Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΝ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΝ ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

ΚΑΤΑΣΧΕΤΑΙ;


ΚΑΤΑΣΧΕΤΑΙ;


Καθόσουν στη πνιγηρή εκείνη
αίθουσα αναμονής της εφορίας
με το χαρτί προτεραιότητας στο χέρι
που βγήκε απ το μηχάνημα
που το κουμπί του πάτησες

Άλλαξες όμως. 
Άλλαξες πολύ.
Δεν είσαι εκείνος πια 
που όταν σε τούτη τη σπηλιά
των κρατικών εσόδων μπήκες,
έβλεπα στα μάτια σου 
μια σταγόνα αγέρωχης υφής 
να λάμπει στη κόγχη των ματιών σου

Τώρα μου φαίνεσαι σκυφτός
εκεί στο άβολο, από παλιούς ιδρώτες
ποτισμένο κάθισμα.
Αποφεύγεις γύρω σου να δεις
λες και φοβάσαι ν' αντικρίσεις
ταπεινωμένα σαν το δικό  σου βλέμματα 
να κοιτούν διαρκώς το νούμερο
προτεραιότητας, που το κρατούν στο χέρι,
λες κι είναι το κλειδί 
του ίδιου του σπιτιού τους

Κάθε τόσο μια φωνή ακούγεται
να καλεί έναν από τους αριθμούς
να προσέλθει άμεσα χωρίς χρονοτριβή,
του εφόρου την κλειστή την θύρα
με σέβας να πάει να χτυπήσει.
Βλέπεις τον κάτοχο του αριθμού
να οδεύει προς τα εκεί 
με βλέμμα μπερδεμένο
κι αναρωτιέσαι πως θα 'σαι εσύ
όταν σε καλέσουν 
ταπεινά να πας να κρούσεις 
του άρχοντα την πόρτα.

Ήδη ξεκάθαρα γνωρίζεις
πως αν δεν συμμορφωθείς
με τις αποφάσεις υπουργών,
των ξένων ηγεμόνων, των δανειστών,
των οίκων αξιολόγησης, που σ' έχουνε στο χέρι
τότε είναι το πλέον πιθανό
σαν βγεις από το άντρο 
 του έφορα, εκεί πίσω από  την πόρτα,
να έχεις αφήσει στο ξύλινο
πολυτελές γραφείο του, 
όλα τα κλειδιά του ίδιου του σπιτιού σου.

Μα τι έπαθες; Τι σ'  έπιασε στα ξαφνικά;
Γιατί σηκώθηκες και αρχίζεις
τριγύρω να σκορπάς
τα έγραφα που στο ντοσιέ σου έχεις;
Γιατί πετάς στον κάλαθο αχρήστων
της σειράς προτεραιότητας 
το μικρό χαρτάκι;
Τι τρόπος είναι αυτός να φεύγεις
από την αίθουσα λες και σε γιορτή
ακάλεστος σκοπεύεις να χορέψεις;

Κι όταν σε ρώτησα εκεί έξω στο διάδρομο
τι ήταν τα μπερδεμένα  που είπες και μ' αράδιασες;
«Ας το πάρουνε το σπίτι» φώναξες ,
«τ΄αμάξι το παμπάλαιο, τα πέντε ελαιόδεντρα 
εκεί στην άκρη του χωριού,
ας πάρουν και τα ρούχα μου και τα παλιά παπούτσια,
μα ότι και να κάνουνε δε θα μπορέσουνε ποτέ
να κατασχέσουν την ψυχή, ούτε να κλείσουν φυλακή
την αγκαλιά που άνοιξα για κείνους π' αγαπώ
και αυτούς που μ΄ αγαπούνε.»




Υ.Γ
Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε με στυλό στο πίσω μέρος εντύπου αίτησης δημόσιας υπηρεσίας. Είδα κι έπαθα να το αντιγράψω εδώ. Τόσο κακογραμμένο ήταν!















Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

ΘΥΜΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ;

Δεν έχω το θράσος να αποκαλώ ποίηση όσα γράφω με την παρακάτω μορφή. Κάποτε τα  είχα αποκαλέσει  "ποιήματα με γωνίες" . 
Όμως η πανέξυπνη φίλη μας Maria Maranti  έδωσε μια δική της ονομασία. Τα είπε: «μακρόστενες ιστορίες». Υιοθέτησα άμεσα τον χαρακτηρισμό της.  Όποτε παραθέτω μια ακόμη από τις «μακρόστενες ιστορίες» μου όπου ψάχνω να βρω εκείνους που με έκαναν να αγαπήσω τον τόπο αυτόν πριν ακόμη πατήσω το πόδι μου στα  χώματα του και να τους ρωτήσω:



ΘΥΜΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ;

Ξεχάσατε τι μου είχατε τότε πει;
Τότε που ήμασταν σε τόπους μακρινούς;
Θυμάστε που με δάκρυα στα μάτια
με μαντήλια στα χέρια
με φωνή που μόλις ακουγόταν,
για τούτο τον τόπο 
με πόνο αλλά και περηφάνια
μιλάγατε στην ψυχή μου
για αυτά τα χώματα που σήμερα πατώ;

Θυμάστε άραγε το βλέμμα το δικό μου
τότε που σας άκουγα 
με πόσο ήλιο  είχε πλημμυρίσει
κι έγραφε στ’ ανοιχτό το σχολικό τετράδιο,
ποιήματα για ήρωες λίγους, ελάχιστους
ίσως και κάτω από τριακόσιους
που πέταγαν στη θάλασσα,
κατά μυριάδες τους εχθρούς
γιατί τολμήσανε τη γη αυτή να κατακτήσουν;

Θυμάστε πως κοκκίνιζα στα μάγουλα
από την περηφάνια που δύσκολα κρατούσα
όταν ενσταλάζατε στον παιδικό μου νου
την γνώση την πολύτιμη,
πως κείνοι οι παμπάλαιοι σοφοί
με τις μακριές χλαμύδες
όλα τα είχαν πει πριν από χιλιάδες χρόνια;

Ξέρω, τώρα δεν είστε πια εδώ
κι απάντηση δεν γίνεται να πάρω.
Αν όμως είναι δυνατόν, 
από κει που βρίσκεστε 
να σας επιτραπεί
στις λιγοστές τούτες γραμμές 
μια γρήγορη απλή ματιά να ρίξετε,
θα ήθελα μια παιδιάστικη 
χαζή ίσως ερώτηση 
σε σας να υποβάλω:

Αν γινότανε ποτέ πίσω εδώ να ρθείτε
έναν αιώνα από τώρα που σας γράφω
θα λέγατε άραγε στα παιδιά 
με δάκρυα στα μάτια
όσα σε μένα χάρισαν μεγάλη περηφάνια;
Ή μήπως τα δάκρυα αυτά 
που θα σκουπίζετε με βιάση
θα είναι από ντροπή, ταπείνωση, 
αλλά κι από θυμό ακόμη
γιατί λίγοι, πολύ λίγοι,
 ίσως λιγότεροι από τριακόσιοι
δεν έδιωξαν  εχθρούς, κατακτητές 
αλλά τους υποδέχτηκαν σκυφτοί
με μπάντες και τιμές
ενώ μάχονται ενάντια σ'  αυτούς 
που εδώ, σ’ αυτή τη γη 
έχουνε από αιώνες πια ριζώσει;

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΙΛΑΩ! ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ;



Σε σένα μιλάω δώρο
που καμαρώνεις μεσ' το λαμπρό κουτί κλεισμένο
Σε σένα που βγαίνεις μονάχα μια φορά
και δεν κοιτάζεις ποτέ σου πίσω
ούτε σε νοιάζει να γυρίσεις και να δεις
τι απόγινε το περιτύλιγμα σου

Σε σένα μιλάω δώρο 
που έχεις  στο σύμπαν μυστικά
και καμαρώνεις πως είσαι η εικόνα Του η ίδια
αυτού που σ' έχει φτιάξει
κομπάζοντας πως έχετε πολλά να λέτε
τώρα που θα βρεθείτε συντροφιά

Σε σένα μιλάω δώρο
Γιατί όταν για πάντα φεύγεις
δε παίρνεις το κουτί μαζί σου;
Γιατί τ' αφήνεις πίσω να σαπίζει;
Μήπως κοστίζει ακριβά 
να το 'χεις κι αυτό μαζί σου
εκεί σε τόπους φωτεινούς, σε τόπο χλοερούς σε 
 τόπους αναψύξεως 
που είναι η διαμονή σου;





Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

ΗΡΕΜΗΣΕ!






