Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΛΙΓΓΕΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΛΙΓΓΕΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ [8] ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΥ


         Το κλάμα  του κλειδωμένου στην αποθηκούλα παιδιού, προκαλούσε οδυνηρό σφίξιμο στην ήδη ταλαιπωρημένη καρδιά του Τάκη. Εκεί, χωμένος στην πολυθρόνα, με το κεφάλι να ακουμπάει άβουλα στο στέρνο, ένιωθε πως ο συνδυασμός του παραληρηματικού  τραγουδιού και του παθιασμένου χορού της Νίκης, με τα χτυπήματα στην πόρτα της αποθηκούλας  και τις απελπισμένες κραυγές του παιδιού κει μέσα, θα του έφερνε αβάσταχτο κλάμα. 
     Φανταζόταν το παιδάκι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της αποθηκούλας ανάμεσα στο καλάθι με τα άπλυτα, το πλυντήριο ρούχων και την μυρωδιά των απορρυπαντικών. Πόσες φορές είχε πει ότι άλλαζε την καμμένη λάμπα. Δεν το κανε όμως.  Ο χώρος ήταν στενός και σίγουρα θα πλάκωνε την ψυχούλα του. Τα ένιωθε ο Τάκης τα δάκρυά του έτοιμα να αναβλύσουν. Τον εξόργισε η ανημποριά του και τούτος ο θυμός, έγινε φραγμός στα δάκρυα. Αυτή η τρελή που τραγουδούσε και χόρευε εκεί δίπλα του....Όμως εντελώς απότομα, η Νίκη σταμάτησε τον χορό και το τραγούδι την στιγμή που εκτελούσε μια σκυφτή φιγούρα. Έμεινε εκεί ακίνητη, λες και κάτι την εμπόδιζε να ορθωθεί. 
    Ο Τάκης που αντιλήφτηκε την αλλαγή, έσπρωξε το κεφάλι του προς τα πάνω, με το χέρι και την κοίταξε. Του φάνηκε παράξενη η στάση της. Ήταν εκεί σκυμμένη και τα μακριά μαλλιά της έρεαν σαν μαύρος καταρράχτης προς το δάπεδο. Το ένα χέρι  ακουμπούσε με την παλάμη στο πάτωμα και το άλλο, ήταν σε έκταση. Στεκόταν στα ακροδάχτυλα των λεπτών ποδιών της. 
    Με τη άκρη του ματιού του, ο Τάκης είδε τον Πέτρο να την πλησιάζει από πίσω. Τα βήματα του ασταθή.  Κρατούσε στο χέρι του το μπρούντζινο σταχτοδοχείο. Όταν έφτασε δίπλα της προσπάθησε να σκύψει για να δει το πρόσωπό της που το έκρυβαν τα μαύρα μακριά μαλλιά, μα μια καινούργια κραυγή απελπισίας του παιδιού από το αποθηκάκι, τον έκανε να τιναχτεί προς τα πίσω και κινδυνεύοντας να πέσει, αναζήτησε απελπισμένα στήριγμα στην ράχη μιας πολυθρόνας εκεί δίπλα.
    «Θο φαιγί, θο φαιγί, τττο φφφ...παιγί!» είπε με κόπο ο Τάκης ακούγοντας καθαρά το γοερό κλάμα του παιδιού. «Θθθθο ττο παιγί...!» Ξανάπε, εντυπωσιασμένος που κατάφερε να προφέρει το "π" και το "τ"!
    «Το παιδί!». Επανέλαβε και ο Πέτρος που στεκόταν στηριγμένος στην ράχη της πολυθρόνας και έπαιρνε βαθιές ανάσες σαν αθλητής που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει τον αγώνα. Παράλληλα άφησε το μπρούντζινο σταχτοδοχείο να πέσει στο χαλί, γύρισε την πλάτη του στον Τάκη και την Νίκη και στράφηκε προς το εσωτερικό του διαμερίσματος. Στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα παίρνοντας βαθύτερες εισπνοές και ξεκίνησε. «Εγώ!  Εγώ θα ανοίξω!» είπε αποφασιστικά.
   Η Νίκη δεν είχε κουνηθεί από την σκυφτή στάση που είχε βρεθεί μετά το τέλος του Ζεϊμπέκικου. Εκεί. Ακίνητη. Σαν σάρκινο γλυπτό. 
    «Νννίχη! Νννίιιχη!» προσπάθησε να της φωνάξει ο Τάκης. Τρόμαξε όμως με την σαν κοράκου φωνή του και σταμάτησε.
Άκουγε πάντως τώρα τα βαριά βήματα του Πέτρου που πήγαιναν προς το αποθηκάκι, εκεί που ήταν φυλακισμένο το παιδί, όταν εντελώς ξαφνικά ο μαύρος καταρράχτης των μαλλιών της Νίκης με μια ανάστροφή κίνηση τινάχτηκε προς τα πάνω. Το πρόσωπό της τώρα φάνηκε πεντακάθαρα. Ήταν λίγο κοκκινισμένο από την σκυφτή στάση αλλά τα μάτια της που τον κοιτούσαν έλαμπαν με αγριότητα. Την ίδια ώρα έξω άστραψε και η βροντή που ακολούθησε τράνταξε τα τζάμια. 
    Γύρισε απότομα, προς την κατεύθυνση που πήγαινε ο Πέτρος, και βγάζοντας μια κραυγή που τίποτα το ανθρώπινο δεν είχε, έτρεξε κατά πάνω του και με ένα απίστευτο άλμα πήδηξε πάνω στην πλάτη του και τον έριξε χάμω μπρούμυτα. Εκείνος ούρλιαξε από τον πόνο καθώς το ήδη τραυματισμένο του πρόσωπο χτύπησε με ορμή στα πλακάκια του διαδρόμου. Η Νίκη κάθισε καβαλικευτά πάνω στη μέση του και τον γρονθοκοπούσε με μανία στην πλάτη. Ο Πέτρος τυφλωμένος από τον πόνο στο πρόσωπο μούγκριζε προσπαθώντας ταυτόχρονα να απαλλαγεί από την Νίκη που σαν άγριο, μανιασμένο, θηρίο λες και ήταν έτοιμη να τον κατασπαράξει. 
    «Που πας βρε ηλίθιε;! Που πας  ρε μαλάκα; Πως θα ανοίξεις βρε ανίκανε!»  φώναζε έξαλλη χτυπώντας τον. «Εγώ έχω το κλειδί!» 
Την ίδια ώρα μια σειρά από κοντινές βροντές, είχαν τρομάξει το αγόρι που τώρα χτυπούσε με όση δύναμη είχαν τα χεράκια του ουρλιάζοντας ταυτόχρονα. Η φωνή του είχε βραχνιάσει πια. 
    Η βροχή σπρωγμένη από τον δυνατό αέρα που είχε σηκωθεί, χτυπούσε με θόρυβο το τζάμι της μπαλκονόπορτας. 
    Ο Τάκης βρισκόταν τώρα σε μια κατάσταση απόλυτης απελπισίας. Η αδυναμία του να επέμβει τον εξόργιζε σε τέτοιο βαθμό που όποιο μέλος του σώματός μπορούσε να κινήσει γινόταν σπασμωδικά. Έκανε απελπισμένες προσπάθειες να απαγκιστρωθεί από την αγκαλιά της πολυθρόνας, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να χειροτερεύει την θέση του εκεί. Μόνο το αριστερό του πόδι που ακουμπούσε στο πάτωμα είχε κάποια ελευθερία κίνησης. Το άλλο του μέλος που μπορούσε να κινηθεί - το αριστερό χέρι- ήταν αναγκασμένο να υποστηρίζει το κεφάλι του στην όρθια θέση. 
    «Να πάγει η ευχχχή!!! Γγγγαμμμώττο!!», ψέλλιζε πολύ θυμωμένος με τον εαυτό του. Μούγκριζε σαν πληγωμένο θηρίο. Το στραβωμένο του στόμα άνοιγόκλεινε  στην προσπάθειά του να πει. Να βρίσει. Να φωνάξει. Ο φοβερός πόνος όμως, που λες και κάτι του συνέθλιβε το πρόσωπο τον εξουθένωσε! Κοίταζε εκεί απέναντί του το ζευγάρι πάνω στα πλακάκια του χόλ. Αν δεν ήξερε κανείς τι συνέβαινε θα λεγε ότι το ερωτικό τους πάθος ήταν ασυγκράτητο.
    Το παιδί από μέσα, φώναζε τρομαγμένο καθώς άκουγε τις κραυγές και τις βρισιές της Νίκης, ανάμικτες με τα βογγητά πόνου του Πέτρου που δεχόταν τα χτυπήματά της, με το πρόσωπο χωμένο στα αίματα από το τραύμα του που είχε αρχίσει να αιμορραγεί πάλι.
    Κάποια στιγμή με μια απεγνωσμένη προσπάθεια ο Πέτρος, αγνοώντας τον πόνο, τα αίματα και τα χτυπήματα της Νίκης κατάφερε να την αποτινάξει από πάνω του στέλνοντας την κατρακυλήσει πάνω στα πλακάκια. Το κορμί της σταμάτησε χτυπώντας με ορμή πάνω στην πόρτα της αποθηκούλας. Τα χτυπήματα και οι φωνές του παιδιού σταμάτησαν. Η βροχή έξω μαστίγωνε την βεράντα και τα φυτά της ζαρντινιέρας. Οι βροντές είχαν απομακρυνθεί κάπως. 
