Το κλάμα του κλειδωμένου στην αποθηκούλα παιδιού, προκαλούσε οδυνηρό σφίξιμο στην ήδη ταλαιπωρημένη καρδιά του Τάκη. Εκεί, χωμένος στην πολυθρόνα, με το κεφάλι να ακουμπάει άβουλα στο στέρνο, ένιωθε πως ο συνδυασμός του παραληρηματικού τραγουδιού και του παθιασμένου χορού της Νίκης, με τα χτυπήματα στην πόρτα της αποθηκούλας και τις απελπισμένες κραυγές του παιδιού κει μέσα, θα του έφερνε αβάσταχτο κλάμα.
Φανταζόταν το παιδάκι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της αποθηκούλας ανάμεσα στο καλάθι με τα άπλυτα, το πλυντήριο ρούχων και την μυρωδιά των απορρυπαντικών. Πόσες φορές είχε πει ότι άλλαζε την καμμένη λάμπα. Δεν το κανε όμως. Ο χώρος ήταν στενός και σίγουρα θα πλάκωνε την ψυχούλα του. Τα ένιωθε ο Τάκης τα δάκρυά του έτοιμα να αναβλύσουν. Τον εξόργισε η ανημποριά του και τούτος ο θυμός, έγινε φραγμός στα δάκρυα. Αυτή η τρελή που τραγουδούσε και χόρευε εκεί δίπλα του....Όμως εντελώς απότομα, η Νίκη σταμάτησε τον χορό και το τραγούδι την στιγμή που εκτελούσε μια σκυφτή φιγούρα. Έμεινε εκεί ακίνητη, λες και κάτι την εμπόδιζε να ορθωθεί.
Ο Τάκης που αντιλήφτηκε την αλλαγή, έσπρωξε το κεφάλι του προς τα πάνω, με το χέρι και την κοίταξε. Του φάνηκε παράξενη η στάση της. Ήταν εκεί σκυμμένη και τα μακριά μαλλιά της έρεαν σαν μαύρος καταρράχτης προς το δάπεδο. Το ένα χέρι ακουμπούσε με την παλάμη στο πάτωμα και το άλλο, ήταν σε έκταση. Στεκόταν στα ακροδάχτυλα των λεπτών ποδιών της.
Με τη άκρη του ματιού του, ο Τάκης είδε τον Πέτρο να την πλησιάζει από πίσω. Τα βήματα του ασταθή. Κρατούσε στο χέρι του το μπρούντζινο σταχτοδοχείο. Όταν έφτασε δίπλα της προσπάθησε να σκύψει για να δει το πρόσωπό της που το έκρυβαν τα μαύρα μακριά μαλλιά, μα μια καινούργια κραυγή απελπισίας του παιδιού από το αποθηκάκι, τον έκανε να τιναχτεί προς τα πίσω και κινδυνεύοντας να πέσει, αναζήτησε απελπισμένα στήριγμα στην ράχη μιας πολυθρόνας εκεί δίπλα.
«Θο φαιγί, θο φαιγί, τττο φφφ...παιγί!» είπε με κόπο ο Τάκης ακούγοντας καθαρά το γοερό κλάμα του παιδιού. «Θθθθο ττο παιγί...!» Ξανάπε, εντυπωσιασμένος που κατάφερε να προφέρει το "π" και το "τ"!
«Το παιδί!». Επανέλαβε και ο Πέτρος που στεκόταν στηριγμένος στην ράχη της πολυθρόνας και έπαιρνε βαθιές ανάσες σαν αθλητής που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει τον αγώνα. Παράλληλα άφησε το μπρούντζινο σταχτοδοχείο να πέσει στο χαλί, γύρισε την πλάτη του στον Τάκη και την Νίκη και στράφηκε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος. Στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα παίρνοντας βαθύτερες εισπνοές και ξεκίνησε. «Εγώ! Εγώ θα ανοίξω!» είπε αποφασιστικά.
Η Νίκη δεν είχε κουνηθεί από την σκυφτή στάση που είχε βρεθεί μετά το τέλος του Ζεϊμπέκικου. Εκεί. Ακίνητη. Σαν σάρκινο γλυπτό.
«Νννίχη! Νννίιιχη!» προσπάθησε να της φωνάξει ο Τάκης. Τρόμαξε όμως με την σαν κοράκου φωνή του και σταμάτησε.
