σκιές των άλλων με ενοχλούν, ούτε των δέντρων, των σπιτιών, των αυτοκινήτων, των πουλιών, και ότι άλλο φανταστείτε. 
Εμένα με ενοχλεί, ή μάλλον δεν δέχομαι εγώ να έχω σκιά! Το καταλαβαίνετε αυτό; Είναι απλό; 
Ξέρω, θα μου πείτε ότι είναι παράλογο! Ίσως να έχετε δίκιο. Κι εγώ στη θέση σας έτσι θα έβλεπα. Παράλογο, τρελό, παρανοϊκό, σχιζοφρενικό!
    Βέβαια κανονικά δεν θα πρέπει να σας εξηγήσω, γιατί θα έχω συνέπειες για τις οποίες δεν ξέρω πόσο σοβαρές μπορεί να είναι. 
Όμως δεν μπορεί για όσο καιρό θα είμαι εδώ τριγύρω, να συνεχίσω να γίνομαι ρεζίλι στη γειτονιά μου, στους δρόμους από τα σχολιαρόπαιδα, στο γραφείο μου και όπου αλλού βρεθώ μόνο και μόνο επειδή προσπαθώ να αποφύγω τη σκιά μου!
    Το ξέρω ότι είναι γνωστό τοις πάσι, που λένε πως οτιδήποτε βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης, στο σύμπαν, εκεί έξω, παντού δηλαδή όπου υπάρχει φως, υπάρχει και σκιά. Σύμφωνοι. Έτσι είναι! Πολύ σωστά και απλά! 
Το άλλο όμως το σκεφτήκατε; Αν κάτι δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης αλλά στα σπλάχνα της μέσα, έχει σκιά; Έχει; Απαντήστε μου!  Βλέπω κουνάτε αρνητικά το κεφάλι. Δεν έχει λοιπόν ε; Σωστά; Σωστά! 
Άρα όσα έγραψα παραπάνω δεν είναι ούτε βλακείες, ούτε παραλογισμοί, ούτε ιδιοτροπίες, ούτε "Δον Σκιωτισμοί" ούτε τίποτα!
Και ξέρετε γιατί; 
Γιατί εγώ, δεν βρίσκομαι στην επιφάνεια της Γης!
Ακριβώς! Μόλις πριν από σαράντα μέρες με κατέβασαν κάτω από την επιφάνεια της Γης ανάμεσα σε λουλούδια και ψαλμωδίες!
 Πως βρίσκομαι τώρα εδώ και μάλιστα με σκιά δική μου και τι στο καλό κάνω;
Ένας Θεός μόνο μπορεί να το ξέρει!  Ίσως μάλιστα ούτε καν αυτός!

Καλές κι ασκίαστες μέρες ή νύχτες να έχετε.
Εγώ....
  







Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΑΤΟ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ!

    

     Ήταν  από κείνα τα μεσημέρια που ήθελα, έτσι χωρίς λόγο να γιορτάσω κάτι. Όχι τα τα γενέθλιά μου. Αυτά άλλωστε είναι καιρός που έχω παύσει να τα τιμώ. Ούτε η ονομαστική μου εορτη που είχε περάσει  και την οποία ούτε αυτήν γιορτάζω αφού ελάχιστοι ξέρουν πότε είναι. Καλύτερα βέβαια. 
    Εκείνη η μανία να πρέπει να κερνάς γλυκάκια, τυροπιτακια και ότι άλλο σε ....."άκια" την ημέρα κάποιας γιορτής σου,  μου δίνει αφάνταστα στα νεύρα. Δηλαδή ρε φίλε, επειδή κάποιοι πριν από μερικές ή αρκετές δεκεατίες σε παρέδωσαν σε έναν γενειοφόρο με αγριοφωνάρα που  άρχισε  να  σε βουτάει σε μια βαθιά λεκάνη με νερό προφέροντας τραγουδιστά ένα όνομα θα πρέπει εσύ σε όλη την ζωή όποτε το ημερολόγιο γράφει αυτό το όνομα όπου και να βρίσκεσαι να προσφέρεις γλυκάκια και όλα τα εις "άκια";

    Τέλος πάντων εκείνο το μεσημέρι ήθελα να γιορτάσω, έτσι,  χωρίς να προσφέρω κάτι σε κανέναν άλλο παρά σε μένα μόνο. Ήξερα εκεί κοντά στην πλατεία ένα εστιατόριο που  νομίζω ότι είχε  μια αισθητική που ταίριαζε στα γούστα μου και μπήκα μέσα. Δεν το συνηθίζω αυτό γι αυτό και μπήκα κάπως διστακτικά νιώθοντας και λίγο άβολα. 