Αν ένα φύλο πράσινο
στ’ αγκάθια έχει πιαστεί
του συρματένιου φράχτη
Αν σπαρταράει μάταια
και θέλει να ξεφύγει
Αν όσο αγωνίζεται
η πληγή του μεγαλώνει


Αν σου θυμίζει έντονα
στόμα που ουρλιάζει
Αν οι χυμοί του στάζουνε
και βάφουνε το σύρμα
Αν σου φανεί πως σου ζητά
βοήθεια να του δώσεις
Αν με κατάρες απειλεί
όλη τη γενιά σου
Αν ορκιστεί πεθαίνοντας
εκδίκηση να πάρει


Μη! Μη! Ηρέμησε!
Σκούπισε τον ιδρώτα
Απλός εφιάλτης είναι
Πράσινα φύλλα
δεν υπάρχουν πια
Τα νίκησες.





Μπορεί το παραπάνω ΤΩΡΑ να είναι εφιάλτης! Για πόσο όμως;

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ

   

Έχει  λουφάξει αθέατο
τα νύχια του ακονίζει
και περιμένει

Στις μουχλιασμένες πτυχές των ρούχων
Στο ξύλινο μπαούλο στο υπόγειο
Στα κίτρινα  φύλλα των παλιών βιβλίων
Στις υγρές γωνιές των πέτρινων σπιτιών
Στη θολούρα μαυρόασπρης φωτογραφίας

Στ’ αρρωστημένα κύτταρα γέρικων μυαλών
Στις ξεχασμένες μυρουδιές της υγρασίας
Στις ρυτίδες π’ αυλακώνουν τον καθρέφτη
Σε σκιές μουντών και γκρίζων δειλινών
Σε έρωτες και πάθη που ξεθύμαναν σαν άρωμα 
σ' ανοιχτό μπουκάλι
Σε μίση που πετάχτηκαν σε τάφους ξεχασμένους


Με τέχνη και υπομονή 
σκάβει τα λαγούμια του
στο πηχτό σκοτάδι
σε χάος των αιώνων 
και σε  θεμέλια ανύπαρκτα
 στήνει έντεχνα απατηλές παγίδες 
 και δεν βιάζεται
μας περιμένει….

...το Παρελθόν
γιατί το ξέρει!
Μονάχα αυτό υπάρχει!

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ...ΣΤΑΥΡΟΙ

Σήμερα μου ή διάθεση μου, θέλει να αναρτήσω μια από τις "μακρόστενες ιστορίες" μου όπως πολύ πετυχημένα τις ονομάζει η  φίλη μου Μάρω Μαράντι (είναι και Θεία μου ...λέγεται). Παλιά εγώ τα κείμενα αυτά τα ονόμαζα "ποιήματα με γωνίες" 

ΣΤΑΥΡΟΙ ΚΑΙ... ΣΤΑΥΡΟΙ

Τις δικαιούσαι τις τιμές τους ύμνους
και τις κραυγές του πλήθους
που σ’ υποδέχτηκε χορεύοντας
στη Πύλη των Γενναίων
Εκεί οι άρχοντες επίσημα
επαίνους κι αξιώματα
με στόμφο σ’ απονέμουν
και γίνηκες ο ήρωας του έθνους
Σε πνίγει η συγκίνηση
καθώς θυμάσαι πάλι
πώς με τους άνδρες σου
περιφερόσουν τότε
στους έρημους τους δρόμους
της πόλης των βαρβάρων
Γραμμένος ήτ’ ο θρίαμβος
στα μαύρα τα συντρίμμια
και στα σπαρμένα των εχθρών
τα άθαφτα κουφάρια
Φουσκώνει η ψυχή σου με χαρά
σα ξαναβλέπεις τη σκηνή
πους καις το λάβαρό τους

Ο Μέγας Άρχων τώρα σε φιλά
παράσημα λαμπρά σου δίνει
Τον Μεγαλόσταυρο του Έθνους
Τον Σταυρό του Τάγματος της Ειρήνης


Τον Σταυρό των Εξαιρέτων Πράξεων
Τα δικαιούσαι.
Όμως κι άλλοι μαχητές
που ‘χες τότε μαζί σου
πήραν τιμές κι επαίνους
Μόνο που δε βρίσκονται εδώ
για να χαρούν κι εκείνοι
Και σ’ άλλους εδόθηκαν σταυροί
αλλά δε λάμπουν χαρωπά
την ένδοξη τούτη μέρα
Γιατί είναι ξύλινοι απλοί
και βιαστικά χωμένοι
στο μαύρο χώμα το σκληρό
της χώρας των βαρβάρων
που συ κατέχτησες