Άκουγε πάντως τώρα τα βαριά βήματα του Πέτρου που πήγαιναν προς το αποθηκάκι, εκεί που ήταν φυλακισμένο το παιδί, όταν εντελώς ξαφνικά ο μαύρος καταρράχτης των μαλλιών της Νίκης με μια ανάστροφή κίνηση τινάχτηκε προς τα πάνω. Το πρόσωπό της τώρα φάνηκε πεντακάθαρα. Ήταν λίγο κοκκινισμένο από την σκυφτή στάση αλλά τα μάτια της που τον κοιτούσαν έλαμπαν με αγριότητα. Την ίδια ώρα έξω άστραψε και η βροντή που ακολούθησε τράνταξε τα τζάμια.
Γύρισε απότομα, προς την κατεύθυνση που πήγαινε ο Πέτρος, και βγάζοντας μια κραυγή που τίποτα το ανθρώπινο δεν είχε, έτρεξε κατά πάνω του και με ένα απίστευτο άλμα πήδηξε πάνω στην πλάτη του και τον έριξε χάμω μπρούμυτα. Εκείνος ούρλιαξε από τον πόνο καθώς το ήδη τραυματισμένο του πρόσωπο χτύπησε με ορμή στα πλακάκια του διαδρόμου. Η Νίκη κάθισε καβαλικευτά πάνω στη μέση του και τον γρονθοκοπούσε με μανία στην πλάτη. Ο Πέτρος τυφλωμένος από τον πόνο στο πρόσωπο μούγκριζε προσπαθώντας ταυτόχρονα να απαλλαγεί από την Νίκη που σαν άγριο, μανιασμένο, θηρίο λες και ήταν έτοιμη να τον κατασπαράξει.
«Που πας βρε ηλίθιε;! Που πας ρε μαλάκα; Πως θα ανοίξεις βρε ανίκανε!» φώναζε έξαλλη χτυπώντας τον. «Εγώ έχω το κλειδί!»
Την ίδια ώρα μια σειρά από κοντινές βροντές, είχαν τρομάξει το αγόρι που τώρα χτυπούσε με όση δύναμη είχαν τα χεράκια του ουρλιάζοντας ταυτόχρονα. Η φωνή του είχε βραχνιάσει πια.
Η βροχή σπρωγμένη από τον δυνατό αέρα που είχε σηκωθεί, χτυπούσε με θόρυβο το τζάμι της μπαλκονόπορτας.
Ο Τάκης βρισκόταν τώρα σε μια κατάσταση απόλυτης απελπισίας. Η αδυναμία του να επέμβει τον εξόργιζε σε τέτοιο βαθμό που όποιο μέλος του σώματός μπορούσε να κινήσει γινόταν σπασμωδικά. Έκανε απελπισμένες προσπάθειες να απαγκιστρωθεί από την αγκαλιά της πολυθρόνας, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να χειροτερεύει την θέση του εκεί. Μόνο το αριστερό του πόδι που ακουμπούσε στο πάτωμα είχε κάποια ελευθερία κίνησης. Το άλλο του μέλος που μπορούσε να κινηθεί - το αριστερό χέρι- ήταν αναγκασμένο να υποστηρίζει το κεφάλι του στην όρθια θέση.
«Να πάγει η ευχχχή!!! Γγγγαμμμώττο!!», ψέλλιζε πολύ θυμωμένος με τον εαυτό του. Μούγκριζε σαν πληγωμένο θηρίο. Το στραβωμένο του στόμα άνοιγόκλεινε στην προσπάθειά του να πει. Να βρίσει. Να φωνάξει. Ο φοβερός πόνος όμως, που λες και κάτι του συνέθλιβε το πρόσωπο τον εξουθένωσε! Κοίταζε εκεί απέναντί του το ζευγάρι πάνω στα πλακάκια του χόλ. Αν δεν ήξερε κανείς τι συνέβαινε θα λεγε ότι το ερωτικό τους πάθος ήταν ασυγκράτητο.
Το παιδί από μέσα, φώναζε τρομαγμένο καθώς άκουγε τις κραυγές και τις βρισιές της Νίκης, ανάμικτες με τα βογγητά πόνου του Πέτρου που δεχόταν τα χτυπήματά της, με το πρόσωπο χωμένο στα αίματα από το τραύμα του που είχε αρχίσει να αιμορραγεί πάλι.