    Ο Πέτρος με πολύ μεγάλη προσπάθεια σηκώθηκε και σκουπίζοντας τα αίματα από το πρόσωπό του με το μανίκι, την πλησίασε και κοιτώντας την έτσι όπως ήταν πεσμένη της είπε:
    «Δώσε μου το κλειδί τώρα! Αλλιώς....!»
Εκείνη βλέποντας το προστακτικό του ύφος, για μια στιγμή συνοφρυώθηκε. Ύστερα όμως...έβαλε τα γέλια.
    «Ίδιος εκείνος! Ίδιος ο θείος Αριστοτέλης! "Πήγαινε στο δωμάτιό σου τώρα!"μου έλεγε και μετά ερχόταν κι εκείνος για να... χα χα χα... παίξει μαζί μου! Χα χα χα.» Είπε γελώντας σχεδόν υστερικά και πρόσθεσε: « Τι! Μήπως θέλεις κι εσύ να παίξεις μιας και κείνος πέθανε; χα χα χα!»
     «Νίκη! Έλα σύνελθε και δώσε μου αμέσως το κλειδί να ανοίξω στο παιδί!»
Εκείνη ανακάθισε ακουμπώντας την πλάτη στην πόρτα της αποθηκούλας. Κοίταξε προς τον Τάκη που τους κοιτούσε με φοβερή ένταση.
    «Τον ακούς; Να ανοίξει στο παιδί λέει! Τον ακούς Τάκη; Μίλα Τάκη! Ακούς Τάκη;» 
    «Νννναί! Αααγγγούυω!» ψέλλισε εκείνος όσο πιο δυνατά μπορούσε και πρόσθεσε:«Αφφφηχε παιγί!»           
    «Να αφήσω το παιδί ε; Κι εσύ το ίδιο τροπάριο ε;» είπε ειρωνικά κοιτάζοντας μια τον Πέτρο που στεκόταν από πάνω της, μια τον Τάκη στο σαλόνι. «Έτσι ε; Να ανοίξω στο αγόρι ε;»
    «Ννναί πααχαώ!»
    «Ναι παρακαλώ ε; Και δεν ντρέπεσαι βρε Τάκη. Αλλά τι να ντραπείς έτσι όπως έγινες. Μισός άνθρωπος είσαι. Το πουλάκι σου όμως δουλεύει μια χαρά! Ε;»
Σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε τον Πέτρο όρθιο από πάνω της που ακόμη προσπαθούσε να καθαρίσει τα αίματα από το πρόσωπό του.
    «Κι εσύ Πέτρο θέλεις να ανοίξω να βγει το αγοράκι ε;»
    «Ναι Νίκη! Τώρα όμως! Άσε το να πάει σπίτι του! Θα βρούμε το μπελά μας!»
Τότε εκείνη με μια μονοκόμματη ελαστική κίνηση βρέθηκε όρθια. Στάθηκε μπροστά στον Πέτρο. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της μπλούζας της και έβγαλε το κλειδί της αποθηκούλας. Το κράτησε ψηλά στο ύψος των ματιών του Πέτρου, ύστερα έτρεξε και πήγε στο σημείο όπου ο Πέτρος είχε αφήσει το βαρύ μπρούντζινο σταχτοδοχείο, το άρπαξε από χάμω, στάθηκε για  λίγο πάνω από τον Τάκη και τον κοίταξε με περιφρόνηση. Αμέσως και τρέχοντας σχεδόν έφτασε εκεί που βρισκόταν ο Πέτρος, μπροστά από την πόρτα της αποθηκούλας. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. Το παιδί είχε μάλλον κουρνιάσει κάπου στο σκοτάδι από τον φόβο του. 
    «Δε μου λες ρε συ άντρακλα Πέτρο. Τον ξάδελφό μου τον Λεωνίδα τον ξέρεις;»
Ο Πέτρος σάστισε. 
    «Τον Λεωνίδα τον κομμωτή λες; Αυτήν την αδερφάρα;» ρώτησε
Η Νίκη με απόλυτη ηρεμία και με ένα μελαγχολικό χαμόγελο τον κοίταξε:
    «Ναι ρε Πέτρο αυτήν αδερφάρα! Τον Λεωνίδα.Την φτερού, όπως τον έλεγε ο μακαρίτης -που ο Διάβολος να του κόβει φέτες το πουλί του στην κόλαση - θείος Αριστοτέλης. Και ξέρεις ρε Πέτρο ποιος έπαιζε με τον Λεωνίδα όταν ήταν πιτσιρίκος κάτω από τα σεντόνια, όπως έπαιζε με μένα και τις αδελφές μου;»
    «Ο θείος Αριστοτ;....»
    «Ακριβώς ο θείοοοοςςς Αριστοτέληςςςςς! Αυτός τον έκανε ....αδερφάρα όπως λες!»
Με μια αναπάντεχη κίνηση η Νίκη απλώνει το χέρι, βάζει το κλειδί στην κλειδαριά  και ξεκλειδώνει. Κοιτάζει μέσα στο σκοτεινό δωματιάκι και βλέπει το αγόρι καθισμένο χάμω στα πλακάκια δίπλα σε ένα μεγάλο κουτί με απορρυπαντικά. Εκείνο σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε φοβισμένο.
    « Έλα αγόρι μου. Γρηγόρη δεν είπες ότι σε λένε; Έλα σήκω και βγες από κει.» Είπε χαμογελώντας γλυκά η Νίκη. 
    Εκείνο σηκώθηκε αργά-αργά και έκανε το μισό βήμα που το χώριζε από το χολ. Βγήκε έξω. Μισόκλεισε τα μάτια γιατί το τύφλωνε το φως μετά από τόση ώρα στο σκοτάδι. Ύστερα κοίταξε μπροστά  του την χαμογελαστή, όμορφη μελαχρινή γυναίκα που τον είχε κλειδώσει εκεί μέσα νωρίτερα που τώρα κρατούσε ένα βαρύ μεταλλικό αντικείμενο. Δίπλα της στεκόταν ένας ψηλός άνδρας με  σπασμένη μύτη και χτυπημένο, ματωμένο πρόσωπο και στο βάθος πιο κει διέκρινε σε μια πολυθρόνα, σωριασμένο έναν άλλον άνδρα, με ένα εντελώς παράταιρο, και αφύσικα στραβό χαμόγελο.
    Έριξε μια ματιά προς την μπαλκονόπορτα από όπου είχε μπει. Έβρεχε αρκετά. Ύστερα, με μια ξαφνική κίνηση,  έκανε έναν ελιγμό για να περάσει ανάμεσα στον πληγωμένο άνδρα και την χαμογελαστή όμορφη γυναίκα. Τα κατάφερε, αλλά αμέσως μετά ένα χέρι τον άρπαξε από το μπράτσο και τον τράβηξε με δύναμη.
    Γύρισε να δει. Ο ψηλός ματωμένος άνδρας τον κρατούσε σφιχτά.... όταν είδε ένα χέρι να κινείται με μεγάλη ορμή και το βαρύ μεταλλικό αντικείμενο να προσγειώνεται στο ήδη ματωμένο πρόσωπο του άνδρα. Εκείνος γύρισε κοίταξε την γυναίκα που τον χτύπησε και αμέσως μετά, κρατώντας ακόμη το μπράτσο του αγοριού, σωριάστηκε στο δάπεδο παρασύροντας μαζί του το παιδί. Έμεινε εκεί ακίνητος.
    Η Νίκη πέταξε μακριά το μεταλλικό αντικείμενο, έσκυψε, απελευθέρωσε το μπράτσο του παιδιού από την λαβή του άνδρα,  σήκωσε όρθιο το αγόρι, το αγκάλιασε τρυφερά, του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε γλυκά με δάκρυα στα μάτια: 
    «Γρηγόρη μου, αγοράκι μου, μη φοβάσαι. Τώρα δε θα σε πειράξει κανείς. Εγώ είμαι εδώ. Υποσχέσου όμως ότι εσύ δεν γίνεις ποτέ θείος Αριστοτέλης όταν μεγαλώσεις. Ποτέ! Εντάξει;»
    Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε να χτυπάει. Κάποιοι βαρούσαν  με γροθιές την πόρτα και φωνάζανε απ έξω: 
    «Ανοίξτε! ανοίξτε αμέσως! Ξέρουμε ότι έχετε το παιδί! Μας το παν οι συμμαθητές του!Ανοίξτε! Θα σπάσουμε την πόρτα  Έρχεται η αστυνομία! Ανοίξτε!»
    Η Νίκη κοίταξε στα μάτια το παιδί με τόση γλύκα που το αγόρι παραξενεύτηκε. Το τράβηξε δίπλα της και το φίλησε τρυφερά στο μάγουλό κι ύστερα του είπε:
    «Πήγαινε να ανοίξεις! Και μη ξεχάσεις την υπόσχεσή σου. Ποτέ θείος Αριστοτέλης! Έτσι; »
Το παιδί πήγε προς την πόρτα κι εκείνη προχώρησε και στάθηκε δίπλα στην πολυθρόνα όπου ήταν σωριασμένος ο Τάκης. Χαμογελούσε ικανοποιημένη. 
    Χάμω δίπλα στα πόδια της πάνω στο χαλί βρισκόταν ακόμη το κουτί με την συλλογή των χρυσών νομισμάτων. Το κλώτσησε να πάει πιο πέρα και έμεινε να κοιτάζει με καμάρι και μητρική τρυφερότητα το αγόρι που άνοιγε την πόρτα...
    «Το τέλλλλος  τττου ζζεϊμπέχιχου!» είπε ο Τάκης αφήνοντας το κεφάλι του να πέσει στο στέρνο του.
    