«Αφού έχεις φαΐ στο σπίτι, είναι ώρα να σκορπάς τα λεφτά σου στα εστιατόρια;»  


είπε εκείνη η αντιπαθητική φωνή που παρεμβαίνει μέσα μου. Σαν κωλόγρια ακούγεται. Πως στο διάβολο εγώ!  Ποιος; Εγώ! Που όσοι με ακούνε  ζωντανά  ή στο τηλέφωνο εκφράζουν τον ανυπόκριτο θαυμασμό τους για την φωνή μου την μπάσα, την ζεστή, την όλο πάθος. Αυτό το τελευταίο - για το πάθος- συνηθίζουν να το λένε οι γυναίκες. Πως λοιπόν εγώ έχω μια τόσο αντιπαθητική, στριγκή, εσωτερική φωνή;
Και να το ξέρετε. Όλοι μας έχουμε μια εσωτερική φωνή. Μπορεί μερικοί να μη την ακούνε ή άλλοι να την ακούνε με το παραπάνω και να κάνουν όλα όσα τους υπαγορεύει εκείνη, οπότε και τους μπουζουριάζουν κάτι τύποι με λευκές μπλούζες και τους κλείνουν στα τρελάδικα. 

    Όχι, όχι εγώ την ακούω αλλά δεν της δίνω καμιά σημασία. Το μετανιώνω βέβαια μερικές φορές, αλλά είναι σημαντικό να κρατάς τις αρχές σου. 

    Μπαίνοντας στον δροσερό, χώρο του εστιατορίου, μου άρεσε ο χαμηλός φωτισμός και η μουσική που ήταν σε μια ανθρώπινη ένταση. Α! Όλα κι όλα στην ένταση της μουσικής δίνω μεγάλη σημασία γιατί - θα σας το πω αλλά μην το πείτε παρακάτω- δεν ακούω από το ένα μου αυτί. Μάλλον έτσι γεννήθηκα. Αν λοιπόν υπάρχει δυνατή μουσική σε κάποιον χώρο και είμαι με παρέα,  βρίσκω, δηλαδή πάντα έβρισκα μια δικαιολογία για να δραπετεύω, αφού δεν ακούω τι μου λένε. Εχει τύχει να μου λέει κάποιος κάτι εντελώς αδιάφορο κι εγώ να σκάω στα γέλια. Ετσι για να κάνω ότι άκουσα. Βέβαια τυχάινει, οι άλλοι πολλές φορές να με κοιτάνε παράξενα και κάτι να μουρμουρίζουν στους διπλανούς τους, αλλά τι να κάνω;
Και να τανε ένα μικρό κομψό αυτάκι....εντάξει. Αλλά όπως βλέπετε θα μπορούσε να κρεμαστεί άνετα απ αυτό ένας κανονικός άνθρωπος ....σε περίπτωση ανάγκης!

    Κάθισα που λέτε σε ένα τραπέζι γωνιακό- μου αρέσει να βρίσκομαι με την πλάτη στον τοίχο και δεν ξέρω γιατί - και περίμενα να έρθει κάποιος να μου πάρει παραγγελία. Στο μεταξύ κοίταζα γύρω μου. Πρέπει βέβαια να σημειώσω ότι εκείνη η αντιπαθητική φωνή από μέσα μου συνέχισε να στριγγλίζει:
(παριστάνω την φωνή)
    «Μα αφού έχεις φαΐ στο σπίτι. Πεταμένα λεφτά. Το ρεύμα; Θα το κόψουν!»


    Να την πάρει η ευχή, να την πάρει την βρωμοφωνή, με αυτήν τη μανία να μου θυμίζει  ότι έχω απλήρωτο το χαράτσι της ΔΕΗ!  Και να πάρει ο διάβολος αυτούς που το φόρτωσαν στο ρεύμα! Τέλος πάντων, ας ηρεμήσω γιατί με βλέπει κι ο κόσμος. Τι κόσμος δηλαδή, ένα άτομο γύρω στα πενήντα εντελώς φαλακρός ήταν εκεί απέναντί μου και περίμενε διαβάζοντας κάποιο περιοδικό,  να του φέρουν την παραγγελία του προφανώς. 