Κάποια στιγμή με μια απεγνωσμένη προσπάθεια ο Πέτρος, αγνοώντας τον πόνο, τα αίματα και τα χτυπήματα της Νίκης κατάφερε να την αποτινάξει από πάνω του στέλνοντας την κατρακυλήσει πάνω στα πλακάκια. Το κορμί της σταμάτησε χτυπώντας με ορμή πάνω στην πόρτα της αποθηκούλας. Τα χτυπήματα και οι φωνές του παιδιού σταμάτησαν. Η βροχή έξω μαστίγωνε την βεράντα και τα φυτά της ζαρντινιέρας. Οι βροντές είχαν απομακρυνθεί κάπως.
Ο Πέτρος με πολύ μεγάλη προσπάθεια σηκώθηκε και σκουπίζοντας τα αίματα από το πρόσωπό του με το μανίκι, την πλησίασε και κοιτώντας την έτσι όπως ήταν πεσμένη της είπε:
«Δώσε μου το κλειδί τώρα! Αλλιώς....!»
Εκείνη βλέποντας το προστακτικό του ύφος, για μια στιγμή συνοφρυώθηκε. Ύστερα όμως...έβαλε τα γέλια.
«Ίδιος εκείνος! Ίδιος ο θείος Αριστοτέλης! "Πήγαινε στο δωμάτιό σου τώρα!"μου έλεγε και μετά ερχόταν κι εκείνος για να... χα χα χα... παίξει μαζί μου! Χα χα χα.» Είπε γελώντας σχεδόν υστερικά και πρόσθεσε: « Τι! Μήπως θέλεις κι εσύ να παίξεις μιας και κείνος πέθανε; χα χα χα!»
«Νίκη! Έλα σύνελθε και δώσε μου αμέσως το κλειδί να ανοίξω στο παιδί!»
Εκείνη ανακάθισε ακουμπώντας την πλάτη στην πόρτα της αποθηκούλας. Κοίταξε προς τον Τάκη που τους κοιτούσε με φοβερή ένταση.
«Τον ακούς; Να ανοίξει στο παιδί λέει! Τον ακούς Τάκη; Μίλα Τάκη! Ακούς Τάκη;»
«Νννναί! Αααγγγούυω!» ψέλλισε εκείνος όσο πιο δυνατά μπορούσε και πρόσθεσε:«Αφφφηχε παιγί!»
«Να αφήσω το παιδί ε; Κι εσύ το ίδιο τροπάριο ε;» είπε ειρωνικά κοιτάζοντας μια τον Πέτρο που στεκόταν από πάνω της, μια τον Τάκη στο σαλόνι. «Έτσι ε; Να ανοίξω στο αγόρι ε;»
«Ννναί πααχαώ!»
«Ναι παρακαλώ ε; Και δεν ντρέπεσαι βρε Τάκη. Αλλά τι να ντραπείς έτσι όπως έγινες. Μισός άνθρωπος είσαι. Το πουλάκι σου όμως δουλεύει μια χαρά! Ε;»
Σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Πέτρο όρθιο από πάνω της που ακόμη προσπαθούσε να καθαρίσει τα αίματα από το πρόσωπό του.
«Κι εσύ Πέτρο θέλεις να ανοίξω να βγει το αγοράκι ε;»
«Ναι Νίκη! Τώρα όμως! Άσε το να πάει σπίτι του! Θα βρούμε το μπελά μας!»
Τότε εκείνη με μια μονοκόμματη ελαστική κίνηση βρέθηκε όρθια. Στάθηκε μπροστά στον Πέτρο. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της μπλούζας της και έβγαλε το κλειδί της αποθηκούλας. Το κράτησε ψηλά στο ύψος των ματιών του Πέτρου, ύστερα έτρεξε και πήγε στο σημείο όπου ο Πέτρος είχε αφήσει το βαρύ μπρούντζινο σταχτοδοχείο, το άρπαξε από χάμω, στάθηκε για λίγο πάνω από τον Τάκη και τον κοίταξε με περιφρόνηση. Αμέσως και τρέχοντας σχεδόν έφτασε εκεί που βρισκόταν ο Πέτρος, μπροστά από την πόρτα της αποθηκούλας. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Το παιδί είχε μάλλον κουρνιάσει κάπου στο σκοτάδι από τον φόβο του.
«Δε μου λες ρε συ άντρακλα Πέτρο. Τον ξάδελφό μου τον Λεωνίδα τον ξέρεις;»
Ο Πέτρος σάστισε.