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΒΡΗΚΑ;

Καιρό τώρα βλέπω στον ύπνο μου πως ψάχνω να βρω ένα συγκεκριμένο δέντρο που δέσποζε στα παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων. 
Προχθές το βρήκα και κατέγραψα την συνάντηση αυτή:

__________________________________________________


Βάλθηκα να βρω το δέντρο το θεόρατο
που κάτω απ τα κλαδιά του πόζαρα
μικρός μ’ αστεία φάτσα
σε μια φωτογραφία


Και το βρήκα

Ήταν όπως το ΄χα αφήσει
Τώρα τουρίστες γύρω του
με γέλια και πειράγματα
ν’ αγκαλιάσουν προσπαθούν
τον καφετί κορμό του.

Στάθηκα κι εγώ σιμά τους.
Να ξανακάνω προσπαθώ
την πόζα που ‘χα πάρει
τότε που τα μαλλιά μου άφθονα
πέφταν στο κούτελό μου.

Ένας τουρίστας φαλακρός
που χάιδευε τα φύλλα
σφυρίζοντας με θαυμασμό
είπε στους άλλους γύρω
«Θεέ μου! Τι τέλεια απομίμηση!»

______________________________________________


Όταν ξύπνησα, μια πικρή γεύση, είχε πλημμυρίσει το στόμα μου. Τι κρίμα αλήθεια...Ήταν ανάγκη να το βρω έστω και στον ύπνο μου;

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΤΙ;



Είχε έρθει εδώ χωρίς να το καλέσω
αφού άγνωστο μου ήταν
Ήξερα πως έπρεπε να το κρατήσω
να το υιοθετήσω, σαν μωρό στην πάνα
να το μεγαλώσω, να το κάνω γίγαντα
να ξεπεράσει τα δέντρα απέναντι
να φτάσει ως τα σύννεφα που τρέχουνε σαν κλέφτες
να ρουφήξει το ζουμί που κρύβουνε στα σπλάχνα
να μου το φέρει στα κρυφά την νύχτα
για να τρέξει σαν  δάκρυ από τα μάτια μου

Δεν ήταν πια οι επιλογές δικές μου
δεν είχα δικαιώματα, 
δεν είχα ιδιοκτησίες
δεν είχα λόγο ούτε στο λόγο τον δικό μου
δεν είχα καν γνώμη με δαύτο τι να κάμω
Αμήχανα το κοίταζα που θέριευε κοντά μου
και μου ΄δινε την αίσθηση πως κάτι  μου μηνούσε 
Συγκέντρωσα από παντού όσο από το θάρρος
μούχλιαζε στην ψυχή μου και ρώτησα δειλά:
«Θέλεις κάτι;»
Θυμωμένος ήταν ο τόνος του όταν  μου αποκρίθη:
«Μα τόσο γρήγορα λησμονείς; 
Δεν θυμάσαι που άνθιζα κάποτε στα χείλη σου επάνω;
Ήρθα  να τα ξαναβρώ
Ήρθα για να ξαναγίνω το
 Χαμόγελό σου »





Δεν είμαι ποιητής! 
Απλώς είπα να γράψω για κάτι που όλοι μπορούμε να έχουμε. Κάτι που σίγουρα πλουτίζει τις στιγμές μας. Κάτι που είναι δώρο για μας αλλά και για τους άλλους. Κάτι που δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να μας το κλέψει. 
Εύχομαι σε όλες και όλους  σας να έχετε μια όμορφη, γλυκεία ανοιξιάτικη βραδιά. 


Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

ΚΛΕΙΝΕΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΓΩΝΙΕΣ

Με τα παρακάτω όλο γωνίες ποιήματα θέλω να κλείσω αυτόν τον κύκλο όσων δραπετών του συρταριού μου  συνέλαβα,  κατόπιν συντονισμένων ενεργειών. 
Τα υπόλοιπα που κρύβονται ίσως σε γιάφκες με γωνιές ή σε σκοτεινές γωνιές κάπου σε γειτονιές απόμερες, θα τα αφήσω να μάθουν να ζούνε μόνα τους. Η ευθύνη για τις συνέπειες της ελευθερίας τους είναι αποκλειστικά δικές τους. 
Αν  όμως έρθουν και μου χτυπήσουν την πόρτα;
Μάλλον θα τους ανοίξω. Μετά  θα τα κλείσω στο συρτάρι και ίσως  πετάξω το κλειδί, για να μάθουν..... τα άθλια!