Τ Ε Λ Ο Σ


Υ.Γ. Θέλω να παρακαλέσω όσες φίλες και φίλους δεν επισκέφθηκα τις τελευταίες μέρες  τα ιστολόγια τους να μη με παρεξηγήσουν. Πολλά είχαν μαζευτεί γύρω μου που έπρεπε να κάνω. Σας ευχαριστώ που με καταλαβαίνετε.










    


  


    
    



    
    
    





    
    

    

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ Νο [7] Ο ΧΑΡΟΣ ΒΓΗΚΕ ΝΑ ΨΑΡΕΨΕΙ


     Οι παιδικές φωνές σιγά σιγά δυνάμωσαν. Θα είχαν μαζευτεί τώρα μερικά πιτσιρίκια στην αυλόπορτα της πολυκατοικίας.
   «Κύριεεεε , κυρίαααα τη μπαααλααα! Κύριεεε, κυρίαααα τη μπααλαα!» έλεγαν τραγουδιστά τα παιδιά από κάτω.  
Ο Τάκης ήξερε τι θα γινόταν. Το ήξερε από προηγούμενες φορές που τύχαινε κάποια μπάλα να προσγειωθεί στο μπαλκόνι του ή στο μπαλκόνι του γείτονα στον πρώτο όροφο. 
    Αν κάποιος από το διαμέρισμα δεν έβγαινε στο μπαλκόνι να πετάξει τη μπάλα στα παιδιά,  κάποιο από κείνα, το πιο τολμηρό - ίσως το αγόρι που ήθελε να εντυπωσιάσει κάποιο κοριτσάκι- θα σκαρφάλωνε χρησιμοποιώντας τον φιδογυριστό κορμό ενός κισσού που τύλιγε μια κολόνα της πιλοτής, καβαλούσε τα κάγκελα, πατούσε στο μπαλκόνι έπαιρνε την μπάλα και την έστελνε κάτω στου φίλους τους. Έπειτα κατέβαινε πάλι με την βοήθεια του κισσού. 
Γινόταν ο σταρ του μεσημεριού! 
   Πόσες φορές στις συνελεύσεις τις πολυκατοικίας, είχε γίνει λόγος για τούτον τον κισσό. Εντάξει τα παιδιά του δημοτικού απέναντι.  Αν όμως κάποια νύχτα δεν ανέβαιναν παιδιά του δημοτικού αλλά.....Όμως υπήρχαν και οι.... οικολόγοι των πιο πάνω ορόφων όπου ο κισσός δεν έφτανε και οι οποίοι μετά βδελυγμίας απέρριπταν κάθε σκέψη για περιορισμό ή κόψιμο του φυτού. 
    Τώρα τα παιδιά είχανε κόψει το "κύριεεε, κυρίαααα" και φωνάζανε: «Τη μπάλα, τη μπάλα, τη μπάλα!»
    Ο Τάκης ήξερε ότι ήταν ζήτημα λεπτών πια να εμφανιστεί κάποιο παιδί στο μπαλκόνι.  Η Νίκη που καθόταν στο χαλί δίπλα στον χτυπημένο από την ίδια Πέτρο, ακούγοντας τα παιδιά σηκώθηκε αργά- αργά, πέταξε στο χαλί το ποτισμένο με αντισηπτικό υγρό βαμβάκι και πήγε προς την μπαλκονόπορτα. Στάθηκε εκεί κοιτάζοντας  έξω.
    «Μια μπάλα κάτω από το τραπέζι!» είπε απλά.
Ο Πέτρος χάμω στο χαλί με το αίμα να στάζει ακόμη αργά-αργά από την παραμορφωμένη του μύτη, κοίταζε ακόμη με απορία το αιματοβαμμένο μπρούντζινο σταχτοδοχείο. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε τον Τάκη που τον παρακολουθούσε κρατώντας όρθιο με το αριστερό του χέρι το κεφάλι. Ανάμεσά τους χάμω βρισκόταν το κουτί με την συλλογή των χρυσών νομισμάτων που είχε βρει η Νίκη. 
    «Ωχχχ! Ένα κεφάλι......!» φώναξε η Νίκη, οπισθοχωρώντας άτσαλα. Σκόνταψε σε μια καρέκλα.  Πάλεψε να μην πέσει χάμω και βρέθηκε καθισμένη πάνω της, μερικά βήματα πέρα από την μπαλκονόπορτα. 
    Ο Τάκης ένιωθε την καρδιά του χτυπάει σαν τρελή!  Ο Πέτρος με μεγάλη προσπάθεια και αφού αμφιταλαντεύτηκε αρκετά κατάφερε να σταθεί όρθιος, κρατώντας το μπρούντζινο σταχτοδοχείο στο χέρι.
  Ένα μελαψό αδύνατο αγοράκι, καβάλησε την ζαρντινιέρα και μετά τα κάγκελα του μπαλκονιού και βρέθηκε δίπλα στο λευκό τραπέζι της βεράντας. Μόλις στάθηκε εκεί σήκωσε τα χέρια όπως κάνουν οι πρωταθλητές και από κάτω ακούστηκαν μερικά  χειροκροτήματα
    « Ένα παιδί.....» είπε η Νίκη σαν υπνωτισμένη.
Το αγόρι εκεί γύρω στα δέκα με έντεκα, έψαξε με το μάτι για την μπάλα και αφού την εντόπισε κάτω από το λευκό τραπέζι πρόβαλε στην κουπαστή του μπαλκονιού και φώναξε στην παρέα του κάτω.
    «Φύγετε εσείς! Θα την πάρω και θα κατέβω. Θα πάω στη γιαγιά μου σήμερα!»
Κάποιο απ τα παιδιά κάτι είπε από κάτω κι εκείνος φώναξε:
    «Όχι μωρέ μαλάκα. Σου λέω θα πάω στις γιαγιάς μου είναι από την άλλη μεριά. Φύγετε ρε μαλάκα!» Όταν βεβαιώθηκε ότι τα τρία παιδιά, οι φίλοι του άρχισαν να φεύγουν έσκυψε και άπλωσε το χέρι να πάρει την μπάλα.
    Ο Πέτρος στο μεταξύ σαν μεθυσμένος, έκανε μερικά βήματα πάνω στο χαλί. Ήταν φανερό ότι ζαλιζόταν έντονα, προχώρησε και πλησίασε την Νίκη στην καρέκλα. Ακούμπησε στο τραπέζι δίπλα και στάθηκε εκεί κοιτάζοντας το αγόρι που ήταν σκυμμένο κάτω από το τραπέζι.
    Το παιδί με την άκρη του ματιού του είδε κάποια κίνηση μέσα από το τζάμι και έμεινε με το χέρι μετέωρο πάνω από τη μπάλα. 
    Ο Τάκης μη μπορώντας πια να κρατήσει άλλο το κεφάλι του όρθιο, καθώς το χέρι του είχε μουδιάσει, το άφησε να πέσει πάνω στο στέρνο του και ένιωθε ακόμα πιο έντονα την καρδιά του να βροντάει από κάτω.
    Το παιδί τράβηξε το χέρι του χωρίς να πάρει τη μπάλα και σηκώθηκε αργά-αργά, έχοντας το βλέμμα του στραμένο προς την τζαμόπορτα. Πλησίασε, προσπάθησε να κοιτάξει μέσα, αλλά το φως της μέρα δεν του επέτρεπε να δει. Κόλλησε  το πρόσωπό του στο τζάμι, που το σκίασε με τις παλάμες του και κοίταξε. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβλεπε. Σε λίγο αντιλήφθηκε πως  απέναντί του, εκεί μέσα, μια γυναίκα καθιστή σε μια καρέκλα τον κοίταζε ακίνητη. Τρόμαξε και τραβήχτηκε απότομα πίσω. Η περιέργεια όμως νίκησε και κόλλησε πάλι το μούτρο του στην τζαμόπορτα.
    Δίπλα στην γυναίκα είδε να στέκεται ένας ψηλός άνδρας που το πρόσωπό του ήταν πασαλειμμένο με κάτι σκούρο. Μάλιστα του φάνηκε σαν να έβλεπε κάτι να στάζει από την μύτη του ψηλού άνδρα και να λεκιάζει το ανοιχτόχρωμο πουκάμισό του. Κάτι σκούρο. Αίμα;