«Τον Λεωνίδα τον κομμωτή λες; Αυτήν την αδερφάρα;» ρώτησε
Η Νίκη με απόλυτη ηρεμία και με ένα μελαγχολικό χαμόγελο τον κοίταξε:
«Ναι ρε Πέτρο αυτήν αδερφάρα! Τον Λεωνίδα.Την φτερού, όπως τον έλεγε ο μακαρίτης -που ο Διάβολος να του κόβει φέτες το πουλί του στην κόλαση - θείος Αριστοτέλης. Και ξέρεις ρε Πέτρο ποιος έπαιζε με τον Λεωνίδα όταν ήταν πιτσιρίκος κάτω από τα σεντόνια, όπως έπαιζε με μένα και τις αδελφές μου;»
«Ο θείος Αριστοτ;....»
«Ακριβώς ο θείοοοοςςς Αριστοτέληςςςςς! Αυτός τον έκανε ....αδερφάρα όπως λες!»
Με μια αναπάντεχη κίνηση η Νίκη απλώνει το χέρι, βάζει το κλειδί στην κλειδαριά και ξεκλειδώνει. Κοιτάζει μέσα στο σκοτεινό δωματιάκι και βλέπει το αγόρι καθισμένο χάμω στα πλακάκια δίπλα σε ένα μεγάλο κουτί με απορρυπαντικά. Εκείνο σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε φοβισμένο.
« Έλα αγόρι μου. Γρηγόρη δεν είπες ότι σε λένε; Έλα σήκω και βγες από κει.» Είπε χαμογελώντας γλυκά η Νίκη.
Εκείνο σηκώθηκε αργά-αργά και έκανε το μισό βήμα που το χώριζε από το χολ. Βγήκε έξω. Μισόκλεισε τα μάτια γιατί το τύφλωνε το φως μετά από τόση ώρα στο σκοτάδι. Ύστερα κοίταξε μπροστά του την χαμογελαστή, όμορφη μελαχρινή γυναίκα που τον είχε κλειδώσει εκεί μέσα νωρίτερα που τώρα κρατούσε ένα βαρύ μεταλλικό αντικείμενο. Δίπλα της στεκόταν ένας ψηλός άνδρας με σπασμένη μύτη και χτυπημένο, ματωμένο πρόσωπο και στο βάθος πιο κει διέκρινε σε μια πολυθρόνα, σωριασμένο έναν άλλον άνδρα, με ένα εντελώς παράταιρο, και αφύσικα στραβό χαμόγελο.
Έριξε μια ματιά προς την μπαλκονόπορτα από όπου είχε μπει. Έβρεχε αρκετά. Ύστερα, με μια ξαφνική κίνηση, έκανε έναν ελιγμό για να περάσει ανάμεσα στον πληγωμένο άνδρα και την χαμογελαστή όμορφη γυναίκα. Τα κατάφερε, αλλά αμέσως μετά ένα χέρι τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε με δύναμη.
Γύρισε να δει. Ο ψηλός ματωμένος άνδρας τον κρατούσε σφιχτά.... όταν είδε ένα χέρι να κινείται με μεγάλη ορμή και το βαρύ μεταλλικό αντικείμενο να προσγειώνεται στο ήδη ματωμένο πρόσωπο του άνδρα. Εκείνος γύρισε κοίταξε την γυναίκα που τον χτύπησε και αμέσως μετά, κρατώντας ακόμη το μπράτσο του αγοριού, σωριάστηκε στο δάπεδο παρασύροντας μαζί του το παιδί. Έμεινε εκεί ακίνητος.
Η Νίκη πέταξε μακριά το μεταλλικό αντικείμενο, έσκυψε, απελευθέρωσε το μπράτσο του παιδιού από την λαβή του άνδρα, σήκωσε όρθιο το αγόρι, το αγκάλιασε τρυφερά, του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε γλυκά με δάκρυα στα μάτια:
«Γρηγόρη μου, αγοράκι μου, μη φοβάσαι. Τώρα δε θα σε πειράξει κανείς. Εγώ είμαι εδώ. Υποσχέσου όμως ότι εσύ δεν γίνεις ποτέ θείος Αριστοτέλης όταν μεγαλώσεις. Ποτέ! Εντάξει;»
Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε να χτυπάει. Κάποιοι βαρούσαν με γροθιές την πόρτα και φωνάζανε απ έξω:
«Ανοίξτε! ανοίξτε αμέσως! Ξέρουμε ότι έχετε το παιδί! Μας το παν οι συμμαθητές του!Ανοίξτε! Θα σπάσουμε την πόρτα Έρχεται η αστυνομία! Ανοίξτε!»