*****


Δεν ξέρω τελικά αν ήμουν τυχερός ή άτυχος που βρέθηκα εκεί  και σε είδα κείνη τη νύχτα,   στο παγωμένο σταυροδρόμι το ερημικό. Ήσουν μόνη μέσα στο κρύο.....

ΚΑΙ ΓΕΛΟΥΣΕΣ 

Στεκόσουν γυμνή σα μαύρη νύχτα
που χει  τ' αστέρια της κρυμμένα
και χόρευες με τις ριπές τ’ ανέμου
Και γελούσες

Κρατούσες  ολόχρυσο στεφάνι
μοναδικό της σκοτεινιάς στολίδι
που ‘χε φυτρώσει στη ψυχή σου
Και γελούσες

Το γέλιο σου
Έσπασε σε τοίχους τσιμεντένιους
Ταξίδεψε σε δρόμους και γεφύρια
Σκόνταψε  στις σχάρες υπονόμων
Χάθηκε σε δάσος με κεραίες
Κάηκε σε μαύρες εξατμίσεις
Και γελούσες

Το γέλιο σου
Γεύτηκε το ρεύμα στα καλώδια
Έψαξε  ζωή στα παραθύρια
Χώθηκε σε μάτια παγωμένα
χέρια το διώξαν θυμωμένα
Βρήκε παιδάκια γερασμένα


Κι όταν επέστρεψε
ήταν  λυγμός, το γέλιο σου


*****

Μου είπαν ότι δεν είχα κάνει λάθος. Δε θα μπορούσα άλλωστε!  Κι εγώ ήξερα κατά βάθος ότι εδώ ήταν.....



Ο ΣΤΑΘΜΟΣ


Προορισμός σου είναι
ο σταθμός στο τέλος
της γραμμής
Φίλοι σου και συγγενείς
ίσως να βρίσκονται εκεί
Όχι για σ’ υποδεχτούν
Μα για να.... σ’ αποχαιρετίσουν

*****


Αμέσως μετά, πως έγινε και μαζευτήκαμε τόσοι πολλοί δεν ξέρω. Αλλά χωρίς κανείς να μας οργανώσει ή να μας δώσει οδηγίες μόνοι μας μπήκαμε με τάξη στη σειρά και ξεκίνησε.....




Η ΠΟΡΕΙΑ

Καθώς σε μια σειρά βαδίζαμε
στη  γκρίζα ποταμίσια άμμο
πατημασιές δεν άφηναν τα πόδια
Ανάσες  δε στροβιλίζονταν ζεστές
στις καταχνιάς το παγωμένο δίχτυ

Βαθιά μεσ’ τη ψυχή μας ξέραμε
στου ποταμιού θα φτάναμε την άκρη
Όπου πηγές ασίγαστες,
λίμνες  ανταριασμένες
σπηλιές ανήλιαγες
χαράδρες στοιχειωμένες
τη Πύλη κοσμούσαν την  αιώνια

Πόδια δίχως βούληση σα ξένα
Χέρια  ξερά  φύλλα του χειμώνα
Στήθη κοιλότητες κενές
Καρδιές χωρίς καινούργιο χτύπο
Αίμα στις φλέβες πετρωμένο
Σκέψεις στο νου σταματημένες

Ξάφνου  αχνή στο βάθος πρόβαλε
σα να ‘ταν κει από πάντα
φτιαγμένη απ’ όνειρα η  Πύλη
Τότε μονάχα νοιώσαμε να ρέει
σαν άνεμος γοργά να φεύγει
το βάρος τ’ αδυσώπητο
τ’ άχρηστου πια κορμιού μας
Ήταν 
όμως άραγε το τέλος;
ή μήπως η αρχή 
ετούτης της Πορείας;


****

Κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να διαχειριστώ. Κάτι που πάντα με πονούσε ήταν η θέα ενός άλλου πλάσματος με δάκρυα στα μάτια. Συνήθως δεν ρωτάω. Αφήνω τον πόνο του να ξεθυμάνει.  Αλλά δεν ξέρω γιατί απόψε σε ρώτησα... και σε ρώτησα.....