    Το αγόρι έστρεψε το βλέμμα του ξανά στην ακίνητη γυναίκα στην καρέκλα. Δεν του άρεσε καθόλου έτσι όπως τον κοίταζε πίσω από τζάμι. Και τι ήταν αυτό που κρατούσε ο ψηλός άνδρας;  Μα γιατί τον κοίταζαν έτσι σαν αγάλματα; Έπρεπε να φύγει από κει. Τώρα! Γύρισε και κινήθηκε προς το κάγκελο του μπαλκονιού.
    «Φεύγει ...!» είπε η Νίκη. «Μας είδε!» Πρόσθεσε και με το που τέλειωσε την φράση της σηκώθηκε διανύοντας σαν αστραπή τα ελάχιστα μέτρα που την χώριζαν από την μπαλκονόπορτα, την άνοιξε και φορώντας ένα πλατύ χαμόγελο είπε στο παιδί:
    «Τι έγινε παλικάρι μου;»
Το αγόρι που ήταν έτοιμο να περάσει πάνω από το κάγκελο το μπαλκονιού, σταμάτησε γύρισε και είδε την όμορφη μελαχρινή γυναίκα που του μιλούσε.
    «Να... εγώ...να... τη μπάλα μου...». Όσο μιλούσε, ο μικρός έριχνε κλεφτές ματιές και στον ψηλό ματωμένο άνδρα πίσω της, μέσα στο σαλόνι.
    «Έπεσε η μπάλα σου στο μπαλκόνι μου; » ρώτησε όλο γλύκα εκείνη.
    «Μα...μάλιστα! Εκ.. εκεί κάτω από το τραπέζι είναι.»
   «Ααα! » έκανε η Νίκη με ένα χαρούμενο γέλιο. Εκεί κάτω είναι; Ε! Πάρε την λοιπόν. Γιατί δεν την παίρνεις;...Και δε μου λες; Μόνος είσαι ή έχεις παρεούλα;» 
Τελειώνοντας την φράση της έσκυψε και πήρε την μπάλα από κάτω από το τραπέζι. Την κοίταξε χαμογελώντας. 
    «Μόνος ! Έκανα ένα σουτ και.....» ψέλλισε το παιδί.
    «Του μπάσκετ είναι η μπάλα;» ρώτησε η Νίκη
    «Ναι.» είπε το εκείνο. 
  «Μα αυτή είναι σχεδόν διαλυμένη!» είπε η Νίκη περνώντας το χέρι της πάνω στην επιφάνεια της μπάλας. «Έχω μια ολοκαίνουργια του γιου μου που έφυγε για την Αγγλία. Αυτός δε θα την χρειαστεί πια. Και ξέρεις κάτι;  Λέω να στην δώσω γιατί φαίνεσαι καλό παιδί. Έλα μέσα.»
    «Μα κυρία...δεν πειρ....»
Η Νίκη, χαμογελώντας με κείνο το χαμόγελο που είχε ξετρελάνει παλιότερα τον Τάκη, τον έπιασε τρυφερά από το χέρι και τον τράβηξε απαλά μέσα μαζί της. Μπαίνοντας έκλεισε την μπαλκονόπορτα πίσω της. 
    «Πέτρο είσαι καλύτερα αγάπη μου;» ρώτησε «Ο άνδρας μου είναι.» Είπε απευθυνόμενη στο αγόρι. «Πριν από λίγο τον χτύπησαν κάτι μαυριδεροί τύποι, εδώ πιο κάτω για να τον ληστέψουν! Αλλά είναι καλύτερα τώρα. Θα πάμε στην αστυνομία αργότερα».  
    «Κάτσε αγάπη μου μην είσαι όρθιος. Θα ζαλιστείς.» Είπε γλυκά στον Πέτρο που έμοιαζε σαν υπνωτισμένος. Έκατσε υπάκουα. Κρατούσε πάντως ακόμη το βαρύ σταχτοδοχείο. 
     «Εσένα πως σε λένε;» ρώτησε το αγόρι.
     «Γρηγόρη» είπε ο μικρός.
    «Γρηγόρη; Πολύ ωραίο όνομα!. Έλα Γρηγόρη έλα να σου δώσω την μπάλα. Την έχω μέσα στο δωμάτιο του γιου μου.»
    Όταν απομακρύνθηκαν ο Τάκης δεν είχε ιδέα τι μαγείρευε η Νίκη. Δεν έφταναν όλα τα άλλα είχαν και ένα ξένο παιδί  φυλακισμένο τώρα
    Λίγο αργότερα, άκουσε κάτι χτυπήματα σε πόρτα και μια φωνή. Ύστερα κάτι βήματα. Η Νίκη. Ήρθε και στάθηκε μπροστά του. 
    «Τον κλείδωσα στην αποθηκούλα. Μέχρι να φύγουμε με τον Πέτρο. Μετά.....»
    «Μμμα αα  ε γ λημμμα ατό» τραύλισε ο Τάκης!
    « Έγκλημα; χα χα χα χα! Και όλα τα άλλα που έγιναν τι είναι; Χάδια; Ηλίθιε!»
    «Κο  παιγί;»
    «Το παιδί; Αυτό θα το ελευθερώσει κάποιος όταν βρούνε εσένα. Εγώ και ο Πέτρος θα....»
Με το που άκουσε το όνομά του ο Πέτρος, έκανε να σηκωθεί απότομα, κρατώντας το σταχτοδοχείο σαν όπλο λες και ήθελε να χτυπήσει κάποιον. Τα καλυμμένα με ξεραμένο αίμα μάτια του ήταν όλο αποφασιστικότητα, αλλά αφού πάλεψε να ξεκολλήσει απ την καρέκλα και να σταθεί όρθιος, ξανασωριάστηκε στο κάθισμα λαχανιασμένος.
    «Μμμμ! Άχρηστοι.... άνδρες...» είπε εκείνη ειρωνικά.
Τα χτυπήματα στην πόρτα συνεχίζονταν και το παιδί φώναζε συνέχεια: «Ανοίξτε μου, ανοίξτε μου, ανοίξτε μου.» Κάποια στιγμή σταμάτησε. Αλλά ο Τάκης νόμισε, ή μάλλον ήταν σίγουρος ότι άκουσε λυγμούς. Το παιδί έκλαιγε. Το κλάμα του αγοριού τον πόνεσε. 
    Τότε χτύπησε ένα κινητό. Είχε ένα οξύ ήχο. Η Νίκη έβαλε τα χέρι της στην τσέπη της μπλούζας της και το έβγαλε. Κοίταξε την οθόνη. Χαμογέλασε ειρωνικά. Πάτησε το πλήκτρο.
    «Τι θέλεις βρε μαμά. Έχω δουλ....Τι πράγμα; Πότε; Μα πως; Ωραία! Θα έρθω. Μη με πρήζεις. Είπα θα έρθω. Τέρμα !» 
    Με το που έκλεισε το τηλέφωνο το πέταξε στο σκαμπό όπου ήταν και το κινητό του Πέτρου. Χαμογέλασε. Κοίταξε τον Τάκη στην πολυθρόνα. Έφερε το ένα πόδι μπροστά στο άλλο  σήκωσε τα χέρια και άρχισε κροταλίζοντας ρυθμικά τα δάχτυλα να χορεύει και να τραγουδάει. 
    Ο Τάκης στήριξε το κεφάλι του με το χέρι και την κοίταζε. Όσο καιρό ήταν μαζί δεν την είχε ποτέ δει να χορεύει έτσι. Έμοιαζε με ζεϊμπέκικο. Βαρύ ζεϊμπέκικο. Μάλλον παλιό. Έλεγε για τον χάρο που βγήκε να ψαρέψει ή κάτι τέτοιο. Τραγουδούσε και χόρευε με πάθος, έχοντας τα μάτια της κλειστά. 
Και δώστου του στροφές και δώστου φιγούρες και δώστου στράκες και δώστου του ο Χάρος που βγήκε για ψάρεμα....    
Κάποια στιγμή σταμάτησε λαχανιασμένη: 
    «"Ο Χάρος βγήκε να ψαρέψει". Ήταν το τραγούδι του» είπε με κατακόκκινα από την έξαψη μάγουλα. «Το χόρευε ο άθλιος. Πάει ο θείος Αριστοτέληςςςςςς! Τον ψάρεψε ο Χάρος επιτέλουςςςς!» είπε με ενθουσιασμό.
Στάθηκε για λίγο ακίνητη. Κοίταξε έξω από την μπαλκονόπορτα και ύστερα απότομα σήκωσε ψηλά τα δυο της χέρια και φώναξε:
    «Ζήτωωω ο Χάρος! Είμαι λεύτερη!»
Το αγόρι στη αποθηκούλα άρχισε πάλι να χτυπάει την πόρτα, να φωνάζει και να κλαίει ταυτόχρονα.




ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
    






     




    


    







Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ [6] ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ


    Ο Τάκης ένιωσε κάτι να ακουμπάει στο αριστερό του πόδι. Κατέβασε το χέρι με το οποίο στήριζε το πηγούνι του και άφησε το κεφάλι να πέσει στο στέρνο. Είδε τα μαύρα μακριά της μαλλιά που είχαν απλωθεί σαν σκούρο πέπλο στα πόδια του. Άκουγε την ανάσα της. Του φάνηκε σαν να έκλαιγε σιωπηρά. Χωρίς να το καταλάβει, εντελώς αυθόρμητα, άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε λιγάκι άγαρμπα, στα μαλλιά της. Χιλιάδες αναμνήσεις όρμησαν τότε και πλημμύρισαν την καρδιά του. Θυμήθηκε πόσο του άρεσε να την βλέπει να  τινάζει τα μαλλιά με κείνο τον απόλυτα θηλυκό αλλά αγέρωχο τρόπο. 
    Πόσο τον γοήτευε και τον ερέθιζε η αντίθεση του κατάμαυρου αυτού χείμαρρου, με την λευκή απαλότητα του λευκού λαιμού της. Άπλωσε το χέρι του λίγο ακόμη, για να αγγίξει την μεταξένια υφή του δέρματος, εκεί, κάτω από το σύννεφο των μαλλιών, αλλά κάτι τον συγκράτησε: «Μα σκότωσε  τον...» του ψιθύρισε μια φωνή μέσα του.
    Με όση δύναμη είχαν τα ανακλαστικά του, τράβηξε απότομα το χέρι του από τα μαλλιά της. Εκείνη δεν άλλαξε στάση. Έμεινε ακουμπισμένη στο αριστερό του γόνατο. Το γόνατο που ένιωθε. Έμοιαζε να έχει ηρεμήσει τώρα. Γύρισε προς τα πίσω και παραμερίζοντας τα μαλλιά της,  τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που ήρθε από τα παλιά. Ύστερα άπλωσε το χέρι της και έπιασε το δικό του. 
    «Παγωμένο είναι το χεράκι σου. Θυμάσαι πόσο σου άρεσε να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά; Θυμάσαι; Σου αρέσει ακόμα;»
Ο Τάκης δεν αντέδρασε. Έχοντας το πηγούνι του να ακουμπάει στο στέρνο, είχε χαμηλώσει  τα μάτια του για να μην αντικρίζουν τα δικά της. 
    «Κοίτα με. Μη με αποφεύγεις. Δες μέσα στο βλέμμα μου πόσο μου είχες λείψει...»
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε ο βόμβος. Βζζζ, βζζζζ, βζζζ.  Το κινητό του Πέτρου, εκεί δίπλα στο σκαμπό, πεταμένο πάνω στο σακάκι του ανθρώπου που κειτόταν καταματωμένος και ακίνητος εκεί χάμω στο χαλί.
    Εκείνη τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Το βζζζ, βζζζ συνεχίζε με αυξανόμενη ένταση. Ο Τάκης με τη βοήθεια του χεριού του ανασήκωσε το κεφαλι και κοίταξε το κινητό που βρισκόταν εκεί δίπλα του, αλλά από την άλλη πλευρά. Την δεξιά. Την κακή πλευρά!
Η Νίκη έσκυψε, πήρε το κινητό. Κοίταξε την οθόνη...
    «Η πόρνη η γυναίκα του είναι. Να δούμε τώρα! Θα τον θέλει όπως έγινε; Του κουτιού τον έκανα. Στην κυριολεξία του κουτιού! Χα χα χα χα! Πετυχημένο αυτό ε; Του κουτιού! χα χα χα!» Το γέλιο της ήταν τόσο στριγκό που του προκάλεσε ανατριχίλα! 
    «Να πάρε και  μίλα της εσύ!» Είπε και του πρότεινε το τηλέφωνο.
Εκείνος δεν τόλμησε καν να κινηθεί.
    «Έλα λοιπόν! Πάρτο! Τι περιμένεις; Χα χα χα χα!» 
Ο βόμβος  όμως σταμάτησε. 
    «Το 'κλεισε  η ηλίθια! Έχασε την ευκαιρία να μιλήσει με έναν γοητευτικό κύριο...με στραβό στόμα και παράλυτο σώμα. Το πουλάκι όμως; Μια χαρά δουλεύει ε; Πουλάαακι μου!  χα χα χα!»
Πέταξε το κινητό πάνω στο σκαμπό εκεί που βρισκόταν και το σακάκι του Πέτρου. Γύρισε και κοίταξε έξω.
    «Συννεφιάζει. Θα βρέξει μάλλον.» είπε. 
Με ένα βήμα τον πλησίασε. Έτσι όπως το κεφάλι του ήταν πεσμένο στο στέρνο του ο σβέρκος ήταν εκτεθειμένος. Ένιωσε αληθινό φόβο όταν αισθάνθηκε το χέρι της να ακουμπάει εκεί. Ναι! Ένιωσε όμως! Και αυτό του φάνηκε πολύ σημαντικό! 
Έμεινε ακίνητος. Σχεδόν δεν ανάσαινε. Ένα χάδι απαλό διέτρεξε το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το ένιωσε, το ένιωσε!
    «Α! Βρε Τάκη! Τι όμορφα που περνάγαμε! Ταιριάζαμε οι δυο μας! Είχαμε τα ίδια γούστα σε όλα! Θυμάσαι; Στο σεξ, στα βιβλία, στις ταινίες, στη μουσική, στα πολιτικά....Θυμάσαι;» 
    «Νννν αι!» απάντησε εκείνος κι αμέσως ένιωσε κι άλλη έκπληξη! Μπόρεσε να προφέρει το «νι»!
  «Μόνο στο φαγητό δεν ταιριάζαμε! Εγώ τρελαινόμουν για θαλασσινά ενώ εσύ τα σιχαινόσουν!»
    «Ννν αι» ξανάπε εκείνος περισσότερο για να επιβεβαιώσει ότι μπορούσε να προφέρει το "νι".
     «Τόσο ηλίθιος θεέ μου! Μα να μη σου αρέσουν τα θαλασσινά... Πάντα μου ρχόταν να σε χαστουκίσω κάθε φορά που μου ΄λεγες με κείνο το ύφος: "Δε μπορώ να τρώω ζωντανά όντα. Κανίβαλος είμαι;" Τα ίδια ακριβώς έλεγε και κείνος ο θείος Αριστοτέλης για τα θαλασσινά. Τα δάχτυλά του όμως τα έχωνε στα... ζωντανά -ξέρεις ποια- στο δικό μου και στις αδελφές μου.»
    Το χέρι που χάιδευε πάνω, κάτω τον σβέρκο του, έμεινε ακίνητο τώρα. Ύστερα τα δάχτυλα   συσπάστηκαν και νύχια τον έγδαραν με μανία. 
     «Ωχχχ!» Βόγκηξε ο Τάκης.
     «Ηλίθιε! Αλλά κι  εκείνον τον σεβαστό θείο Αριστοτέλη, τον αδελφό της μάνας μου έπρεπε να τον είχα καθαρίσει τότε!» Φώναξε έξαλλη και πήγε προς την μπαλκονόπορτα. 
    «Αμ εκείνη η χαμένη, η μάνα μου;» συνέχισε, «όταν της τα είπα τα κατορθώματα του αδελφού της, ξέρεις τι μου απάντησε; "Άσε τα παραμύθια Νίκη! Και μη σε ξανακούσω να το πεις αυτό. Ο θείος σας, σας αγαπάει!" «Έτσι μου είπε η ίδια μου η μάνα! Εφτά χρονών ήμουνα και οι αδελφές μου οι δίδυμες πέντε που να πάρει ο διάολος!» 
Τελειώνοντας τον μονόλογο της έφτυσε το τζάμι της μπαλκονόπορτας όπου έβλεπε την αχνή αντανάκλαση της.
    Ένας παράξενος ήχος! Απρόσμενος!  Ο Τάκης κράτησε την ανάσα του για να μπορέσει να εντοπίσει την πηγή του. Ξανά. Είχε κάτι το "υγρό" τούτος  ο ήχος. Έφερε το αριστερό του χέρι κάτω από πηγούνι του και έσπρωξε το κεφάλι του προς τα επάνω. 
    Εκείνη στεκόταν ακόμη στη μπαλκονόπορτα. Το φως από έξω είχε μειωθεί. Θα πρέπει να είχε συννεφιάσει αρκετά. "Χρουρρρ" ακούστηκε και πάλι σαν κάποιος να μάθαινε να κάνει γαργάρα. «Τι στο καλό είναι αυτό!» Σκέφτηκε ο Τάκης. Με τα μάτια να στρέφονται δεξιά κι αριστερά, προσπάθησε να δει αν υπήρχε κάτι εκεί κοντά που παρήγαγε τον ήχο και τότε... είδε ένα δάχτυλο σαν να ξύνει χάμω το χαλί. 
    Κάρφωσε το βλέμμα του στο σημείο εκείνο και είδε ότι και άλλο δάχτυλο λύγισε και έκανε κινήσεις σαν να ήθελε κι αυτό να ξύσει το χαλί. Έσπρωξε το κεφάλι του πιο ψηλά και βάλθηκε να δει αν .... και είδε το στέρνο να  ανορθώνεται και να ξαναπέφτει σπασμωδικά, ώσπου με έναν δυνατό βήχα  τινάχτηκε στον αέρα ένα κόκκινο συντριβάνι. Ένας δεύτερος βήχας και ...δυο μάτια φάνηκαν να ανοίγουν διστακτικά στο λεκιασμένο με αίματα πρόσωπο του Πέτρου. 
    Η Νίκη που άκουσε κι εκείνη τον βήχα, ήρθε σχεδόν τρέχοντας  και πλησίασε τον πεσμένο άνθρωπο. Μόλις αντίκρισε τα καλυμμένα με αίμα μάτια του να την κοιτάζουν, ταράχτηκε. Έκανε ένα αθέλητο μικρό άλμα προς τα πίσω. Ύστερα λες και κάποιος την διέταξε, έτρεξε και πήγε στο εσωτερικό του σπιτιού. 
    Ο Πέτρος, έγειρε ελαφριά το κεφάλι του. Ένα μικρό ρυάκι αίματος έτρεξε μέσα στο δεξί του μάτι. Σήκωσε με κόπο το χέρι του και με την παλάμη του προσπάθησε να καθαρίσει κάπως τα αίματα γύρω από τα μάτια του. Δεν πρόλαβε όμως,  γιατί εκείνη την στιγμή ήρθε η Νίκη και βιαστικά πήγε και γονάτισε δίπλα στον άνδρα που είχε τραυματίσει σχεδόν θανάσιμα λίγο πριν. Γονάτισε σιμά του και ακούμπησε στο χαλί έναν δίσκο με διάφορα φιαλίδια και μπόλικο βαμβάκι. 
    «Πέτρο μου! Αγάπη μου! Είσαι καλά; Μίλα μου γλυκέ μου! Μίλα στη Νικούλα σου!» έλεγε με τρυφερότητα ενώ παράλληλα με ένα βαμβάκι στο οποίο είχε σταλάξει ένα υγρό σαν ιώδιο, προσπαθούσε απαλά - απαλά να καθαρίσει το τραύμα του εκεί στη μύτη. Ο Πέτρος μούγκριζε από τον πόνο, αλλά κοίταζε ταυτόχρονα τον Τάκη με ύφος που ο Τάκης το ερμήνευσε σαν απορία. 
    Η τρυφερότητα με την οποία περιποιόταν η Νίκη τον χτυπημένο φίλο της, θα συγκινούσε οποιονδήποτε, αν δεν είχε δει προηγουμένως την σκηνή, όπου η ίδια αυτή γυναίκα τον χτύπησε, την στιγμή που άνθρωπος αναφέρθηκε στα παιδιά του. 
  Ο Τάκης, παρόλο που το χέρι που στήριζε το κεφάλι του, είχε κουραστεί παρακολουθούσε την σκηνή, χωρίς να ξέρει αν έπρεπε να ηρεμήσει ή να ανησυχήσει. Χαιρόταν πάντως που δεν είχε πεθάνει κανείς....ακόμη τουλάχιστον, μέσα στο σπίτι του. 
    Ο Πέτρος ανακάθισε αργά - αργά. Η μύτη του είχε αλλάξει σχήμα από το χτύπημα. Κοίταξε γύρω του σαν να μην ήξερε που βρισκόταν και είδε στο χαλί δίπλα του ένα μπρούντζινο σταχτοδοχείο σε σχήμα χελώνας πασαλειμμένο με αίμα. 
  Ακούστηκε το κουδούνι του δημοτικού απέναντι. Ο Τάκης κοίταξε την ώρα στον αποκωδικοποιητή κάτω από την τηλεόραση. Είχε πάει μια. Τα παιδιά θα σχολούσαν τώρα. Άκουγε τα αμάξια των γονιών που έρχονταν να πάρουν τα καμάρια τους.      
Σε λίγα λεπτά παιδικές φωνές γέμισαν την ατμόσφαιρα έξω. Κορναρίσματα, μαρσαρίσματα, παππούδες και γιαγιάδες φώναζαν τα εγγόνια τους, γέλια, μικροτσακωμοί, τρεξίματα. Χαρά θεού ήταν τούτη η ώρα. 
    Ο Πέτρος άπλωσε το χέρι του και πήρε το ματωμένο μπρούντζινο σε σχήμα χελώνας σταχτοδοχείο, το κοίταξε καλά και αργά-αργά έστρεψε το βλέμμα του προς την Νίκη που ετοίμαζε ένα καινούργιο κομμάτι βαμβάκι με αντισηπτικό... όταν ένα "μπαμ" ακούστηκε στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και αμέσως μετά ένα ταπ, ταπ, ταπ στο πάτωμα του μπαλκονιού  και παιδικές φωνές που φώναζαν: 
«Κύριε, κυρία, τη μπάλα, τη μπάλα!»