    Πράγματι σε λίγο ήρθε ο σερβιτόρος, χαμογελαστός- χαμογελαστός, και απέθεσε στο τραπέζι μπροστά στον κύριο απέναντί μου, ένα ωραίο λευκό, μεγαλο, σχεδόν τετράγωνο πιάτο που μέσα, στο κέντρο του ακριβώς είχε έναν κυκλικό πύργο από σπαγγέτι περιχυμένα με κόκκινη σάλτσα. 
    Τι να σας πω τωρα! Τίποτα, μα απολύτως τίποτα και κανείς, μα απολύτως κανείς, δεν θα μπορούσε να προβλέψει το τι μου συνέβη εκείνη την στιγμή!
Στις εκκλησίες δεν ψέλνουνε το "ίδωμεν το φως το αληθινόν"; 
Ε λοιπόν μάλιστα κυρίες και κύριοι! Εγώ εκεί μέσα σε κείνο το τετράγωνο πιάτο με το μακαρονένιο κόκκινο πύργο στο απέναντι τραπέζι  είδα φως το αληθινόν της σήμερον, μέσα σε κείνο το πίατο, λες και ήταν γυάλινη σφαίρα μάγου. 
    Σηκώθηκα χωρίς καθυστέρηση  - αγνοώντας και στριγκλιές  της μέσα φωνής - και πήγα με αυτοπεποίθηση στο τραπέζι του κυρίου που είχε ήδη πιάσει το πηγούνι και ετοιμαζόταν να εισβάλει στο πύργο των μακαρονιών.  

«Μη!» του φώναξα με όλη μου την δύναμη, «Μην το κάνετε αυτό!»

Ο άνθρωπος τρόμαξε τόσο πολύ που με είδε πάνω από το κεφάλι του να χειρονομώ, που άφησε το πιρούνι να πέσει στο πάτωμα. Εγώ με ταχύτητα αστραπής έσκυψα και το άρπαξα πριν προλάβει οποιοσδήποτε να το πάρει. 
Στο μεταξύ ήρθε ο καλοντυμένος σερβιτόρος που με άκουσε να φωνάζω και με κοίταζε άφωνος να χειρονομώ κρατώντας το πιρούνι στα χέρια λες και ήταν μπαγκέτα μαέστρου! 

«Ακούστε με!» είπα με όση δύναμη είχε ή μπάσα φωνή μου, «Θέλω να πάρω εγώ αυτό το πιάτο, Είναι δικό μου, Μου ανήκει. Καταλάβατε; Πάντα μου ανήκε!»

    Οι δυο άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Δεν καταλαβαίνανε τι έλεγα προφανώς. Και είναι φυσικό. Ποιός κοινός άλλωστε θνητός θα μπορούσε να συλλάβει το βάθος  το απύθμενο των λόγων μου! Ουδείς. Ούτε εσείς που με ακούτε τώρα! Και είναι φυσικό!  
    Ο σερβιτόρος με ρώτησε πολύ δειλά αν ήθελα να μου φέρει μια μερίδα από το ίδιο φαγητό που έφερε στον άλλον. 
Τον κοίταξα με όμως με τέτοιο ύφος που νομίζω ότι ζάρωσε και του φώναξα:

«Μα είναι δυνατόν να μου λέτε τέτοια πράγματα; Ε;»

Ζαρωμένος ακόμη μου είπε με μια ψιλή φωνούλα: (παριστάνω την φωνή) :

«Μια απλή Ναπολιτάνα είναι! Θα σας  φέρω ακριβώς την ίδια.»

    Με που τον άκουσα έσκασα στα γέλια! Όχι  γιατί διασκέδασα αλλά γιατί θύμωσα. Εγώ όταν θυμώνω γελάω.  Και όταν οργίζομαι πολύ, χτυπιέμαι στα γέλια. Αλλά κανείς δεν με καταλαβαίνει ακόμη.
Αυτός όταν με είδε να γελάω σαν να ανακουφίστηκε λιγάκι. Εγώ όμως τότε άπλωσα το άλλο μου χέρι που δεν κρατούσε το πιρούνι, πήρα από το τραπέζι του πενηντάρη, το τετράγωνο μεγάλο πιάτο με τον πύργο από μακαρόνια μέσα και πλησίασα αργά αλλά σταθερά τον σερβιτόρο.
«Δε μου λες;»
του είπα πλησιάζοντας τον σε απόσταση αναπνοής, αλλά εκανα αμέσως λίγο πίσω γιατί μύριζε  ανάσα του, 