Η Νίκη κοίταξε στα μάτια το παιδί με τόση γλύκα που το αγόρι παραξενεύτηκε. Το τράβηξε δίπλα της και το φίλησε τρυφερά στο μάγουλό κι ύστερα του είπε:
«Πήγαινε να ανοίξεις! Και μη ξεχάσεις την υπόσχεσή σου. Ποτέ θείος Αριστοτέλης! Έτσι; »
Το παιδί πήγε προς την πόρτα κι εκείνη προχώρησε και στάθηκε δίπλα στην πολυθρόνα όπου ήταν σωριασμένος ο Τάκης. Χαμογελούσε ικανοποιημένη.
Χάμω δίπλα στα πόδια της πάνω στο χαλί βρισκόταν ακόμη το κουτί με την συλλογή των χρυσών νομισμάτων. Το κλώτσησε να πάει πιο πέρα και έμεινε να κοιτάζει με καμάρι και μητρική τρυφερότητα το αγόρι που άνοιγε την πόρτα...
«Το τέλλλλος τττου ζζεϊμπέχιχου!» είπε ο Τάκης αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει στο στέρνο του.
«Ννναί πααχαώ!»
«Ναι παρακαλώ ε; Και δεν ντρέπεσαι βρε Τάκη. Αλλά τι να ντραπείς έτσι όπως έγινες. Μισός άνθρωπος είσαι. Το πουλάκι σου όμως δουλεύει μια χαρά! Ε;»
Σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Πέτρο όρθιο από πάνω της που ακόμη προσπαθούσε να καθαρίσει τα αίματα από το πρόσωπό του.
«Κι εσύ Πέτρο θέλεις να ανοίξω να βγει το αγοράκι ε;»
«Ναι Νίκη! Τώρα όμως! Άσε το να πάει σπίτι του! Θα βρούμε το μπελά μας!»
Τότε εκείνη με μια μονοκόμματη ελαστική κίνηση βρέθηκε όρθια. Στάθηκε μπροστά στον Πέτρο. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της μπλούζας της και έβγαλε το κλειδί της αποθηκούλας. Το κράτησε ψηλά στο ύψος των ματιών του Πέτρου, ύστερα έτρεξε και πήγε στο σημείο όπου ο Πέτρος είχε αφήσει το βαρύ μπρούντζινο σταχτοδοχείο, το άρπαξε από χάμω, στάθηκε για λίγο πάνω από τον Τάκη και τον κοίταξε με περιφρόνηση. Αμέσως και τρέχοντας σχεδόν έφτασε εκεί που βρισκόταν ο Πέτρος, μπροστά από την πόρτα της αποθηκούλας. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Το παιδί είχε μάλλον κουρνιάσει κάπου στο σκοτάδι από τον φόβο του.
«Δε μου λες ρε συ άντρακλα Πέτρο. Τον ξάδελφό μου τον Λεωνίδα τον ξέρεις;»
Ο Πέτρος σάστισε.
«Τον Λεωνίδα τον κομμωτή λες; Αυτήν την αδερφάρα;» ρώτησε
Η Νίκη με απόλυτη ηρεμία και με ένα μελαγχολικό χαμόγελο τον κοίταξε:
«Ναι ρε Πέτρο αυτήν αδερφάρα! Τον Λεωνίδα.Την φτερού, όπως τον έλεγε ο μακαρίτης -που ο Διάβολος να του κόβει φέτες το πουλί του στην κόλαση - θείος Αριστοτέλης. Και ξέρεις ρε Πέτρο ποιος έπαιζε με τον Λεωνίδα όταν ήταν πιτσιρίκος κάτω από τα σεντόνια, όπως έπαιζε με μένα και τις αδελφές μου;»
«Ο θείος Αριστοτ;....»
«Ακριβώς ο θείοοοοςςς Αριστοτέληςςςςς! Αυτός τον έκανε ....αδερφάρα όπως λες!»
Με μια αναπάντεχη κίνηση η Νίκη απλώνει το χέρι, βάζει το κλειδί στην κλειδαριά και ξεκλειδώνει. Κοιτάζει μέσα στο σκοτεινό δωματιάκι και βλέπει το αγόρι καθισμένο χάμω στα πλακάκια δίπλα σε ένα μεγάλο κουτί με απορρυπαντικά. Εκείνο σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε φοβισμένο.
« Έλα αγόρι μου. Γρηγόρη δεν είπες ότι σε λένε; Έλα σήκω και βγες από κει.» Είπε χαμογελώντας γλυκά η Νίκη.