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ [5] ΣΤΟ ΠΟΔΙ ΠΟΥ ΕΝΙΩΘΕ



     Ο θόρυβος που έκανε το βαρύ κουτί με τα χρυσά νομίσματα πέφτοντας στο πάτωμα του δωματίου, του θύμισε την φωνή της μακαρίτισσας της θειάς του, που συχνά του έλεγε κουνώντας δασκαλίστικα το δάχτυλο: «Τούτα τα νομίσματα, σου τα αφήνω για μια δύσκολη ώρα!»
«Να μια δύσκολη ώρα θείτσα! Τι θα μου κάνουν τα σκατονομίσματα σου τώρα;» σκέφτηκε ο Τάκης.
   Τα βήματα από το εσωτερικό του σπιτιού έρχονταν προς το σαλόνι. Μπορούσε να ξεχωρίσει τα γυναικεία που έμοιαζαν να πλησιάζουν λες και έκαναν τζόγκινγκ στο διάδρομο και τα ανδρικά από πίσω που ακολουθούσαν βαριά. 
    Δεν άργησαν να φτάσουν στο σαλόνι, όπου και σταμάτησαν. Ο Τάκης άκουγε μόνο βαριές ανάσες. Μια παράξενη ησυχία επικράτησε για λίγο. Με το αριστερό  χέρι, είχε σηκώσει το κεφάλι  για να μπορεί έστω και με την περιφερειακή του όραση να βλέπει κάτι. Ένιωθε όμως την καρδιά του να χτυπάει σαν έμβολο μηχανής μέσα στο στέρνο του. 
Το χέρι που στήριζε όρθιο το κεφάλι, είχε αρχίσει να μουδιάζει ....  
    Ένα δυνατό γέλιο δόνησε την ατμόσφαιρα. Η Νίκη τρέχοντας σχεδόν ήρθε και στάθηκε χαμογελαστή μπροστά του. Το πρόσωπό της έλαμπε από την χαρά της επιτυχίας. Κρατούσε με τα δυο χέρια, το τετράγωνο ντυμένο με κόκκινο βελούδο κουτί.  Του το πρότεινε:
    «Να! Πάρτο. Δικό σου είναι. Έλα σήκω. Πάρτο λοιπόν!»
Εκείνος την κοιτούσε σχεδόν αδιάφορος. Άθελά του εντυπωσιάστηκε όταν αντιλήφθηκε ότι δεν τον ένοιαζε καθόλου τι θα γινόταν με το κουτί και τις χρυσές του λίρες. «Για μια ώρα ανάγκης!» Είχε πει η θεία. Το γεγονός και μόνο ότι θυμήθηκε την φράση αυτή της θείας του, έφερε γέλια. Επειδή όμως το χέρι που συγκρατούσε το κεφάλι είχε μουδιάσει, άφησε το κεφάλι του να πέσει στο στέρνο και βάλθηκε να γελάει με την καρδιά του...δίπλα στην καρδιά του.  Το πηγούνι του χτυπούσε πάνω στο στήθος του,  ο ήχος που έβγαινε από τούτο το γέλιο μόνο με κρώξιμο κόρακα θα μπορούσε να συγκριθεί αλλά αυτός γελούσε. Γελούσε ίσως όσο δεν είχε γελάσει ποτέ στη ζωή του. 
    Η Νίκη απέναντι του με το κόκκινο κουτί στα χέρια έμεινε να τον κοιτάζει έκπληκτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν γελούσε ή αν έκλαιγε. 
Ο Πέτρος που όλη αυτή την ώρα είχε σταθεί στην είσοδο το σαλονιού, πλησίασε και βάλθηκε και αυτός να κοιτάζει τον Τάκη που το κεφάλι του χτυπιόταν πάνω στο στέρνο βγάζοντας παράξενους ήχους από το στραβωμένο στόμα. 
    «Μα τι έχει; Γιατί κάνει έτσι;»
    «Που να ξέρω χριστιανέ μου; Του δείχνω το κουτί με τα χρυσά νομίσματα και....»
    «Μήπως κλαίει;»
Ο Τάκης που ένιωσε το αριστερό χέρι να έχει ξεμουδιάσει κάπως, το σήκωσε σιγά-σίγα και σπρώχνοντας το πηγούνι προς τα πάνω, κατάφερε να σηκώσει το κεφάλι του σε μια σχετικά όρθια θέση. Έβαλε όλη την ψυχική και όση σωματική δύναμη είχε, για να μπορέσει να τους αντικρίσει και τους δύο κατάματα, έτσι όπως στέκονταν απέναντί του. 
Προσπάθησε να δώσει κάποιο σχήμα στα χείλη του, ώστε αυτό που ήθελε να πει να γίνει κατανοητό και φώναξε:
    «Έσχη χα!  Χέσχηχα! Χέσκηκα ια χουχί!» 
Κουρασμένος από την υπερπροσπάθεια να πει αυτό που ήθελε όσο γινόταν πιο καθαρά, σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα, ανοίγοντας  το στόμα του ώστε να ρουφήξει όσο περισσότερο αέρα μπορούσε. 
Αχ! Να μπορούσε να τους φωνάξει πεντακάθαρα κατάμουτρα: «ΧΕΣΤΗΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΤΙ!»
    Η Νίκη όμως, περιέργως κατάλαβε ακριβώς τι ήθελε να πει! 
    «Α! Ώστε έτσι ε; Χέστηκες για τα νομίσματα!»
    «..αί»
    «Ναι λες ε;»
    «Τι γίνεται ρε Νίκη; Τι λέτε;» ρώτησε ο Πέτρος
    «Δεν τον νοιάζουν λέει τα νομίσματα  ο μαλάκας.»
  «Ωραία τότε! Αφού δεν τον νοιάζουν, ας τα πάρουμε και ας την κάνουμε!» είπε ανυπόμονα ο Πέτρος.
    «Μα είσαι με τα καλά σου, ή χάζεψες; Δεν τον ακούς τι λέει; »
    «Τι λέει δηλαδή;»
   «Χέσκηκα ια κουχί!» Φώναξε ο Τάκης όσο πιο δυνατά μπορούσε,  σπρώχνοντας ταυτόχρονα το κεφάλι πιο ψηλά, με το αριστερό του χέρι για να δείξει αποφασιστικότητα. 
Έτσι νόμιζε τουλάχιστον.
    «Τον ακούς τον ηλίθιο; Τον σακάτη;»
   «Μα βρε Νίκη, αφού δεν τον νοιάζει, γιατί δεν παίρνουμε τα νομίσματα και να φύγουμε;»
Η Νίκη όμως δεν του έδωσε σημασία. Κάτι πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού εκεί δεξιά της, της είχε τραβήξει την προσοχή. Είχε καρφώσει το βλέμμα σε κάτι, λες και την μαγνήτιζε.
    Ο Τάκης που αντιλήφθηκε την κίνηση της, προσπάθησε σπρώχνοντας το πηγούνι του με τα δάχτυλα, να στρίψει το κεφάλι προς την κατεύθυνση που κοίταζε η Νίκη. 
Εκείνο που είδε τον έκανε να παγώσει. 
    Εκεί πάνω στο τραπεζάκι, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα, ήταν ένα μπρούντζινο βαρύ σκαλιστό σταχτοδοχείο, σε σχήμα χελώνας. 
    Ήταν το σταχτοδοχείο με το οποίο τον είχε χτυπήσει με όλη της τη δύναμη στο κεφάλι, εκείνο το βράδυ, την ώρα που έκαναν έρωτα εκεί στο σαλόνι, πάνω στο χαλί. Εκείνη ήταν από πάνω, έτσι όπως της άρεσε.
Το φοβερό χτύπημα θα μπορούσε να τον είχε αφήσει στον τόπο τότε. 
Δε θα ξεχνούσε όμως, ποτέ το βλέμμα που του είχε ρίξει λίγο πριν τον χτυπήσει. Και τι ειρωνεία....Είχε νομίσει, ότι τούτο ήταν το βλέμμα της υπέρτατης ηδονής! Πόσο λάθος είχε κάνει....
Ο Πέτρος τώρα την τραβούσε από το μπράτσο. 
    «Έλα Νίκη πάμε. Άστον εδώ και πάμε να φύγουμε! Δε θα μιλήσει. Σε παρακαλώ Νίκη. Πάμε σε ικετεύω έχω και παιδιά!»
    Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο Πέτρος και εκείνη άφησε το κουτί με τα νομίσματα να πέσει χάμω στο χαλί, έκανε το μισό βήμα που την χώριζε από το τραπεζάκι του σαλονιού, έσκυψε άρπαξε το βαρύ σταχτοδοχείο και με μια αστραπιαία κίνηση, έστριψε με φόρα  και με όλη της την δύναμη χτύπησε καταπρόσωπο τον Πέτρο. 
Εκείνος έμεινε για λίγο όρθιος, κοιτώντας την έκπληκτος, κι ύστερα έπεσε ανάσκελα προς τα πίσω χτυπώντας πρώτα το κεφάλι του στο τούβλινο πρεβάζι του τζακιού κι έμεινε ακίνητος πάνω στο χαλί.
    «Χέστηκα αν έχεις παιδιά! Τι μου το κοπανάς συνέχεια; Έχω παιδιά κι έχω παιδιά! Χέστηκα πια!»  Έκανε με αγανάκτηση η Νίκη.
    Ο Τάκης χαμήλωσε το χέρι που στήριζε το κεφάλι του και κοίταξε προς το σημείο που είχε πέσει ο Πέτρος. Με τρόμο είδε το πρόσωπό του νέου άνδρα να έχει μεταμορφωθεί σε μια κόκκινη μάζα, αλλά και στο χαλί πίσω από το κεφάλι του είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια  κηλίδα αίματος. Από κει που ήταν ο Τάκης προσπάθησε να δει αν το στήθος του Πέτρου ανεβοκατέβαινε. Δεν μπόρεσε να το διαπιστώσει  αυτό.
    «Θοννν  χόθωσες!» Είπε μην τολμώντας να σηκώσει το κεφάλι του να κοιτάξει την Νίκη.
  «Τον σκότωσα; Και λοιπόν; Ένας τσουτσουνοφόρος λιγότερο. Αν είχα κάνει το ίδιο χρόοονια πριν, ίσως να είχαν γλυτώσει οι μικρές μου αδελφές τουλάχιστον, από τις χερούκλες του θείου Αριστοτέλη που μας χούφτωνε για χρόνια από τα πέντε μας. Τον σεβαστό μας  θείο Αριστοτέλη χα χα χα! ....»
    Γελώντας σχεδόν υστερικά, λύγισε τα γόνατα κάθισε στο χαλί δίπλα στο κουτί με τα νομίσματα, το γέλιο της μετάλλαξε σε κλάμα και ακούμπησε το κεφάλι της στο αριστερό πόδι του Τάκη. 
Το πόδι  του, που ένιωθε!
Λίγο πιο κει κειτόταν ακίνητος ο Πέτρος.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
    



Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΗ [4] Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ...