ΓΙΑΤΙ ΚΛΑΙΣ;



Μήπως κλαις για όνειρα παλιά της νιότης σου
Που φύλλα γίναν τώρα νεκρά κιτρινισμένα;

Μήπως κλαις για έρωτες παράφορους
Που κείτονται σε τάφους παλιούς και ρημαγμένους;

Μήπως κλαις για δόξες και τιμές μεγάλες
Που χάθηκαν σ’ ανήλια υπόγεια ξεχασμένες;

Μήπως κλαις για κείνους που σα παιδί αγάπησες
Μα το χαμόγελό τους έμεινε ανάμνηση σβησμένη;

Μήπως κλαις γιατί τα παγωμένα χέρια σου
Δε βρίσκεται πια κανείς να τα ζεστάνει;

Μα τότε γιατί κλαις;
Ποιος μπορεί να σε πληγώσει;

Αφού δεν έμεινε πια κανείς να σ’ αγαπήσει












Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΓΩΝΙΕΣ

Ο παράξενα ντυμένος κλόουν κρατούσε την ντουντούκα και φώναζε γυρίζοντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά για τον ακούνε όλοι. Ήταν λίγο ενοχλητικός έτσι όπως στεκόταν εκεί στην είσοδο της μεγάλης σκηνής και μας προσκαλούσε να μπούμε  μέσα. Κάθε τόσο όμως κοιτούσε στο εσωτερικό της σκηνής με  αγωνία κι ύστερα φώναζε πάλι:



KAΝΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΟΜΩΣ!

Ελάτε μέσα
Περάστε. Μη φοβάστε
Ελάτε και θα δείτε
με κάθε λεπτομέρεια

Τους πόλεμους που φτιάξαμε
για να χτιστεί η ιστορία
Το αίμα που βυζάξαμε
για να τραφεί η φυλή μας
Τους έρωτες που πλέξαμε
για να γραφτούν βιβλία

Ελάτε να θαυμάσετε
Τα μίση που φυτέψαμε
για να ‘χουν τα παιδιά μας
Τα δάση που σκοτώσαμε
για να φυτρώσουν φράχτες
Τα ζώα π’ αφανίσαμε
για να ‘χουμε ησυχία

Ελάτε και θα δείτε
Τις θάλασσες που κάναμε
δοχεία απορριμμάτων
Τους ουρανούς που βάψαμε
με γκρίζα αιθαλομίχλη

Ελάτε ν' αγναντέψετε
Τα βουνά που σκάψαμε
να βγάλουμε πετράδια
Τους ποταμούς που φράξαμε
για να ‘χουμε το φως μας
Τις εκκλησιές που χτίσαμε
επάνω σε κουφάρια
Το γιο Του που σταυρώσαμε
για να ‘χουμε σωτήρα

Ελάτε! Ελάτε μέσα.
Περάστε. Μη φοβάστε
Κάντε μονάχα γρήγορα
Είναι η ευκαιρία!

Βλέπει ο Θεός εφιάλτη
Και σαν ξυπνήσει έντρομος
λουσμένος στον ιδρώτα
εμείς ατμός θα γίνουμε
στη θεϊκή ανάσα


Το παραπάνω επιτρέψτε  μου να το αφιερώσω στην ανθρώπινη ματαιοδοξία  και απληστία  που είναι ήδη φανερό που μας οδηγούν. Είθε εκεί στους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Ιαπωνίας όσοι  προσπαθούν  με αυτοθυσία  να σώσουν τους  συνανθρώπους τους να τα καταφέρουν. Είθε το μεγάλο αυτό κακό να μας γίνει μάθημα!

*****

Απευθυνόμενος σε όλους μας ζητάω την παρακάτω χάρη: 

ΑΝ ΤΟΝ ΔΕΙΣ



Αν δεις ποτέ
τον Δημιουργό σου
ανάμεσα στα τόσα
που θα ‘χετε να πείτε
ρώτησέ Τον:

Τόσο Τον εθύμωσε
που έφαγες το καρπό
που είχε 
απαγορεύσει

και σ’ εξόρισε;

Ή μήπως υποπτεύθηκε
πως πήγαινες στα μουλωχτά
την τέχνη να Του κλέψεις;