«Είσαι ηλίθιος; Πως μπορείς να μου φέρεις ακριβώς τα ίδια με αυτά; Ε; Θα λυγίζουν τα άλλα σπαγγέτι στο ίδιο σημείο με αυτά; Θα κάνουν τις ίδιες καμπύλες; Ε; Θα έχει πέσει η σάλτσα ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που έχει πέσει σε αυτό το πιάτο; ε; Μπορείς να το εγγυηθείς; ε; Μπορείς;»



Με κοίταζε φοβισμένος όπως στεκόμουν από πάνω του - ήμουν πιο ψηλός του-  και ψέλλισε: ( τον παριστάνω): 
«Ο όχ χι»

     Απομακρύνθηκα από τον φοβισμένο σερβιτόρο.  Πέρασα μπροστά σπό το τραπέζι του πελάτη που του πήρα την μακαρονάδα και πήγα και κάθισα στο δικό μου τραπέζι. Έβαλα το πιάτο με την Ναπολιτάνα μπροστά μου και έμεινα εκεί να την κοιτάζω με προσήλωση γιατί δεν ήξερα απο που να αρχίσω.
    Ναι όμως τώρα που σας έχω εδώ μπροστά μου, έχω την εντύπωση ότι  κι εσείς με κοιτάζετε  με προσήλωση γιατί δεν ξέρετε τι λέω.
Θα μου πείτε - δικαιολογημένα ισως- «Μα έκανες ολόκληρη φασαρία για ένα πιάτο μακαρόνια! Τρελός είσαι;» 
 Το ξέρω! Το σκέφτεστε!  « Την ψώνησε!» ψιθυρίζετε στους διπλανούς σας.
Μην τρομάξτε, αλλά θα βάλω τις φωνές, τώρα!

(Φωνάζοντας!!) 
Εκανα λέτε ολόκληρη φασαρία για ένα πιάτο μακαρόνια! Ετσι δε λέτε; ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΑΤΟ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ!  Ε λοιπόν ΝΑΙ! Ξέρετε όμως τι ήταν αυτό το πιατο μακαρόνια; 
Ξέρει κανείς σας; Εσείς κύριε, εσείς κυρία; Εσείς εκεί πάνω; ΞΕΡΕΤΕ;
Κανείς; 
Ξέρετε τι είχε μέσα αυτό το πιάτο μακαρόνια; Σπαγκέτι; Σάλτσα Ντομάτα; Βασιλικό;  Τυρί Τριμμένο;  ΛΑΘΟΣ! ΛΑΘΟΣ! ΛΑΘΟΣ!

Ας ηρεμήσω όμως γιατί θα ανέβει η πίεση μου και θα έχουμε τρεχάματα, γιατί δεν  έχω πάρει και το χάπι μου.
Ας καθίσω! (κάθομαι και πίνω λίγο νερό)

    Κοιτάξτε! Εκείνο το πιάτο με τα σπαγγέτι στο εστιατόριο δεν ήταν πιάτο με σπαγγέτι. Σας βλέπω! Πάλι κοιτάζεστε μεταξύ  σας με απορία!     Δεν έχει σημασία όμως!  Εγώ θα συνεχίσω. 
    Εκείνο το πιάτο με τα αλ ντέντε βρασμένα σπαγγέτι ήταν το ακριβές αντίγραφο, των καμπύλων διαδρομών, των λάθος επιλογών, των λαβυρίνθων, των αδιεξόδων, των προδοτικών μονοπατιών, των οδών συμπόρευσης ηγετών μας με συμφέροντα που μας οδήγησαν εδώ που είμαστε. 
    Η σάλτσα στα σπαγγέτι περιείχε το λάδι που χύθηκε σε μίζες σε χέρια ηγετών που ανέλαβαν κατα καιρούς τα ηνία της χώρας, η ντομάτα το αίμα χιλιάδων αθώων που χάθηκαν εξαιτίας αυτών των επιλογών, ο βασιλικός ήταν το μυρωδικό που χρησιμοποιήθηκε για να καλυφθεί η δυσωδία των προδοσιών, και το τριμμένο τυρί ήταν για να προσελκύσει  εσάς, εμένα, τον σερβιτόρο, τον πελάτη σαν τον ποντικό στην φάκα. Και είναι η φάκα τώρα υπερπλήρης. 
    Ξέρω ότι ήδη έχει κληθεί ασθενοφόρο για να με πάει στο Δαφνί! Κάθε φορά το ίδιο γίνεται. Αλλά κάθε βράδυ τα καταφέρνω να είμαι εδώ ανάμεσα σας.