   Ήταν στην κυριολεξία μια μάζα από κρέας και κόκαλα κουβαριασμένα στην φαρδιά μπερζέρα του σαλονιού του. 
Αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να κρατήσει όρθιο το κεφάλι του καθώς οι μυες της δεξιάς πλευράς του δεν δούλευαν. Φανταζόταν τον εαυτό του να μοιάζει με κάποιο αξιολύπητο, άσχημο κι ασουλούπωτο ζώο ριγμένο εκεί στο φαρδύ κάθισμα. 
    Το βουητό ή μάλλον ο βόμβος, που ερχόταν από κάπου εκεί κοντά, δυνάμωνε όσο περνούσαν τα λεπτά. Κατάλαβε ότι κάποιο κινητό που ήταν σε αθόρυβη λειτουργία βρισκόταν κάπου εκεί κοντά του. Ενέτεινε την προσοχή του να εντοπίσει την πηγή αλλά ήταν ανάγκη να μπορέσει να υψώσει το κεφάλι του που ήταν πεσμένο με το πηγούνι να ακουμπάει στο στέρνο. Πως θα το σήκωνε; «Μα είναι απλό βρε βλάκα!» μονολόγησε. Τράβηξε με αρκετή προσπάθεια το αριστερό του χέρι που έτσι όπως τον έβαλαν πάνω την πολυθρόνα, είχε καθίσει πάνω του, και το έφερε κάτω από το πηγούνι του. Το έσπρωξε προς τα επάνω και κατάφερε να  κρατήσει το κεφάλι του σε μια κάπως φυσιολογική θέση.
    Μέχρι να κάνει όμως όλη την μανούβρα ο βόμβος είχε σταματήσει. Πάντως δεν υπήρχε άλλο σημείο από το οποίο θα μπορούσε να προέρχεται παρά μόνο από το σακ...
    «Τάκη από πότε είσαι έτσι;» ήταν η Νίκη που είχε έρθει στο σαλόνι χωρίς να την πάρει είδηση.
Δεν της απάντησε. Δεν ήθελε να της απαντήσει. Γιατί ντρεπόταν που δεν μπορούσε να αρθρώσει σωστά τις λέξεις. Εκείνη ήρθε και στάθηκε μπροστά του και τον κοίταζε αφ υψηλού. Χωρίς να το θέλει, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση που βρισκόταν δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει τις υπέροχες καμπύλες που κάλυπταν το οπτικό του πεδίο. Ήταν όμορφη η Νίκη. Ήταν θηλυκό με τα όλα του. Και ήξερε να κάνει έναν άνδρα να λιώνει στο κρεβάτι.  «Τι κρίμα!» σκέφτηκε ένα τέτοιο κορίτσι να έχει αυτή την α........»
    «Που είσαι βρε Νίκη;» άκουσε τον άνδρα να φωνάζει προφανώς από το διάδρομο.
    «Εδώ στο σαλόνι.» Είπε εκείνη. 
    «Μα δεν υπάρχει τίποτα μέσα εδώ στο δωμάτιο. Έψαξα παντού!» φώναξε ο Πέτρος από μέσα.
    Η Νίκη έσκυψε και γονάτισε απέναντι από τον Τάκη. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Δεν της το ανταπέδωσε γιατί φοβόταν πρώτα μη πονέσει με την κίνηση, και ύστερα δεν ήξερε ακόμη σε τι κατάσταση ήταν το πρόσωπό του. Καθρέφτη τελικά δεν βρήκε ακόμη. 
Εκείνη έτσι όπως ήταν γονατισμένη μπροστά του και τον κοίταζε, ένιωσε κάτι από την παλιά τρυφερότητα και σεξουαλικότητα που την έδενε μαζί του παλιά, τότε που ήταν ζευγάρι. Στο βλέμμα της καθρεφτίστηκε  ξεκάθαρα το συναίσθημα. 
Ο Τάκης ξέχασε για λίγο τις πολύ άσχημες  στιγμές που είχαν περάσει τότε που εκείνη είχε αρχίσει να παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας. Τι τρομερή ασθένεια του μυαλού αυτή η διπολική διαταραχή! Αυτή μανιοκατάθλιψη! Ποτέ δεν μπορούσε να ξέρει σε τι κατάσταση ήταν. Την μια ήταν πεσμένη, μελαγχολική και γεμάτη απογοήτευση χωρίς λόγο, την άλλη ήταν γεμάτη ενέργεια, κρίσεις μεγαλομανίας, έντονο εκνευρισμό ή θυμό που πολλές φορές γινόταν ανεξέλεγκτος. Πόσο υπέφερε κι εκείνη, αλλά και όλοι όσοι την αγαπούσαν. Δεν δεχόταν όμως να δει γιατρό.  Η σχέση τους είχε γίνει κόλαση. Δεν μπορούσε ποτέ να ξέρει πως θα ήταν την επόμενη στιγμή. Μέχρι που οι γονείς μέσα στην απελπισία τους, αναγκάστηκαν να πάρουν δικαστική απόφαση  και να την στείλουν στο εξωτερικό σε κάποια κλινική.
Ο Τάκης ακόμη θυμόταν τις φοβερές σκηνές που δημιουργούσε από το τίποτα. 
    Τώρα η Νίκη χαμογελώντας τρυφερά, άπλωσε αργά το χέρι της και τον ακούμπησε  ανάμεσα στα πόδια. Εκείνος δεν ένιωσε τίποτα. Ούτε καν την πίεση του χεριού της. «Τι κρίμα!» σκέφτηκε «καλύτερα να πέθαινα στο ύπνο μου. Ένα κούτσουρο είμαι πια...».
    Τον πασπάτευε εκεί κάτω έχοντας ένα πονηρό χαμόγελο και μια διαβολική έκφραση καθώς ήταν σίγουρη ότι τον ταπείνωνε με αυτόν τρόπο. Του κουρέλιαζε τον ανδρισμό....
Κάποια όμως στιγμή την είδε που άλλαξε ύφος και  συνοφρυώθηκε. Επικέντρωσε το βλέμμα της στο σημείο που μάλαζε και με απορία ένιωθε το όργανό του να σκληραίνει κάτω από την παλάμη της. «Μα πως γίνεται;» Είπε. 
Εκείνος απομάκρυνε το αριστερό του χέρι με το οποίο κρατούσε όρθιο το κεφάλι του και κείνο έπεσε πάνω στο στέρνο του. Έστρεψε τα μάτια προς κάτω ακολουθώντας το βλέμμα της Νίκης και είδε έκπληκτος την στύση του να τεντώνει το ρούχο που φορούσε.  «Μα πως;   Αναρωτήθηκε.  «Αφού δε νιώθω τίποτα! Πως αυτό..»
     «Τα καταφέρνουμε λοιπόν ε;» είπε εκείνη συνεχίζοντας να ταξιδεύει γύρω-γύρω με το χέρι της πάνω στην ερεθισμένη περιοχή του κορμιού του.
    «Μα τι κάνετε εδώ;» Ακούστηκε η φωνή του Πέτρου ο οποίος ήρθε χωρίς να τον αντιληφθούν.
Εκείνη χωρίς καν να σταματήσει την κίνηση του χεριού, ούτε να πάρει το βλέμμα της από το σημείο που μάλαζε, σαν μαγεμένη είπε:
    «Πέτρο, έλα να δεις! Του σηκώνεται ακόμη! Αλλά βρωμάει. Έχει κατουρηθεί πάνω του...»
Εκείνος ούτε που κουνήθηκε. 
    «Μα καλά δεν ντρέπεσαι;» Αντέδρασε ο Πέτρος! «Με φωνάζεις για να μου δείξεις πως παίζεις με το.....»
   «Ναι ρε βλάκα! Είναι πολύ ενδιαφέρον. Δεν ήξερα ότι οι παράλυτοι μπορούν να το κάνουν.»
  «Μη μου πεις μόνο ότι θέλεις να το κάνεις μαζί του τώρα...!» είπε  ο Πέτρος φανερά σοκαρισμένος.
    «Γιατί μωρέ; Άσχημα θα ήταν; Πρωτοτυπία! χα χα χα χα. »
Το γέλιο της όμως αυτό δεν είχε τίποτα το εύθυμο. Το βλέμμα της αγρίεψε. Οι κινήσεις στο όργανο του Τάκη γίνανε πιο βίαιες. «Μα δε νιώθεις τίποτε;» ρώτησε τον Τάκη.
    «Ο ι! »είπε ο Τάκης.
Τότε εκείνη σηκώθηκε όρθια κρατώντας τον από το διεγερμένο όργανο και έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να του το ξεριζώσει, φωνάζοντας: «Αχρηστο, πράγμα, άχρηστο πράγμα. Για πέταμα είσαι!»
    Ο Τάκης ένιωσε έντονο πόνο στην αριστερή πλευρά των βουβώνων του. Βόγκηξε!.
    «Σ' αρέσει ε; Μαλάκα;»
    «Ο ι, ο ι, πο άω» 
    «Πονάς ε; Πονάς;»
    «Ρε συ Νίκη. Άφησε τον!» Είπε  ο Πέτρος από κει που ήταν.
   «Σκάσε! Βούλωστο!» Φώναξε. «Άμα θέλω του το  ξεριζώνω κιόλας! Εσένα τι σε κόφτει;  Εσένα πηδούσε;»
   «Μα τι πράγματα είναι αυτά. Εμείς ήρθαμε να πάρουμε την συλλογή. Άστον αυτόν! Δε βλέπεις ότι πονάει; Ας  πάρουμε αυτό για το οποίο ήρθαμε και ας φύγουμε.Όχι όμως και να σκοτώσουμε!»
    «Τι είπες βρε ηλίθιο πλάσμα; Τι είπες; Τώρα πια, θα  φύγουμε και θα τον αφήσουμε έτσι; Θα μας καρφώσει ο σακάτης!» Στράφηκε προς τον Τάκη. «Θα μας καρφώσεις άχρηστε μαλάκα. Δεν είναι;»
    «Ο ι, ο ι !» Φώναξε ο Τάκης με όση δύναμη μπορούσε. 
  «Καλά, καλά. Πες μας τώρα όμως που το  έχεις το κουτί.» Είπε εκείνη σκύβοντας πάνω του με απειλητικό ύφος. Πήρε το πηγούνι του στο χέρι της και έστριψε το κεφάλι του προς τα πάνω για να βλέπει να μάτια του. 