*****

Χρόνια τώρα που κάθομαι στο γραφείο μου πάνω από το εργαστήριο, από όπου ανεβαίνουν οι μεθυστικές μυρωδιές της κανέλας, του γαρίφαλου, της σοκολάτας, της βανίλιας, του καβουρντισμένου αμύγδαλου,  και άλλων μυρωδικών από τα μπισκότα που ψήνονται,  εκεί απέναντί μου όλα αυτά τα χρόνια  με ταλαιπωρεί  ένα:




 ΚΛΕΙΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ




Εκείνο το παράθυρο
το ερμητικά κλεισμένο
στο σπίτι εκεί απέναντι
γιατί συνέχεια με καλεί
σ’ εφιαλτικά παιχνίδια;

Πίσω απ τις γρίλιες του
γιατί σα να διακρίνω
δόλιες ψυχές σατανικές
να μου γελούν ειρωνικά
καθώς με αντικρίζουν;

Γιατί το σεληνόφως
γλιστράει από πάνω του
χωρίς να το φωτίζει;

Γιατί σα να ρουφάει
μοιάζει τις σκιές
όταν το αγγίζουν;

Γιατί σα το κατώφλι
κόλασης
στέκει και  περιμένει;

Μήπως μια σχέση ανίερη
μοιάζει να με συνδέει
με κείνο το παράθυρο
το ερμητικά κλεισμένο;

Γιατί φορές- φορές
μου φαίνεται
πως δεν υπάρχει
έξω εκεί
παράθυρο κανένα;

Μήπως δεν ατενίζω
απέναντι
μα μέσα μου κοιτάζω;



Τα μάτια μας δεν είναι παρά τα όργανα - πιόνια ενός ηγέτη που κρύβεται από πίσω και κάνει τα μυστικά του σχέδιά.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΓΩΝΙΕΣ ΩΣ ΔΡΑΠΕΤΕΣ [Β]


Τα παρακάτω κείμενα, όπως και να τα ονομάσει κανείς -ποιήματα, σκέψεις, στιγμιότυπα, εικόνες, ή οτιδήποτε άλλο-  βρήκαν πια το συρτάρι ανοιχτό, και δραπέτευσαν. Βγήκαν στο φως. Τώρα καταζητούνται και δεν ξέρω ποιος είναι αρμόδιος για την σύλληψη τους. Ή μήπως  να κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε; 
 ******

Τον κοίταζα που μιλούσε στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί εκεί κάτω από τα ελαιόδεντρα. Η φωνή του ήρεμη. Χωρίς πάθος, χωρίς ένταση. Είχε όμως εκείνη την χροιά που σε ανάγκαζε να προσπαθείς να μη χάσεις λέξη. Τότε την άκουσα  κι εγώ την φράση για πρώτη φορά όπως και οι άλλοι. Λάμψανε τα μάτια τους, όταν:


ΕΙΠΕ

Τους κοίταξε κατάματα
και είπε:
«Αγαπάτε αλλήλους»
«Σωστά τα λέει» είπανε
και τον πιστέψαν
Για να τον πείσουν μάλιστα
πως ήτανε μαζί του
σβήσαν απ τα βιβλία
τους παλιούς θεούς τους
γκρεμίσαν τα είδωλά τους
κάψαν τους ναούς τους
σφάξαν τους ιερείς τους

Πάνω στους καμένους τους ναούς
Χτίσαν τώρα δικούς του
Φτιάξαν είδωλά του
Χρίσαν ιερείς του
Γράψαν καινή διαθήκη

Κι αρχίσανε τους ύμνους:
«Αγαπάτε αλλήλους!»
«Αγαπάτε αλλήλους!»
Μα τότε οι μισοί θαρρώ
κοιτάξανε τους άλλους
με μάτι αγριεμένο
«Δε το ‘πε για σας αυτό
Δεν είστε άξιοί του»

Αμέσως οι άλλοι άρπαξαν
τις πέτρες, τα εργαλεία
που τα 'χανε  εκεί
για των ναών το χτίσιμο
και ρίχτηκαν στη μάχη

Από τις δυο τις πλευρές
ακούγονταν σαν ψαλμός:
«Αγαπάτεεε αλλήηηλους!»