Εκείνο σηκώθηκε αργά-αργά και έκανε το μισό βήμα που το χώριζε από το χολ. Βγήκε έξω. Μισόκλεισε τα μάτια γιατί το τύφλωνε το φως μετά από τόση ώρα στο σκοτάδι. Ύστερα κοίταξε μπροστά του την χαμογελαστή, όμορφη μελαχρινή γυναίκα που τον είχε κλειδώσει εκεί μέσα νωρίτερα που τώρα κρατούσε ένα βαρύ μεταλλικό αντικείμενο. Δίπλα της στεκόταν ένας ψηλός άνδρας με σπασμένη μύτη και χτυπημένο, ματωμένο πρόσωπο και στο βάθος πιο κει διέκρινε σε μια πολυθρόνα, σωριασμένο έναν άλλον άνδρα, με ένα εντελώς παράταιρο, και αφύσικα στραβό χαμόγελο.
Έριξε μια ματιά προς την μπαλκονόπορτα από όπου είχε μπει. Έβρεχε αρκετά. Ύστερα, με μια ξαφνική κίνηση, έκανε έναν ελιγμό για να περάσει ανάμεσα στον πληγωμένο άνδρα και την χαμογελαστή όμορφη γυναίκα. Τα κατάφερε, αλλά αμέσως μετά ένα χέρι τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε με δύναμη.
Γύρισε να δει. Ο ψηλός ματωμένος άνδρας τον κρατούσε σφιχτά.... όταν είδε ένα χέρι να κινείται με μεγάλη ορμή και το βαρύ μεταλλικό αντικείμενο να προσγειώνεται στο ήδη ματωμένο πρόσωπο του άνδρα. Εκείνος γύρισε κοίταξε την γυναίκα που τον χτύπησε και αμέσως μετά, κρατώντας ακόμη το μπράτσο του αγοριού, σωριάστηκε στο δάπεδο παρασύροντας μαζί του το παιδί. Έμεινε εκεί ακίνητος.
Η Νίκη πέταξε μακριά το μεταλλικό αντικείμενο, έσκυψε, απελευθέρωσε το μπράτσο του παιδιού από την λαβή του άνδρα, σήκωσε όρθιο το αγόρι, το αγκάλιασε τρυφερά, του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε γλυκά με δάκρυα στα μάτια:
«Γρηγόρη μου, αγοράκι μου, μη φοβάσαι. Τώρα δε θα σε πειράξει κανείς. Εγώ είμαι εδώ. Υποσχέσου όμως ότι εσύ δεν γίνεις ποτέ θείος Αριστοτέλης όταν μεγαλώσεις. Ποτέ! Εντάξει;»
Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε να χτυπάει. Κάποιοι βαρούσαν με γροθιές την πόρτα και φωνάζανε απ έξω:
«Ανοίξτε! ανοίξτε αμέσως! Ξέρουμε ότι έχετε το παιδί! Μας το παν οι συμμαθητές του!Ανοίξτε! Θα σπάσουμε την πόρτα Έρχεται η αστυνομία! Ανοίξτε!»
Η Νίκη κοίταξε στα μάτια το παιδί με τόση γλύκα που το αγόρι παραξενεύτηκε. Το τράβηξε δίπλα της και το φίλησε τρυφερά στο μάγουλό κι ύστερα του είπε:
«Πήγαινε να ανοίξεις! Και μη ξεχάσεις την υπόσχεσή σου. Ποτέ θείος Αριστοτέλης! Έτσι; »
Το παιδί πήγε προς την πόρτα κι εκείνη προχώρησε και στάθηκε δίπλα στην πολυθρόνα όπου ήταν σωριασμένος ο Τάκης. Χαμογελούσε ικανοποιημένη.
Χάμω δίπλα στα πόδια της πάνω στο χαλί βρισκόταν ακόμη το κουτί με την συλλογή των χρυσών νομισμάτων. Το κλώτσησε να πάει πιο πέρα και έμεινε να κοιτάζει με καμάρι και μητρική τρυφερότητα το αγόρι που άνοιγε την πόρτα...
«Το τέλλλλος τττου ζζεϊμπέχιχου!» είπε ο Τάκης αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει στο στέρνο του.
Τ Ε Λ Ο Σ
Υ.Γ. Θέλω να παρακαλέσω όσες φίλες και φίλους δεν επισκέφθηκα τις τελευταίες μέρες τα ιστολόγια τους να μη με παρεξηγήσουν. Πολλά είχαν μαζευτεί γύρω μου που έπρεπε να κάνω. Σας ευχαριστώ που με καταλαβαίνετε.