    «Που είναι το κουτί με τα χρυσά νομίσματα;» είπε με δυνατή φωνή «Λέγε είπα!»
Ο Τάκης την κοίταζε, νιώθοντας παράλληλα τον πόνο να απλώνεται σε όλο του το πρόσωπο έτσι όπως τον κρατούσε. Δε μίλησε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε την αίσθηση ότι τα χείλη του θα έσκαγαν από την πίεση που ένιωθε να αναπτύσσεται μέσα τους. Θα πρέπει όμως να ήταν τελείως αστείος έτσι όπως είχε γίνει,  γιατί εκείνη αφού τον κοίταξε συνοφρυωμένη για λίγο,  έσκασε μετά στα γέλια κοιτάζοντάς τον. 
    «Μα πως είσαι είσαι έτσι;» είπε χλευαστικά. Τράβηξε το χέρι της από το πρόσωπό του και  το κεφάλι του έπεσε και ακούμπησε στο στέρνο του. 
    «Μα γιατί του φέρεσαι έτσι;» Άκουσε τον Πέτρο να την ρωτάει.
  «Να μη σε νοιάζει. Δικός μου γκόμενος ήταν, όχι δικός σου. Ή μήπως έχεις διαστροφές που δεν τις ξέρω!»
    «Μη λες βλακείες. Τι κάνουμε τώρα;»
  «Λοιπόν κοίτα! Εγώ θα ψάξω στο υπνοδωμάτιο στα ντουλάπια και τα συρτάρια.... Εσύ να πας δίπλα στο δωματιάκι που χρησιμοποιεί για γραφείο και να κοιτάξεις παντού ακόμη και κάτω από τον καναπέ. Και μετά βλέπουμε..» 
    «Και στον καναπέ, εκεί στο γραφείο του, το είχατε κάνει;» Ρώτησε ο Πέτρος.
Εκείνη σταμάτησε απότομα. Γύρισε τον κοίταξε καλά-καλά και χωρίς να του πει τίποτα, γύρισε και άρχισε να κατευθύνεται πίσω προς το σαλόνι.
    «Μα που πας; »Την ρώτησε εκείνος.
    «Να μη σε νοιάζει! Πήγαινε εσύ στο γραφείο όπως σου είπα.»
Του Πέτρου του φάνηκαν παράξενα τα μάτια της την ώρα που του τα έλεγε αυτά.
    Ο Τάκης που τους άκουγε να απομακρύνονται προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από την αίσθηση που του προκάλεσε η απρόσμενη στύση που είχε λίγο πριν. Χωρίς να ξέρει  γιατί, η θέα του ερεθισμένου του οργάνου, του χάρισε ένα είδος αυτοπεποίθησης. Βέβαια τι θα  μπορούσε να  κάνει με μια στύση; Να την χρησιμοποιήσει σαν όπλο; Μαχαίρι ας πούμε; 
Του φάνηκε τόσο αστεία η σκέψη που βάλθηκε να γελάει. Επώδυνο ήταν βέβαια το γέλιο, αλλά και λυτρωτικό. «Ακου μαχαίρι... το πουλί μου! Ε ε ε ε ε» γέλασε. Έτσι έβγαινε το γέλιο από το παραμορφωμένο του στόμα.
    «Γελάς;» 
Η  όποια ευφορία του δημιουργήθηκε χάθηκε. Εκείνη ήρθε και στάθηκε πάλι μπροστά του στην πολυθρόνα. Έβλεπε ξανά τις θηλυκές καμπύλες του κάτω μισού το κορμιού της. «Τι γυναίκα! Τι κρίμα!» σκέφτηκε. 
   Η Νίκη έσκυψε και γονάτισε όπως πριν μπροστά του. Εκείνος χρησιμοποιώντας πάλι το αριστερό του χέρι σήκωσε το κεφάλι του και το κράτησε  σε τέτοιο ύψος που να μπορεί να την κοιτάζει κατάματα. Εντυπωσιάστηκε από την αλλαγή που είδε στο βλέμμα της. 
Ήταν τέτοια η τρυφερότητα με την οποία τον κοίταζε που του θύμισε τα παλιά.
    «Πόσο λυπάμαι αγάπη μου!» του είπε
«Αγάπη μου;» αναρωτήθηκε ο Τάκης. Αλλά και τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. Γνήσιος ο πόνος που καθρεφτιζόταν μέσα τους. 
    «Θα δεις! Όλα θα πάνε καλά στο τέλος. Θα σε πάμε στο νοσοκομείο και θα έρχομαι κάθε μέρα να σε βλέπω. Θα γίνουμε πάλι όπως παλιά. Άλλωστε είδες ότι τα καταφέρνεις εκεί....» είπε κοιτάζοντας με νόημα το σημείο εκεί ανάμεσα στα πόδια του.
    «Ε ν   κοτώχεις;» ψέλλισε εκείνος.
  «Να σε σκοτώσω; Μα τι λες! Είναι δυνατόν να σκέφτεσαι έτσι για μένα; Δε θυμάσαι; Ξέχασες πόσο ταιριάζαμε οι δυό μας; Όλοι μας ζήλευαν. Δε θυμάσαι;»
    «...αι» Ναι ήθελε να πει. 
Αν μπορούσε όμως να της θυμίσει εκείνη την μέρα που ενώ έκαναν έρωτα, τη στιγμή του οργασμού, ξαφνικά τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα βαρύ μεταλλικό σταχτοδοχείο σε σχήμα χελώνας που είχε φέρει από την Ινδία πριν από χρόνια! Το σημάδι, το είχε ακόμη εκεί πάνω από δεξί φρύδι. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ακολούθησε ο ξυλοδαρμός της ίδιας της μητέρας σε τέτοιο βαθμό που η άμοιρη γυναίκα μεταφέρθηκε βαριά χτυπημένη στο νοσοκομείο.
    «Εγώ σε επιθύμησα και είπα να έρθω να σε δω μετά τόσο καιρό! Νόμιζα ότι ήσουνα στο γραφείο και είπα να σου κάνω έκπληξη...ωραία δεν είναι; ε»
    «Φο  ύ » Πολύ! ψέλλισε. Εκείνη περιέργως καταλάβαινε. «Ο  α ος   οις  ει αι;»
   «Ο άλλος ποιος είναι; Τίποτα μωρέ! Να! Κάνουμε παρέα κάπου- κάπου. Τίποτα το σοβαρό. Αλλά εσύ;» πρόσθεσε... 
Ο Τάκης, είδε κάτι να αλλάζει στο βλέμμα της εκείνη την στιγμή. Του φάνηκε σα να μεγάλωσαν οι κόρες των ματιών της.
    «Εσύ ρε χούφταλο γιατί με παράτησες τότε; ε; Τους πίστεψες αυτούς που λέγανε ότι είμαι τρελή ε;»
   «Ο  ι  ο  ι» τραύλισε εκείνος, βλέποντας την τρομακτική λάμψη που γεννήθηκε στα μάτια της.
    «Τι όχι μωρέ κωλοπαράλυτε!. Γιατί δεν ήρθες να με δεις ούτε μια φορά στην κλινική που με κλείσανε; ε;» 
Σηκώθηκε όρθια και απλώνοντας το πόδι της του έδωσε μια κλωτσιά στα πόδια. Δεν ένιωσε και πολλά πράγματα. Ένα τράνταγμα μόνο στη αριστερή γάμπα. 
    «Τώρα θα δεις άχρηστο πλάσμα! Μόλις πάρω το κουτί με χρυσά νομίσματα της βρωμοθειάς σου. Θα δεις τι έχει να πάθεις.»
Τον έφτυσε κι έφυγε. 
Αφησε το κεφάλι του να πέσει και πάλι στο στέρνο και είδε ότι είχε σχηματιστεί μια μεγάλη καινούργια κηλίδα από ούρα μπροστά. Η μυρωδιά τον αηδίαζε. 
    Διψούσε όμως. Διψούσε πολύ. Δεν θυμόταν από πότε είχε να πιεί νερό. Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου έφερε το αριστερό του χέρι στο σημείο του παντελονιού της φόρμας του που είχε μουσκέψει και πέρασε τον δείκτη του σε μέσα από την υγρασία. Σήκωσε αργά το δάχτυλο και το έφερε διστακτικά προς τα στραβωμένα χείλη πλησίασε τόσο όσο η μυρωδιά να είναι πια έντονη. Όμως, νίκησε η δίψα. Εχωσε βιαστικά το δάχτυλο στο στόμα και αψηφώντας προκαταλήψεις, οσμές και υγιεινή κι έμεινε εκεί να το πιπιλάει σαν μωρό. 
    Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε ο Πέτρος. Τον πλησίασε. Στάθηκε πίσω από την ράχη της πολυθρόνας όπου  τον είχανε πεταμένο. 
    «Ρε συ Τάκη. Πες μας μωρέ που τα έχεις τα καταραμένα αυτά νομίσματα γιατί θα βρούμε όλοι τον μπελά μας από την Νίκη.»
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε πάλι κείνος ο βόμβος. Ο Πέτρος έσκυψε στο σκαμπώ πήρε το σακάκι του και από μια πλαϊνή τσέπη έβγαλε το κινητό του. 
    «Ελα! Ναι! Σε μια δουλειά είμαι. Όχι θα αργήσω λίγο. Να μη  με περιμένετε. Τα παιδιά διαβάσανε; »
    «Πέτροοοο!» ακούστηκε η φωνή της Νίκης από μέσα. «Που είσαι; Έλα αμέσως!»
   « Άντε σε αφήνω τώρα. Έχω δουλειά! Ποια φωνή! Μπα δεν είναι κανείς άλλος εδώ! Απ΄έξω θα ναι!  Τα λέμε.» Είπε ταραγμένος και πέταξε το κινητό του πάνω στο σακάκι του στο σκαμπό εκεί δίπλα στην πολυθρόνα και έφυγε βιαστικός προς τα μέσα.
    Ένας  δυνατός κρότος ακούστηκε. Κάτι  βαρύ έπεσε στο πάτωμα. Κατάλαβε!
 Η Νίκη βρήκε το κουτί με τα χρυσά νομίσματα. 
Ο χρόνος τέλειωνε....