Κι έτρεχε ποτάμι το αίμα
μπρος στους τελειωμένους
ολόλαμπρους ναούς του
********

Λίγες μέρες αργότερα τον ξανάδα στους πρόποδες του λόφου. Εκεί που τέλειωνε η ζωή των κακούργων με βίαιο τρόπο. Ρωμαίοι στρατιώτες  φρόντιζαν να είναι το μονοπάτι ανοιχτό. Κρατούσαν μαστίγια και λόγχες. Κόσμος γεμάτος χαρά και φαγώσιμα περίμενε. Τον είδα να φτάνει. Σερνόταν σχεδόν μέσα στην σκόνη. Μισόγυμνος. Τον πλησίασα και του είπα:


Θ’ ΑΝΑΠΑΥΘΕΙΣ ΕΚΕΙ


Έβλεπα τα πόδια σου που τρέμαν
γυμνά και πληγιασμένα
αφήνοντας αιμάτινες γραμμές
στο γκρίζο χώμα που πατούσαν
Πονάς; Σε ρώτησα

Πληγιασμένα χείλη, και  στεγνά
σε μορφασμό μετάλλαξαν
αχνό, χαμόγελο θλιμμένο
που πήγε δειλά ν’ ανθίσει
Νερό; Ξαναρωτάω

Στο άσαρκο λιγνό κορμί
βαθιά τα ίχνη που χαράξαν
τεχνίτες στο μαστίγιο
Μέσα στη κάψα ρίγησες
Κρυώνεις;  Ψιθυρίζω

Στα μάτια σου τη διάβαζα
τη λύπηση που ένιωθες
γι’ αυτούς που σε χλευάζαν
που με βρισιές και με φτυσιές
λούζαν τη ψυχή σου
Κουράστηκες; Σου λεω

Μη φοβάσαι όμως. 
Θα δεις!
Στην κορφή θα ξαποστάσεις λίγο
Ώρα θα πάρει αρκετή
να σκάψουνε το λάκκο
για να σου στήσουν το σταυρό

*******


Όταν έμαθα  την είδηση δεν μπορούσα να την  πιστέψω όμως είχε μια λογική.  Γι αυτό και καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία:


ΕΠ’ ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ
 
Για ένα απλό λάθος φραστικό
που ‘κανε ο λοχαγός
διαλύθηκε ο λόχος του
σε καιρό πολέμου
Γι αυτό τον εκτελέσαν

Αντί στους στρατιώτες του να πει
«Τους ανθρώπους αυτούς εκεί
με τις καφεπράσινες στολές
και τα στρογγυλά τα κράνη
τους βλέπετε;
Είναι εχθροί»

Είπε:
«Τους εχθρούς αυτούς εκεί
με τις καφεπράσινες στολές
και τα στρογγυλά τα κράνη
τους βλέπετε;
Είναι άνθρωποι»
 *********


Η χαρά για την μεγάλη νίκη ήταν ολοφάνερη. Είχαν όλα βγει στους δρόμους και πανηγύριζαν έξαλλα. Είχαν μεθύσει από την χαρά τους. Γιατί επί τέλους ήρθε:

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ


Μετά αιώνων καταπίεση
και βάρβαρους διωγμούς
να ενωθούν πετύχαν τελικά
τη τυραννία τη στυγνή
για πάντα ν’ ανατρέψουν

Άλλωστε πλειοψηφία ήτανε
και η νεότερη γενιά
αρνιόταν πλέον να δεχτεί
την κυριαρχία την απόλυτη
της κλίκας των ΕΠΤΑ

Είχαν καταφέρει οι ΕΠΤΑ
στο διάβα πολλών αιώνων
με τρόπο ύπουλο και πονηρό
να επιβληθούν απόλυτα
όπου μετρούσε ο λόγος

Η ολιγαρχία  των ΕΠΤΑ
με της φωνής τη δύναμη
στο περιθώριο έστειλε
τους άφωνους  πληβείους
Σύμβολα εφεύραν διάφορα
και τα ‘χαν επιβάλει
για να τονίζουνε μ’ αυτά
παντού την ύπαρξή τους

Ήρθ' όμως πλέον ο καιρός
μετά  σκληρούς αγώνες
νικήσαν οι πληβείοι τους ΕΠΤΑ
τους ρίξαν στην αφάνεια
κατέστρεψαν  τα  σύμβολα
που δείχναν εξουσία

Για την εξόντωση όλων των ΕΠΤΑ
Διακήρυξη τυπώσανε θριάμβου
κι η πρώτη φράση άρχιζε:

Ζ-Τ-    Τ-    Σ-ΜΦ-Ν-
Κ-Τ-    Τ-     Φ-Ν--ΝΤ-